ΑΝΤΙ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ

Διευκρινίσεις γιὰ τὴν παροῦσα

δημοσίευσι βιβλικῶν ἀποσπασμάτων

 

 

5. Τὸ ἐκδεδομένο κείμενο τῆς Καινῆς Διαθήκης

 

Τὸ 1899 ὁ τότε οἰκουμενικὸς πατριάρχης Κωνσταντῖνος Ε΄ (Βαλλιάδης) διώρισε μία τριμελῆ πατριαρχικὴ ἐπιτροπεία, γιὰ νὰ ἐκδώσῃ τὸ αὐθεντικὸ καὶ γνήσιο κείμενο τῆς Καινῆς Διαθήκης, ποὺ διαφυλασσόταν στὰ ἀρχαῖα χειρόγραφα τῆς ἐκκλησίας, διότι μέχρι τότε οἱ ἔντυπες ἐκδόσεις τοῦ πρω­τοτύπου ἑλληνικοῦ κειμένου τῆς Καινῆς Διαθήκης γίνονταν ἀπὸ ἑτεροδό­ξους τοῦ ἐξωτερικοῦ, καὶ οἱ διάφοροι ἐκδότες τῶν ἑλληνοφώνων ἐκκλησιῶν ἁπλῶς ἀντέγραφαν ἀπὸ τοὺς ξένους, ὅπως περίπου γίνεται μέχρι σήμερα καὶ γιὰ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Μέλη τῆς ἐπιτροπείας ἐκείνης ἦταν ὁ μητρο­πολίτης Σάρδεων Μιχαήλ, ὁ μητροπολίτης Σταυρουπόλεως ᾿Απόστολος, καὶ ὁ καθηγητὴς τῆς θεολογικῆς σχολῆς Χάλκης Βασίλειος ᾿Αντωνιάδης. ῾Ο τελευταῖος εἶχε ἐπιπλέον τὸν ῥόλο τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς ἐπιτροπείας καὶ ἦταν στὴν πραγματικότητα ὁ ἄνθρωπος ποὺ εἶχε ἀναλάβει στοὺς ὤμους του ὅλο τὸ βάρος γιὰ τὴν πραγματοποίησι τοῦ σπουδαίου αὐτοῦ ἔργου.

Καὶ πράγματι τὸ ἔργο ὡλοκληρώθηκε ἐπιτυχῶς 5 χρόνια ἀργότερα, ὅταν ὁ ἐμπνευστής του πατριάρχης Κωνσταντῖνος εἶχε πρὸ καιροῦ ἐκθρονι­στῆ, ἀλλὰ παρὰ ταῦτα συνέχιζε καὶ ὡς ἔκπτωτος νὰ ἐνδιαφέρεται καὶ νὰ μεριμνᾷ γι᾿ αὐτό. Καὶ ἔτσι τὸ 1904 ὁ ἐκθρονισμένος πατριάρχης Κωνσταν­τῖνος χρηματοδότησε ἐξ ὁλοκλήρου ἀπὸ τὴν προσωπική του περιουσία τὴν πρώτη ἔκδοσι τοῦ αὐθεντικοῦ καὶ ἀνόθευτου κειμένου τῆς Καινῆς Διαθή­κης, τὸ δὲ 1912 ξαναχρηματοδότησε κατὰ μεγάλο μέρος τὴν δεύτερη ἔκδο­σί της, καὶ ἔμεινε χωρὶς περιουσία καὶ χωρὶς εἰσόδημα καὶ πέθανε φτωχὸς μόλις δύο χρόνια ἀργότερα, τὸ 1914.

῾Ο καθηγητὴς Β. ᾿Αντωνιάδης πραγματοποίησε τὴν ἔκδοσι συγκρίνοντας ἀπευθείας περισσότερα ἀπὸ 125 χειρόγραφα, καὶ ὄχι ἀντιγράφοντας ἄλλες ἔντυπες ἐκδόσεις –κριτικὲς ἢ μὴ– ὅπως π.χ. ἔκαμε ὁ Νέστλε. Σκοπὸς τῆς πατριαρχικῆς ἐκδόσεως ἦταν ἡ ἀποκατάστασι τοῦ ἀρχαιοτέρου καὶ αὐθεντικοῦ κειμένου τῆς Καινῆς Διαθήκης, τὸ ὁποῖο ὑπῆρχε στὰ χειρόγρα­φα τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως. Γι᾿ αὐτὸ ἡ ἔκδοσι τοῦ Β. ᾿Αντωνιάδη τοῦ 1904 εἶναι πραγματικὰ ἡ μόνη κριτικὴ καὶ ἡ μόνη σωστὴ ἔκδοσι τοῦ ἱεροῦ κειμένου.

᾿Επειδὴ ἡ ἔκδοσι τοῦ 1904 δὲν φέρει «κριτικὸ ὑπόμνημα», ὅπως ἄλλες ἐκδόσεις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἀλλὰ καὶ τῆς σημερινῆς, καὶ γιὰ νὰ μὴ νομίσῃ κανεὶς ὅτι αὐτὴ ἡ ἔκδοσι ὑπολείπεται ἐπιστημονικῶς ἔναντι τῶν ἄλλων, ὁ ἴδιος ὁ ᾿Αντωνιάδης στὴν εἰσαγωγὴ (ἢ ἀλλιῶς «εἰσήγησι τῆς ἐπιτροπείας») ποὺ προτάσσεται στὸ ἔργο τονίζει ὅτι φυσικὰ καὶ ἡ ἔκδοσι αὐτὴ ἔχει «τὴν ἑαυτῆς κριτικήν», καὶ ἀναφέρει μάλιστα συνοπτικῶς τὰ στοιχεῖα τῆς κριτικῆς ἐργασίας του, τὰ ὁποῖα εἶναι τὰ ἑξῆς.

1. Προσδιώρισε τὰ χειρόγραφα τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν κρίσι του –καὶ κατὰ τὴν διαχρονικὴ κρίσι παράδοσι καὶ μαρτυρία τῆς ἐκκλησίας– διασῴζουν τὸ ἀκριβέστερο καὶ αὐθεντικώτερο κείμενο, ὅπως τὸ ἔγραψαν οἱ ἴδιοι οἱ θεόπνευστοι συγγραφεῖς.

2. ᾿Αντιλήφθηκε ὅτι τὸ καλλίτερο κείμενο περιέχουν κυρίως τὰ λει­τουργικὰ χειρόγραφα, δηλαδὴ ἐκεῖνα ποὺ χρησιμοποιοῦσε ἡ ἐκκλησία γιὰ τὶς λατρευτικές της ἀνάγκες μὲ εὐαγγελικὲς καὶ ἀποστολικὲς περικοπές.

3. ᾿Αποδεσμεύτηκε ἔτσι ἀπὸ τὶς αὐθαίρετες καὶ σαθρὲς βάσεις τῶν Εὐρωπαίων ἐρευνητῶν καὶ ἐκδοτῶν καὶ μπόρεσε νὰ διακρίνῃ τὴν αὐθεν­τικὴ παράδοσι τῆς ἐκκλησίας γιὰ τὸ κείμενο τῆς Καινῆς Διαθήκης.

4. ᾿Απὸ τὴν μελέτη τῶν χειρογράφων διέκρινε ὅτι ὑπάρχουν δύο τύποι κειμένου, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ ἕνας συγγενεύει μὲν μὲ τὰ βυζαντιακὰ ἀντί­γραφα, ἀλλὰ κατ᾿ οὐσίαν ταυτίζεται μὲ τὸν ἀντιοχειανὸσυριακὸ τύπο, δηλαδὴ προέρχεται ἀπὸ τὴν Ἀντιοχειανὴ ἐκκλησία, καὶ διαδόθηκε στὴν ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἰωάννου Χρυσοστό­μου καὶ μετά· ὁ ἄλλος τύπος εἶναι ὁ προγενέστερος κωνσταντινουπο­λιτικὸς βυζαντιακός, ποὺ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἦταν σὲ χρῆσι στὴν ἴδια ἐκκλη­σία, καὶ περιέχει ἀξιοσημείωτες διαφορετικὲς ἀναγνώσεις.

5. ᾿Απὸ τοὺς δύο τύπους ἔκρινε ὅτι αὐθεντικώτερος εἶναι ὁ ἀντιοχεια­νὸς ἢ καὶ ἐκκλησιαστικὸς λεγόμενος, καὶ πάνω στὰ χειρόγραφα καὶ τὶς παραλλαγὲς αὐτοῦ τοῦ τύπου κατήρτισε τὸ κείμενο.

6. Μεταξὺ τῶν χειρογράφων τοῦ βασικοῦ τύπου διέκρινε τὶς ὑπάρχου­σες παραλλαγὲς κειμένου, καὶ ἀπὸ αὐτὲς ἐπέλεξε ποιὲς εἶναι ἡ ἀρχικὴ καὶ γνήσια γραφή.

7. Δὲν ἔλαβε ὑπόψι του τὴν στίξι τῶν χειρογράφων, ὅπως γίνεται πάντοτε σ᾿ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις, διότι ἡ ἔννοια τῆς στίξεως στοὺς ἀρχαί­ους ἦταν πολὺ διαφορετικὴ ἀπὸ τὴν δική μας, οὔτε ὑπῆρχαν τότε ὅλα τὰ σημεῖα στίξεως ποὺ ἔχουμε ἐμεῖς σήμερα.

8. ᾿Επίσης δὲν ἔλαβε ὑπόψι του τὴν ὀρθογραφία τῶν χειρογράφων, διότι πολλὰ χειρόγραφα τῆς ἀρχαιότητος εἶναι γενικῶς γεμᾶτα ὀρθογρα­φικὰ λάθη, ἀλλὰ καὶ διότι οἱ λέξεις τοῦ κειμένου ἀξιοποιοῦνται κατὰ κύ­ριο λόγο σύμφωνα μὲ τὴν ἀκουστική τους παράδοσι καὶ προφορά.

9. Μὲ πολλὴ ἐπιμέλεια σημείωσε γιὰ κάθε ἐδάφιο καὶ τὰ χωρία τῆς Παλαιᾶς καὶ Καινῆς Διαθήκης τὰ ὁποῖα εἶναι παράλληλα κατὰ τὸ νόημα, κατὰ λέξιν, ἢ ἀκόμη καὶ κατ’ ἀντίθεσι, διότι εἶναι χρησιμότατα στὴν μελέ­τη καὶ κατανόησι τοῦ ἱεροῦ κειμένου. Βασίστηκε στὰ παράλληλα χωρία προγενέστερων ἐκδόσεων, τὰ ὁποῖα ὅμως διεσκεύασε καὶ συμπλήρωσε σύμφωνα μὲ τὸ κείμενο ποὺ ἐκδίδει. Αὐτὰ τὰ παράλληλα χωρία ἀναρτῶνται καὶ ἐδῶ σὲ κάθε δημοσιευόμενο κεφάλαιο ἢ ἀπόσπασμα.

10. Φράσεις μέσα στὸ ἱερὸ κείμενο ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, δηλώνονται μὲ παχύτερα γράμματα (μαῦρα πλάγια) ἀντὶ γιὰ εἰσαγωγικά. Αὐτὸ τηρεῖται καὶ στὴν παροῦσα δημοσίευσι.

11. Φράσεις τοῦ ἱεροῦ κειμένου ποὺ προέρχονται ἀπὸ ἄλλες πηγὲς καὶ ὄχι ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη σημειώνονται μὲ ἀραιωμένα γράμματα. Καὶ αὐτὸ ἐπίσης τηρεῖται καὶ στὴν παροῦσα δημοσίευσι

12. Σεβάστηκε τὴν μαρτυρία καὶ τὸ κῦρος τῶν χειρογράφων καὶ δὲν προχώρησε σὲ αὐθαίρετες, ἀσεβεῖς καὶ ἀντιεπιστημονικὲς ἐπεμβάσεις στὸ ἱερὸ κείμενο, πρᾶγμα ποὺ θὰ συνιστοῦσε ἀνεπίτρεπτη ἀλλοίωσι. Δὲν ἔκαμε καμμία μετάθεσι λέξεων οὔτε ὑποκατάστασι οὔτε προσθήκη οὔτε ἀφαί­ρεσι, ἡ ὁποία νὰ μὴ στηρίζεται καὶ μαρτυρῆται ἐπαρκῶς στὰ χειρόγραφα ποὺ εἶχε μπροστά του.

13. ῾Υπῆρξαν κάποιες σπάνιες περιπτώσεις, ὅπου προέβη σὲ κάποια δι­όρθωσι ἢ προτίμησι κειμένου διαφορετικὴ ἀπὸ τὴν μαρτυρία τῶν χειρο­γράφων ποὺ εἶχε ὑπόψει του, ἀλλὰ καὶ σὲ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις δὲν βασί­στηκε σὲ κάποια προσωπική του ἄποψι ἢ σὲ αὐθαίρετη «κριτικὴ εἰκασία», ἀλλὰ σὲ ἐπαρκεῖς μαρτυρίες ἀπὸ ἄλλα χειρόγραφα. Ἔτσι ἐπὶ παραδείγ­ματι στὸ ἐδάφιο Μρ 12:29 ἀντὶ τῆς γραφῆς τῶν χειρογράφων «πάντων (τῶν) ἐντολῶν» ἔκρινε ὡς ὀρθότερη τὴν γραφὴ «πάντων ἐντολή», καὶ αὐ­τὸ ἐξέδωσε.

14. Κατὰ κανόνα οἱ παραλλαγὲς τοῦ βυζαντιακοῦ τύπου ὑποχώρησαν ἀπέναντι στὶς ἀναγνώσεις τοῦ ἀντιοχειανοῦ τύπου, ἀκόμη καὶ στὰ σημεῖα Μτ 12:25-27, 40· 13:13, 36· 17:22· Λκ 21:38. ᾿Αναφέρει ὅμως ὡς ἀξι­οσημείωτες ἐξαιρέσεις τὰ ἐδάφια Λκ 4:44, ὅπου προτιμήθηκε ἡ βυζαντιακὴ ἀνάγνωσι «Γαλιλαίας» ἀντὶ τοῦ «Ἰουδαίας» ποὺ εἶχε ὁ ἄλλος τύπος, καὶ Λουκ. 12:48, ὅπου προτιμήθηκε ἡ γραφὴ «παρέθεντο» ἀντὶ «παρέθετο».

15. Στὶς περιπτώσεις ποὺ ἦταν ἀμφίβολο ἂν ἔπρεπε νὰ προτιμήσῃ τὴν προσθήκη ἢ τὴν ἀφαίρεσι κάποιας λέξεως ἢ καὶ ὁλόκληρης φράσεως, ση­μειώθηκαν αὐτὲς μὲ μικρότερα γράμματα. Στὴν παροῦσα δημοσίευσι γιὰ τεχνικοὺς λόγους οἱ λέξεις καὶ οἱ φράσεις αὐτὲς μπαίνουν μέσα σὲ ἀγκύ­λες ([...]). Πάντως νεώτερες ἔρευνες γιὰ τὸ κείμενο τῆς Καινῆς Διαθήκης ἔχουν δείξει ὅτι στὴν συντριπτικὴ πλειονότητα αὐτῶν τῶν περιπτώσεων οἱ ἀμφιβαλλόμενες λέξεις ἢ φράσεις ἀνήκουν κανονικὰ στὸ ἀρχικὸ κείμενο, καὶ ἐλάχιστες μόνον πρέπει νὰ ἀφαιρεθοῦν.

16. Μικρότερα γράμματα χρησιμοποίησε ἐπίσης καὶ σὲ λίγα ἀκόμη χω­ρία, τὰ ὁποῖα, ἂν καὶ δὲν ἔχουν τὴν μαρτυρία τῶν ἐκκλησιαστικῶν κειμέ­νων, ὅμως διατηρήθηκαν κατ’ ἐξαίρεσι στὸ κείμενο, διότι μαρτυροῦνται ἐπαρκῶς ἀπὸ ἄλλα χειρόγραφα. Τέτοια περίπτωσι εἶναι γιὰ παράδειγμα τὸ ἐδάφιο Πρξ 8:37, τὸ ὁποῖο μαρτυρεῖται καὶ σὲ ἀθωνικὸ χειρόγραφο. Στὴν παροῦσα δημοσίευσι καὶ αὐτὰ τὰ χωρία ἐπίσης περικλείονται μέσα σὲ ἀγκύλες γιὰ τεχνικοὺς λόγους.

 

Πραγματικὰ μένει κανεὶς ἔκπληκτος ὄχι μόνον ἀπὸ τὸν ἀξιοζήλευτο ἄθλο ποὺ πραγματοποίησε ὁ σεμνὸς καθηγητὴς Β. Ἀντωνιάδης, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν πληροφορία ὅτι ἔκαμε ὅλο αὐτὸ τὸ ἔργο χωρὶς νὰ λάβῃ καμμία ἀπολύτως ἀμοιβή, ἐνῷ ὁ ἴδιος πέθανε φτωχὸς καὶ ὡς πρόσφυγας στὴν Ἀθήνα τὸ 1932.

῾Η ἔκδοσι τοῦ 1904 καταρτίστηκε ἀπὸ τὸν Β. ᾿Αντωνιάδη μὲ βάσι τὰ ἀξιοπιστότερα χειρόγραφα τῆς Καινῆς Διαθήκης, εἶναι ἡ μοναδικὴ κριτι­κὴ ἔκδοσι τοῦ αὐθεντικοῦ ἱεροῦ κειμένου, καὶ παρέχει κείμενο ἔγκυρο, συμπαγές, ἀξιόπιστο, καὶ ἐκκλησιαστικό. ᾿Ενῷ οἱ δῆθεν κριτικὲς ἐκδόσεις τῶν ἑτεροδόξων δὲν εἶναι κἂν κριτικές, ἀλλὰ συμπιλήματα ἀπὸ ἄλλες ἐκδόσεις καὶ ἀπὸ διάφορα χειρόγραφα κακῆς ποιότητος, καὶ παρέχουν κείμενο ἀλλοιωμένο ἀπὸ αὐθαίρετες καὶ ἐπιστημονικὰ ἀστήρικτες συγκολ­λήσεις, συρραφές, ἀφαιρέσεις, προσθῆκες, μεταθέσεις, παραναγνώσεις, πα­ραλείψεις καὶ ἄλλες νοθεύσεις. Γι᾿ αὐτὸ τὸν λόγο, ὅπως ἔδειξα ἀναλυτικὰ καὶ σὲ εἰδικὴ μελέτη μου ποὺ δημοσιεύθηκε ἐντύπως τὸ 2008, ἀπὸ τὸ 1904 ποὺ τυπώθηκε ἡ πατριαρχικὴ ἔκδοσι τῆς Καινῆς Διαθήκης οἱ ξένοι ἐκδότες τὴν λαμβάνουν ὑπόψι τους, χωρὶς νὰ τὸ ἀναφέρουν, καὶ διορθώνουν σὲ κάθε νέα τους ἔκδοσι διάφορα σημαντικὰ λάθη τῶν δικῶν τους ἐκδόσεων, ὅπως γίνεται καὶ μὲ τὴν διαδεδομένη παγκοσμίως ἔκδοσι τῶν Nestle-Aland, ποὺ σὲ κάθε ἐπανέκδοσι προσεγγίζει ὅλο καὶ περισσότερο τὴν ἔκδοσι τοῦ ᾿Αντωνιάδη. Ἂν καὶ μετὰ τὴν δημοσίευσι τόσο τῆς ἐργασίας μου ὅσο καὶ παρόμοιων ἄρθρων ἀπὸ ἄλλους ἐρευνητὲς δὲν ἀποκλείεται, ἀπὸ ἐγωισμὸ καὶ μόνο, σὲ κάποια ἑπόμενη ἔκδοσι νὰ ἐπιστρέψουν στὰ προηγούμενα λάθη τους, σύμφωνα καὶ μὲ τὸ γραφικὸ ῥητό (2Πετ 2:22).

῾Επομένως καὶ ἐδῶ ἡ δημοσίευσι ἀποσπασμάτων ἐκ τῆς Καινῆς Διαθήκης γίνεται μὲ βάσι τὴν ἔκδοσι τοῦ Β. ᾿Αντωνιάδη ἢ ἔκδοσι τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τῶν ἐτῶν 1904 καὶ 1912. ᾿Εὰν σὲ κάποιες περιπτώσεις γνωρίζω ὅτι ἔχουν γίνει νεώτερες κριτικὲς παρατηρήσεις ἢ ἐργασίες σὲ βιβλία τῆς Καινῆς Διαθήκης ἢ ἀποσπάσματα αὐτῶν, οἱ ὁποῖες ὅμως νὰ εἶναι πραγματικὰ ἐπιστημονικὲς ἐργασίες καὶ ἀπὸ ὀρθοδόξους ἐρευνητές, καὶ οἱ ὁποῖες συνήθως ἁπλῶς διευκρινίζουν τί πρέπει νὰ γίνῃ μὲ τὶς ἀμφίβολες περιπτώσεις ποὺ εἶχε ἀφήσει ὁ ᾿Αντωνιάδης ἢ διορθώ­νουν κάποιο μικρὸ δευτερεῦον ὀρθογραφικὸ ἢ τυπογραφικὸ λάθος, τὶς λαμβάνω ὑπόψιν μου καὶ αὐτὲς καὶ τὶς ἀναφέρω στὴν εἰσαγωγὴ κάθε βι­βλίου. Σὲ κάθε περίπτωσι μὲ αὐτὲς τὶς ἐργασίες καὶ βελτιώσεις ἡ ἀξιοπι­στία καὶ τὸ κῦρος τῆς πατριαρχικῆς ἐκδόσεως ὡς αὐθεντικοῦ κειμένου τῆς Καινῆς Διαθήκης ὄχι μόνον δὲν μειώνεται ἀλλὰ ἐνισχύεται περισσότερο, τὸ δὲ κείμενό της γίνεται ἀκόμη πιὸ βέβαιο καὶ ἀρραγές.

 

Διονύσιος ᾿Ανατολικιώτης

ἰούλιος σωτηρίου ἔτους 2017