2. Λειτουργικὴ ζωή Θέματα λειτουργικῆς καὶ τελετουργικῆς Χῶρος καὶ χρόνος τῶν λειτουργικῶν ἐκδόσεων [2017]

 

Χῶρος καὶ χρόνος

τῶν λειτουργικῶν ἐκδόσεων

 

 

Διονυσίου Ἀνατολικιώτου

δρος φιλοσοφικῆς σχολῆς Ἀθηνῶν,

πτυχιούχου κοινωνικῆς θεολογίας

symbole@mail.com

 

 

Τὸ πλῆθος τῶν ἐκδόσεων

 

Οἱ πολυάριθμες λειτουργικὲς ἐκδόσεις τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλη­σίας, οἱ χειρόγραφες πηγές των, ἡ ἱστορία τοῦ κειμένου τους, ἡ ἐξέλιξί τους καὶ οἱ ἐπανεκδόσεις των ἀποτελοῦν ἀντικείμενο ἐρεύνης εἰδικῆς θεολογικῆς ἐπιστήμης ποὺ ὀνομάζεται Λειτουργική. Βέβαια τὸ περιεχό­μενο τῆς ἐπιστήμης αὐτῆς εἶναι τεράστιο, ἀλλὰ ἀνάμεσα στὰ πολλὰ ἄλλα ἐνδιαφέρεται καὶ γιὰ τὴν ἱστορία καὶ διαμόρφωσι τῶν βιβλίων τῆς θείας λατρείας. ῞Οπως ἀνέφερα σὲ προηγούμενο ἄρθρο, γιὰ πολλὰ ἀπὸ αὐτὰ τὰ βιβλία, ποὺ κατατάσσονται σὲ 5 τοὐλάχιστον κατηγορίες, ἀνα-μένουμε νὰ δοῦν σύντομα τὸ φῶς τῆς δημοσιότητος ἐνδιαφέρουσες ἐργασίες ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ εἶναι γνῶστες τοῦ ἀντικειμένου.

Παρὰ ταῦτα τὸ πλῆθος τῶν ἐκδόσεων ἑκάστης κατηγορίας εἶναι ὀγ-κωδέστατο, ὥστε γιὰ κάθε μία χρειάζονται κανονικὰ πολλὲς καὶ χω­ριστὲς πολυσέλιδες ἐργασίες, συχνὰ δὲ ἀπαιτοῦνται ἰδιαίτερες ἐργασίες ἀκόμη καὶ γιὰ κάθε τίτλο βιβλίου. Γι᾿ αὐτὸ ἔχουν ἀναπτυχθῆ καὶ ἰδιαί­τεροι ἐπιστημονικοὶ κλάδοι, οἱ ὁποῖοι μεταξὺ ἄλλων ἐξετάζουν καὶ ὡρι­σμένες κατηγορίες ἐκ τῶν προαναφερθέντων βιβλίων. Ἔτσι τὰ ἐκλογά­δια βιβλικῶν περικοπῶν (Ψαλτήριον, ᾿Απόστολος, Εὐαγγέλιον) ἐνδια­φέρουν πολὺ τὴν Βιβλικὴ θεολογία καὶ τὴν Κριτικὴ κειμένου· τὰ μουσι­κὰ βιβλία ἐξετάζει συνήθως ὁ κλάδος τῆς ᾿Εκκλησιαστικῆς ἢ Βυζαντι­νῆς Μουσικολογίας· τὰ βιβλία τῆς ἐκκλησιαστικῆς λειτουργικῆς ποιή­σεως (μηναῖα, παρακλητική, τριῴδιον κλπ.) τὰ ἐξετάζουν οἱ κλάδοι τῆς ῾Υμνολογίας-῾Υμνογραφίας, τῆς ῾Αγιολογίας, καὶ τῆς Βυζαντινῆς ἢ Με­σαιωνικῆς λογοτεχνίας· τὰ διάφορα τυπικὰ ἐξετάζει ὁ νεοφανὴς κλά­δος τῆς Τυπικολογίας· τὰ εὐχολόγια, ἱερατικά, ἀρχιερατικὰ καὶ τὰ ὅμοια ἐνδιαφέρουν ἰδιαιτέρως τὸν κλάδο τῆς Τελετουργικῆς· ἐπίσης μὲ τὴν γένεσι, ἐξέλιξι καὶ ὁριστικὴ διαμόρφωσι τῶν λειτουργικῶν βιβλίων ἀσχολεῖται καὶ ἡ ῾Ιστορία τῆς θείας λατρείας, ἡ ὁποία εἶναι κύριο μά­θημα τῆς Λειτουργικῆς ἐπιστήμης.

 

῾Η σημασία τῆς τυπογραφίας

 

῾Ο ῞Ελληνας ἱερεὺς Στέφανος ᾿Αλεξόπουλος, σήμερα ἐπίκουρος καθηγητὴς Λειτουργικῶν σπουδῶν καὶ λειτουργικῆς Θεολογίας σὲ παν­επιστήμιο τῆς ᾿Αμερικῆς, ἐπισημαίνει ὅτι ἐφεύρεσι τῆς τυπογραφίας τὸ 1455 ἀπὸ τὸν ᾿Ιωάννη Γουτεμβέργιο ἀποτέλεσε ἕνα ἀπὸ τὰ σημαντι­κώτερα σημεῖα καμπῆς στὴν ἱστορία τῆς ὀρθοδόξου λατρείας. Παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι τὰ ἀποτελέσματά της δὲν ἔχουν ἀκόμη μελετηθῆ συστημα­τικά, μπορεῖ κανεὶς νὰ παρατηρήσῃ ὅτι τυπογραφία ἐπηρέασε δρα­στικὰ τὴν ἐξέλιξι τῶν λειτουργικῶν βιβλίων καὶ τῶν λατρευτικῶν τελε­τῶν καὶ ἱεροπραξιῶν, καὶ συνέβαλε σημαντικὰ στὴν τυποποίησι τῆς λει­τουργικῆς πρακτικῆς πέρα ἀπὸ γεωγραφικὰ καὶ ἐκκλησιαστικὰ σύνορα.

Ὅλες οἱ μεταγενέστερες ἑλληνόγλωσσες ἐκδόσεις τῶν λειτουργι­κῶν βιβλίων σὲ γενικὲς γραμμὲς βασίζονται στὶς πρῶτες (ἀρχέτυ­πες) ἐκδόσεις, ποὺ ἄρχισαν νὰ ἐμφανίζωνται σχεδὸν ἀπὸ τὶς πρῶτες δεκαετίες τῆς τυπογραφικῆς τέχνης (τὸ Ψαλτήριον ἤδη ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ 15ου αἰῶνος). ῾Η ἑλληνικὴ τυπογραφία θὰ ἐμφανίσῃ μία λαμπρὴ καὶ θαυμαστὴ δραστηριότητα, ὁποία ὅμως τοὐλάχιστον τοὺς τρεῖς πρώ­τους τυπογραφικοὺς αἰῶνες (15ο-17ο) θὰ ἀναπτυχθῇ κυρίως ἐκτὸς τοῦ παραδοσιακοῦ ἑλλαδικοῦ χώρου. Σχεδὸν ὅλες οἱ ἑλληνικὲς ἐκδόσεις ­κείνης τῆς ἐποχῆς (ἄρα καὶ τὰ λειτουργικὰ ἔντυπα) ἐντοπίζονται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον στὶς μεγάλες ἰταλικὲς πόλεις Βενετία, Ρώμη, Φλωρεντία καὶ Μιλάνο, κυρίως δὲ στὴν πρώτη.

῾Η ἱστορία, ὡς γνωστόν, ἐπηρεάζεται ἢ καὶ καθορίζεται ἀπὸ τὰ γεγονότα. Καὶ ἕνα καθοριστικὸ γεγονὸς εἶναι ὅτι σχεδὸν ταυτόχρονα μὲ τὴν ἐφεύρεσι τῆς τυπογραφίας (μόλις δύο χρόνια νωρίτερα, τὸ 1453) συμβαίνει ἡ τραγικὴ ἅλωσι τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὁπότε ὁ ἑλληνι­σμὸς βρίσκεται κάτω ἀπὸ σκληρὴ καὶ μακρόχρονη δουλεία σὲ ὅλο τὸ κρίσιμο διάστημα μέχρι τὴν ἐπανάστασι τοῦ 1821. Μὲ τὴν ἐθνικὴ παλιγγενεσία τοῦ 1821 ἀναδεικνύεται ὡς νέα πρωτεύουσα ἡ ᾿Αθήνα, τὸ δὲ δημιουργηθὲν νέο κράτος ἔμελλε ἀπὸ τὸν 20ὸ αἰῶνα νὰ γίνῃ τὸ μο­ναδικὸ ἐθνικὸ καὶ ἐκδοτικὸ κέντρο τοῦ ἑλληνισμοῦ, ἄρα καὶ τοῦ λει­τουργικοῦ βιβλίου.

Μὲ βάσι τὰ στοιχεῖα αὐτὰ θὰ μπορούσαμε νὰ χωρίσουμε τὶς ἐκδό­σεις λειτουργικῶν ἐντύπων σὲ δύο χρονικὲς περιόδους· 1η) αἰῶνες 15ος-18ος, καὶ 2α) 1801 - ἕως σήμερα. Καὶ ἂν κανεὶς θέλῃ νὰ ἐξετάσῃ εἰδι­κὰ τὰ ἔντυπα λειτουργικὰ βιβλία τῆς ἐν ῾Ελλάδι ᾿Εκκλησίας, εἶναι λογικὸ ἐπακόλουθο νὰ ἀναφέρεται στὴν περίοδο ἀπὸ τὴν δημιουργία τοῦ νεωτέρου ἑλληνικοῦ κράτους μὲ τὴν ἐπανάστασι τοῦ 1821 μέχρι σήμερα. ῞Ομως τὰ πράγματα δὲν εἶναι τόσο ἁπλὰ ὅσο φαίνονται ἐκ πρώτης ὄψεως, διότι ἀρχικὰ τὸ νεοσύστατο ἑλληνικὸ κράτος εἶχε ἔκτασι πολὺ μικρότερη ἀπὸ τὴν σημερινή, καὶ σταδιακὰ αὐξανόταν, μέχρις ὅτου μὲ τοὺς βαλκανικοὺς πολέμους ἔλαβε τὴν σημερινή του μορφή.

 

Οἱ ἱστορικὲς συνθῆκες

 

Νομίζω ὅτι ἡ ἱστορία τοῦ ἐντύπου λειτουργικοῦ βιβλίου πρέπει νὰ διαιρεθῇ ἐκ τῶν πραγμάτων σὲ τρεῖς μεγάλες χρονικὲς περιό­δους, α) 15ος αἰῶνας - 1820, β) 1821 - 1912, καὶ γ) 1913 - σήμερα. ῾Ορόσημα γιὰ τὶς τρεῖς περιόδους εἶναι τρία πολεμικὰ γεγονότα, ἡ ἅλω­σι τῆς Πόλεως τὸ 1443 (ποὺ σχεδὸν συμπίπτει μὲ τὴν ἐφεύρεσι τῆς τυ­πογραφίας τὸ 1455), ἡ ἐπανάστασι τοῦ 1821, καὶ οἱ βαλκανικοὶ πόλεμοι τοῦ 1912-1913.

Α΄ περίοδος, μέσα 15ου αἰῶνος - 1820. ᾿Απὸ τὴν ἅλωσι τῆς Πόλεως τὸ 1453 μέχρι καὶ ὅλον τὸν 18ο αἰῶνα ὁ ἑλληνισμὸς βρίσκεται διαιρεμένος σὲ δύο ὑπόδουλες καταστάσεις, τὴν τουρκοκρατία καὶ τὴν βενετοκρατία. Σὲ γενικὲς γραμμὲς ἡ Μικρὰ ᾿Ασία καὶ ἡ ὑπόλοιπη στεριανὴ ῾Ελλὰς ἀνήκουν στὴν ὀθωμανικὴ αὐτοκρατορία μὲ πρωτεύου­σα τὴν Κωνσταντινούπολι, ἐνῷ τὰ νησιὰ τοῦ Αἰγαίου καὶ τοῦ ᾿Ιονίου, ἡ Πελοπόννησος καὶ ἡ Κρήτη ἀνήκουν στὴν θαλασσοκρατία τῆς «γαληνο­τάτης δημοκρατίας» μὲ πρωτεύουσα τὴν Βενετία.

Τὴν περίοδο αὐτὴ τὰ λειτουργικὰ βιβλία τῶν ᾿Ορθοδόξων ῾Ελλήνων τυπώνονται κυρίως στὴν Βενετία, καθὼς καὶ σὲ ἄλλα τυπογραφεῖα τοῦ ἰταλικοῦ χώρου. Ἀκόμη καὶ μετὰ τὴν ἀπώλεια τῶν βενετικῶν κτήσεων στὸν χῶρο τοῦ Αἰγαίου ἢ καὶ μετὰ τὴν κατάλυσι τοῦ Βενετικοῦ κράτους (1797) λειτουργικὰ βιβλία συνεχίζουν νὰ τυπώνωνται στὴν Βενετία μέχρι τὸ τέλος τοῦ 19ου αἰῶνος. Οἱ λειτουργικὲς καὶ ἄλλες ἐκδόσεις ποὺ ἔγιναν αὐτὴν τὴν περίοδο στὴν Βενετία ἢ σὲ ἄλλα κέντρα τῆς Δύσεως ἀποτελοῦν ἕνα ἰδιαίτερο καὶ ἐκτενέστατο κεφάλαιο, τὸ ὁποῖο μέχρις ἑνὸς βαθμοῦ ἔχει καταγραφῆ στὶς βιβλιογραφικὲς ἔρευνες καὶ μελέτες παλαιοτέρων καὶ συγχρόνων φιλολόγων καὶ ἐρευνητῶν.

Β΄ περίοδος, 1821-1912. ᾿Απὸ τὸν 19ο αἰῶνα τὰ πράγματα ἀλλά­ζουν ῥιζικὰ τόσο στὸ πολιτειακὸ ὅσο καὶ στὸ ἐκδοτικὸ τοπίο. Μὲ τὴν ἐ­πανάστασι τοῦ 1821 δημιουργεῖται ἕνα μικρὸ ἑλληνικὸ κράτος, ποὺ περιλαμβάνει ἀρχικὰ τὴν Στερεὰ ῾Ελλάδα, τὴν Πελοπόννησο, καὶ τὶς Κυ­κλάδες. Σ᾿ αὐτὸ προστίθενται τὰ ᾿Ιόνια νησιὰ ἀπὸ τὸ 1863, ἡ Θεσσαλία ἀπὸ τὸ 1881, καὶ ἡ Κρήτη μόλις ἀπὸ τὸ 1908.

Κατὰ τὴν περίοδο αὐτὴ τὸ μεγαλείτερο μέρος τοῦ ἑλληνισμοῦ συνεχίζει νὰ ζῇ καὶ νὰ δραστηριοποιῆται ἐκτὸς τῆς ἀπελευθερωμέ­νης ῾Ελλάδος στὶς ὑπόλοιπες ὑπόδουλες περιοχές (Κρήτη, Θεσσαλία, Ἤπειρος, Μακεδονία, Κωνσταντινούπολις, Μικρὰ ᾿Ασία μὲ κέντρο κυρί­ως τὴν Σμύρνη). ῾Ιστορικῶς, κοινωνικῶς, πολιτιστικῶς καὶ ἐκκλησιαστι­κῶς ὁ ἐκτὸς τῆς νεοσυστάτου ῾Ελλάδος ἑλληνισμὸς ζῇ σὲ ἕναν ἑνιαῖο χῶρο, ἑλληνικὸ καὶ ἑλληνόγλωσσο, ὅπου τὸ ἑλληνικὸ στοιχεῖο ἐπικρατεῖ ἀδιαφιλονικήτως.

Οἱ περίφημες ἐκδόσεις Βενετίας συνεχίζουν νὰ ὑπάρχουν σὲ ὅλον τὸν 19ο αἰῶνα, καὶ μεταξὺ ἄλλων περιλαμβάνουν καὶ πολλὰ λειτουρ­γικὰ βιβλία· σιγὰ σιγὰ ὅμως ἡ παρουσία τους φθίνει, καθὼς ἄλλα ἐκδο­τικὰ κέντρα ἀναπτύσσονται, κυρίως στὴν Κωνσταντινούπολι καὶ στὴν ᾿Αθήνα. Κάποιες ἐκδόσεις γίνονται καὶ σὲ ἄλλα παραδοσιακὰ κέντρα τοῦ τότε ἑλληνισμοῦ (π.χ. Θεσσαλονίκη, Σμύρνα, καὶ ἀλλοῦ), τὰ ὁποῖα ἐξυπηρετοῦν μεγάλα τμήματα ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ, ποὺ τὸν ἑπόμενο αἰῶνα θὰ ἐνταχθοῦν μὲ διάφορους τρόπους στὸ νεοελληνικὸ κράτος.

Μόλις ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 19ου αἰ. καὶ μετὰ ἀρχίζουν νὰ ἐμφανίζων­ται ὅλο καὶ συχνότερα λειτουργικὲς ἐκδόσεις ἀπὸ τὴν ᾿Αθήνα, ἡ ὁποία σταδιακὰ λαμβάνει κυρίαρχη θέσι. Γι᾿ αὐτὸ εἶναι ἀναγκαῖο κατὰ τὴν ἐξέτασι τοῦ λειτουργικοῦ βιβλίου τῆς ἐν ῾Ελλάδι ἐκκλησίας παράλληλα μὲ τὴν ἀναφορὰ στὶς ἐκδόσεις τῶν ἑλλαδικῶν περιοχῶν νὰ γίνεται ἀναφορά, ἔστω καὶ σύντομη, τοὐλάχιστον στὴν ἐκδοτικὴ δραστηριότητα τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

Γ΄ περίοδος, 1913-σήμερα. Μὲ τοὺς βαλκανικοὺς πολέμους τοῦ 1912-1913 ἀπελευθερώνεται ἡ ὑπόλοιπη ῾Ελλὰς μέχρι τὰ σημερινά της ὅρια. Μία δεκαετία μετά, μὲ τὴν μικρασιαστικὴ καταστροφὴ τοῦ 1922, ὁ μεγαλείτερος ὄγκος τῶν ἑκτὸς ῾Ελλάδος ἑλληνικῶν πληθυσμῶν ὑπο­χρεώνεται νὰ ἐγκατασταθῇ στὸ νέο κράτος. Πλέον ὁ ἑκτὸς ῾Ελλάδος ἑλ­ληνισμὸς στὶς περιοχὲς τῶν Βαλκανίων καὶ τῆς Μικρᾶς ᾿Ασίας ἀποτελεῖ πληθυσμιακὴ καὶ πολιτιστικὴ μειονότητα, ἡ ὁποία στὰ περισσότερα σημεῖα φθίνει σταδιακῶς μέχρι ἐξαφανίσεως (πλὴν Κωνσταντινουπό­λεως).

Ὁ ἑνιαῖος καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ὁμοιογενὴς ἑλλαδικὸς χῶρος γίνεται τὸ κέντρο τῆς ἐκδόσεως τῶν ἑλληνικῶν λειτουργικῶν ἐκδό­σεων. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα νὰ ἀναπτυχθοῦν καὶ ἀρ-κετοὶ ἐκδοτικοὶ οἶκοι ἐκκλησιαστικῶν καὶ εἰδικῶς λειτουργικῶν ἐκδόσε­ων, κάποιοι ἀπὸ τοὺς ὁποίους συνεχίζουν τὴν πορεία τους μέχρι σήμε­ρα.

῾Η σταδιακὴ αὔξησι τῶν ἐδαφῶν τοῦ νέου ἑλληνικοῦ κράτους μέσα σὲ ἕναν αἰῶνα εἶχε κάποιες συνέπειες καὶ στὴν ἐκκλησιαστικὴ διοίκησι, ποὺ εἶναι ὁρατὲς μέχρι σήμερα. Ἐντὸς τῆς ἑλλαδικῆς ἐπι­κρατείας συνυπάρχουν 3 ἐκκλησιαστικὲς ὀντότητες· α) ἡ αὐτοκέφαλος ᾿Εκκλησία τῆς ῾Ελλάδος, β) ἡ ᾿Εκκλησία τῆς Κρήτης, ἡ ὁποία ὑπάγεται μὲν στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, εἶναι ὅμως ἡμιαυτόνομη καὶ διαθέτει δική της (ἐπαρχιακὴ) σύνοδο, καὶ γ) τὰ Δωδεκάνησα καὶ τὸ ῞Αγιον Ὄ­ρος, τὰ ὁποῖα ἐξαρτῶνται ἀπευθείας ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολι. Ἐπί­σης οἱ μητροπόλεις τῆς ᾿Ηπείρου, τῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Θρᾴκης εἶναι μὲν κανονικὸ ἔδαφος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἔχουν παραχω­ρηθῆ ὅμως διοικητικῶς στὴν ᾿Εκκλησία τῆς ῾Ελλάδος καὶ ἀποτελοῦν μία διοικητικὴ ἐκκλησιαστικὴ ἑνότητα μὲ αὐτήν.

Μέσα σ᾿ αὐτὲς τὶς ἱστορικὲς συνθῆκες θὰ ἀναπτυχθῇ τὸ ἔντυπο λει­τουργικὸ βιβλίο. Τὴν ἀξία αὐτῶν τῶν πληροφοριῶν τονίζει ὁ προανα­φερθεὶς καθηγητὴς καὶ ἱερεὺς Στέφανος ᾿Αλεξόπουλος, ὅταν λέῃ σὲ μία πρόσφατη ἐργασία του ὅτι ὁποιαδήποτε συζήτησι σχετικὰ μὲ τὴν διόρ­θωσι ἢ ἀναμόρφωσι ἢ τροποποίησι τῶν ὑφιστάμενων λειτουργικῶν βι­βλίων θὰ πρέπει νὰ λαμβάνῃ σοβαρὰ ὑπόψι της καὶ τὴν ἱστορία τοῦ κάθε ἔντυπου λειτουργικοῦ βιβλίου, μία ἱστορία ὅμως ἡ ὁποία δὲν ἔχει γραφτῆ ἀκόμη, μὲ μόνες ἐξαιρέσεις –μέχρι στιγμῆς– τὴν διατριβὴ τοῦ ἱερέως ᾿Ιωάννου Μεσολωρᾶ γιὰ τὸ Πεντηκοστάριο καὶ τὴν διατριβὴ τοῦ Δημητρίου Στρατῆ γιὰ τὸν διορθωτὴ τῶν λειτουργικῶν ἐκδόσεων στὸ 1ο μισὸ τοῦ 19ου αἰῶνος Βαρθολομαῖο Κουτλουμουσιανό.

 

 

«᾿Εκκλησιολόγος», φ. 533, 7/10/2017