ΑΝΤΙ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ

Διευκρινίσεις γιὰ τὴν παροῦσα

δημοσίευσι βιβλικῶν ἀποσπασμάτων

 

 

1. Χαρακτηριστικὰ τῆς παρούσης δημοσιεύσεως

 

1. ῾Η δημοσίευσι ἀποσπασμάτων ἐκ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης γίνεται κατὰ τὸ κείμενο τῶν «῾Εβδομήκοντα» (ἐφεξῆς «Ο΄») μὲ βάσι κυρίως τὴν ἔκδοσι τοῦ Π. Μπρατσιώτη ἢ ἔκδοσι τῆς ἀδελφότητος «Ζωὴ» τοῦ ἔτους 1939, ποὺ ἐν πολλοῖς στηρίζεται στὴν ἔκδοσι τοῦ Ἄλφρεντ ῾Ρὰλφς Septuaginta, Στουτγάρδη 1935 (καὶ editio altera, Rahlfs - Hanhart, Στουτγάρδη 2006), τὴν ὁποία ἐπίσης εἶχα ὑπόψει μου. Περισσότερα γιὰ τὴν ἔκδοσι τοῦ 1939 καὶ τὴν ἱστορία τοῦ κειμένου της βλέπε παρακάτω στὴν ἑνότητα «Τὸ ἐκδεδομένο κείμενο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης».

2. ῾Η δημοσίευσι ἀποσπασμάτων ἐκ τῆς Καινῆς Διαθήκης γίνεται κατὰ τὸ κείμενο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου μὲ βάσι τὴν ἔκδοσι τοῦ Β. ᾿Αντωνιάδη, ἡ ὁποία ἐκδόθηκε στὴν Κωνσταντινούπολι ἀπὸ τὸ πατριαρ­χικὸ τυπογραφεῖο τὸ ἔτος 1904 καὶ ἐπανεκδόθηκε μὲ λίγες –τυπογραφι­κὲς κυρίως– διορθώσεις τὸ 1912. Περισσότερα γιὰ τὴν συγκεκριμένη ἔκδο­σι καὶ τὴν ἱστορία τοῦ κειμένου της βλέπε παρακάτω στὴν ἑνότητα «Τὸ ἐκδεδομένο κείμενο τῆς Καινῆς Διαθήκης».

3. Τὰ βιβλικὰ κείμενα παρατίθενται σὲ κεφάλαια κατὰ τὴν καθιερω­μένη νεώτερη διαίρεσί τους καὶ σύμφωνα μὲ τὴν ἔκδοσι τοῦ 1939 γιὰ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη καὶ τὴν ἔκδοσι τοῦ 1904 γιὰ τὴν Καινή. ῾Η ἀρχαία ἐκ­κλησία ὅμως εἶχε μία διαφορετικὴ διαίρεσι τῶν βιβλίων, σὲ πολλὲς περι­πτώσεις πιὸ φυσικὴ καὶ πιὸ ὀργανικὴ ἀπὸ τὴν σημερινή, τὴν ὁποία μνημο­νεύουν καὶ ἀκολουθοῦν οἱ παλαιότεροι πατέρες καὶ ἐκκλησιαστικοὶ συγ­γραφεῖς μέχρι τὸν 11ο περίπου αἰῶνα. Συνήθως τὰ βιβλία διαιροῦνταν σὲ περισσότερα κεφάλαια ἀπὸ ὅ,τι σήμερα· ἡ Γένεσις ἐπὶ παραδείγματι σήμε­ρα ἐκδίδεται χωρισμένη σὲ 50 κεφάλαια, ἐνῷ σύμφωνα μὲ μία ἄλλη διαί­ρεσι τὰ κεφάλαια ἦταν σχεδὸν διπλάσια. ᾿Επίσης ἡ διαίρεσι σὲ «κεφά­λαια» τῶν ἀρχαίων χριστιανῶν ἀντιστοιχεῖ συχνὰ μὲ τὶς δικές μας παρα­γράφους, ἐνῷ τὰ καθ᾿ ἡμᾶς κεφάλαια συχνὰ τὰ ἔλεγαν «λόγους», καὶ μπορεῖ νὰ ἦσαν μικροτέρας ἐκτάσεως ἀπὸ τὰ σημερινά, ὅπως προελέχθη. Σὲ κάποια βιβλία λοιπὸν δηλώνονται ἐδῶ καὶ οἱ παλαιότερες διαιρέσεις τους σὲ παραγράφους (§), «κεφάλαια», «λόγους» ἢ ἄλλες θεματικὲς ὑποενότητες μὲ ἰδιαίτερη ἀρίθμησι σὲ πράσινο χρῶμα καὶ ἐντὸς ἀγκυλῶν.

 4. Συχνὰ διάφοροι στίχοι τοῦ κειμένου διαιροῦνται ἐδῶ σὲ 2 ἢ 3 ἡμι­στίχια (κατὰ μίμησιν ἐν πολλοῖς τῆς ἀρχαίας στιχαριθμήσεως). Γιὰ νὰ μὴν ἀλλάξῃ ἡ καθιερωμένη ἀρίθμησι τῶν στίχων, τὰ ἡμιστίχια αὐτὰ διατηροῦν τὴν ἀρίθμησι τοῦ ἑνιαίου στίχου ποὺ εἶχαν καὶ πρίν, ἀλλὰ μὲ τὴν προσθήκη τῶν γραμμάτων β ἢ γ, π.χ. στίχος 8, μετὰ 8β, καὶ μετὰ 8γ.

5. ᾿Εντὸς ἀγκυλῶν περικλείονται λέξεις ἢ φράσεις γιὰ τὶς ὁποῖες ὑ­πάρχει ἰσόρροπη ἀμφιβολία ἂν πρέπει νὰ διατηρηθοῦν στὸ κείμενο ἢ νὰ ἀφαιρεθοῦν. Οἱ ἀγκύλες δηλαδὴ δὲν σημαίνουν ὅτι τὸ ἐντὸς αὐτῶν κεί­μενο προκρίνεται ὡς ἀφαιρετέο, ἀλλὰ δηλώνουν μόνον ὅτι δὲν γνωρίζουμε πρὸς τὸ παρὸν ἂν πράγματι τὸ περικλειόμενο κείμενο ἀνήκει ἢ ὄχι στὸ ἱερὸ βιβλίο. — Γιὰ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη τέτοιες περιπτώσεις εἶναι σχετικῶς ἐλάχιστες καὶ στὴν ἔκδοσι τοῦ Π. Μπρατσιώτη δηλώνονται σὲ ὑποσημείω­σι. — Γιὰ τὴν Καινὴ Διαθήκη στὴν ἔκδοσι τοῦ Β. ᾿Αντωνιάδου οἱ περιπτώ­σεις αὐτὲς (ἀμφιβαλλομένων λέξεων ἢ φράσεων) εἶναι περισσότερες καὶ σημειώνονται μὲ μικρότερα γράμματα· ἐδῶ ὅμως προτιμήθηκε γιὰ τεχνικοὺς λόγους νὰ τεθοῦν μέσα σὲ ἀγκύλη. Πάν­τως νεώτερες ἔρευνες γιὰ τὸ κείμενο τῆς Καινῆς Διαθήκης παρέχουν σοβα­ρὲς ἐνδείξεις ὅτι οἱ περισσότερες ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἀμφιβαλλόμενες λέξεις ἢ φράσεις ἀνήκουν πράγματι στὸ ἱερὸ κείμενο καὶ ἐλάχιστες μόνον πρέπει νὰ ἀπαλειφθοῦν.

6. Μὲ πλάγια στοιχεῖα δηλώνονται ἐπιγραφές, τίτλοι ἢ ὑπότιτλοι, ποὺ ἐμφανίζονται ἐνσωματωμένοι στὸ βιβλικὸ κείμενο· εἰδικὰ δὲ γιὰ τὴν Καινὴ Διαθήκη αὐτὰ τὰ κείμενα ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀνήκουν στὸν συντάκτη τοῦ ἱεροῦ κειμένου, ἐνῷ εἶναι πιθανὸν τὸ ἴδιο νὰ ἰσχύῃ καὶ γιὰ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη τοὐλάχιστον σὲ ὡρισμένες περιπτώσεις. ᾿Επίσης κάποιες φορὲς μὲ πλάγια στοιχεῖα σημειώνονται καὶ φράσεις γιὰ τὶς ὁποῖες κρίνεται σκόπιμο νὰ διακριθοῦν μὲν ἐλαφρῶς, ἀλλὰ μὲ ἀποφυγὴ τῶν εἰσαγωγικῶν ἢ τῶν κεφαλαίων ἢ τῶν ἐντόνων (μαύρων) γραμμάτων, εἰδικὰ ὅταν πρόκειται γιὰ παραθέσεις ποὺ βρίσκονται μέσα σὲ ἐκτενέστερα κείμενα ποὺ εἶναι ἤδη ἐντὸς εἰσαγωγικῶν.

7. Στὸ ἱερὸ κείμενο χρησιμοποιοῦνται εἰσαγωγικὰ γιὰ φράσεις ὁμιλούντων προσώπων, γιὰ διαλόγους, γιὰ ὀνοματοδοσίες, γιὰ κατὰ λέξιν ἐκτενεῖς παραθέσεις φράσεων ἢ ἐπιστολῶν καὶ ἄλλων κειμένων, κλπ.· ἀλλὰ συνήθως δὲν χρησιμοποιοῦνται εἰσαγωγικὰ σὲ ἐσωτερικοὺς μονολόγους (π.χ. στοὺς Ψαλμοὺς ἢ στὸν ᾿Εκκλησιαστή). Εἶναι γνωστὸ ὅτι στὶς καθιε­ρωμένες ἐκδόσεις τοῦ ἀρχαίου κειμένου τῆς Βίβλου τὰ εἰσαγωγικὰ ἀπο­φεύγονται· π.χ. στὴν Παλαιὰ Διαθήκη κατὰ τὴν ἔκδοσι τοῦ Π. Μπρατσιώτη χρησιμοποιοῦνται σπανιώτατα, ἐνῷ στὴν Καινὴ Διαθήκη κατὰ τὴν ἔκδοσι τοῦ Β. ᾿Αντωνιάδη δὲν χρησιμοποιοῦνται καθόλου. ῞Ομως ἡ χρῆσι τῶν εἰσαγωγικῶν κρίνεται ἀπαραίτητη πλέον, ὅπως ἀκριβῶς χρησιμοποιοῦνται ἀνενδοιάστως καὶ τὰ ἄλλα καθιερωμένα σημεῖα στίξεως (παρενθέσεις, ἡμι­παρενθέσεις, ἐρωτηματικά, θαυμαστικά, κλπ.), τὰ ὁποῖα δὲν ὑπῆρχαν καὶ δὲν χρησιμοποίησαν οἱ ἱεροὶ συγγραφεῖς τὴν ἐποχὴ ποὺ κατάρτιζαν τὰ κεί­μενα τῶν ῾Αγίων Γραφῶν. Καὶ ὅπως δὲν ἐκδίδουμε τὴν Βίβλο μὲ κεφα­λαῖα γράμματα, ἂν καὶ ἔτσι γράφτηκαν ἐξ ἀρχῆς τὰ ἱερὰ κείμενα, ἀλλὰ μὲ πεζά (μικρά), τὰ ὁποῖα ἐμφανίστηκαν καὶ ἐπικράτησαν σχεδὸν 1000 χρό­νια μετὰ τὴν Καινὴ Διαθήκη, διότι ἀλλιῶς σήμερα δὲν θὰ μπορούσαμε κἂν νὰ διαβάσουμε τὴν Βίβλο, ἔτσι ἀκριβῶς εἶναι ἀναγκαῖο νὰ χρησιμοποιοῦμε καὶ τὰ εἰσαγωγικά, γιὰ νὰ διευκολύνεται ὁ σημερινὸς ἀναγνώστης.

8. Τυχὸν φράσεις στὸ κείμενο τῆς Καινῆς Διαθήκης ποὺ εἶναι κατὰ λέ­ξιν παραθέματα ἀπὸ βιβλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἀντὶ γιὰ εἰσαγωγικὰ δηλώνονται μὲ παχύτερα καὶ πλάγια στοιχεῖα (πλάγια μαῦρα), ὅπως ἀκριβῶς γίνεται καὶ στὴν ἔκδοσι τοῦ Β. ᾿Αντωνιάδη. Τὸ ἴδιο ἀντιστοίχως θὰ ἐφαρμόζεται καὶ στὰ βιβλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἐὰν καὶ ἐφόσον ἐν­τοπιστοῦν καὶ ἀναγνωριστοῦν σὲ αὐτὰ τέτοιες παραθέσεις ἀπὸ ἄλλα βι­βλία τῆς Παλαιᾶς, καθόσον ἡ ἔκδοσι τοῦ Π. Μπρατσιώτη δὲν ἔχει τέτοιες ἐπισημάνσεις.

9. ῞Οπως καὶ στὴν ἔκδοσι τοῦ Β. ᾿Αντωνιάδη, μὲ ἀραιωμένη γραφὴ στὴν Καινὴ Διαθήκη δηλώνονται καὶ ἐδῶ· α) φράσεις ποὺ τυχὸν εἶναι κατὰ νόημα παραθέσεις ἀπὸ βιβλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ ὄχι κατὰ λέξιν· β) φράσεις ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ἀλλὰ δὲν ἐντοπίζονται στὸ σημερινὸ κείμενό της οὔτε κατὰ λέξιν οὔτε κατὰ νόημα· γ) σύντομες φράσεις ποὺ προέρχονται ἐκτὸς Βίβλου, ἀπὸ παροιμιώδεις φράσεις ἢ ὀνο­μασίες τῆς ἐποχῆς ἐκείνης κ.λπ.· καθὼς καὶ δ) διάφορες λέξεις ἢ φράσεις γιὰ τὶς ὁποῖες κρίνεται σκόπιμο νὰ διακριθοῦν μὲν ἐλαφρῶς, ἀλλὰ μὲ ἀποφυγὴ τῶν εἰσαγωγικῶν ἢ διαφορετικῶν στοιχείων. Τὰ ἀντίστοιχα θὰ ἐφαρμόζωνται καὶ στὰ βιβλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἐὰν καὶ ἐφόσον, ἐννοεῖται, ἐντοπιστοῦν καὶ ἀναγνωριστοῦν τέτοιες περιπτώσεις, καθόσον ἡ ἔκδοσι τοῦ Π. Μπρατσιώτη πάλι δὲν ἔχει τέτοιες ἐπισημάνσεις.

10. Τὰ ποιητικὰ κείμενα, καὶ εἰδικὰ ὅσα ἀνήκουν στὴν Παλαιὰ Διαθή­κη, δημοσιεύονται σὲ στίχους, παρὰ τὸ ὅτι βεβαίως τὸ μέτρο, ἡ ὁμοιοκατα­ληξία καὶ ἄλλα ποιητικὰ στοιχεῖα τοῦ πρωτοτύπου δὲν διατηροῦνται σὲ καμμία μετάφρασι. Συχνὰ μάλιστα ὁ ἕνας στίχος τῆς ἑβραϊκῆς γλώσσης ἐμφανίζεται μὲ 2 ἢ καὶ 3 ἡμιστίχια στὸ κείμενο τῶν Ο΄.

11. Στὸ τέλος κάθε κεφαλαίου ἀκολουθοῦν οἱ παραπομπὲς παραλλή­λων χωρίων, γιὰ τὶς ὁποῖες γίνεται ἐκτενέστερος λόγος παρακάτω. Στὶς παραπομπὲς αὐτὲς χρησιμοποιοῦνται καὶ εἰδικὲς βραχυγραφίες γιὰ τὰ βιβλία τῆς ῾Αγίας Γραφῆς, οἱ ὁποῖες ἐπίσης ἐπεξηγοῦνται σὲ ἑπόμενη ἑνό­τητα.

12. Μετὰ τὶς παραπομπὲς ἀκολουθοῦν ἐνδεχομένως διάφορες σημειώσεις πληροφοριακοῦ χαρακτῆρος καὶ ποικίλου περιεχομένου, στὶς ὁποῖες ἐνίοτε ἐντάσσονται καὶ παρατηρήσεις σχετικὰ μὲ τὸ ἱερὸ κείμενο ἢ τὴν στιχαρίθμησί του, εἴτε παρατίθεται ἡ ἐσφαλμένη γραφὴ τῶν ἐκδόσεων ἡ ὁποία ἐδῶ διορθοῦται ἢ ἀντικαθιστᾶται, ἐνῷ ἄλλοτε σημειώνονται τμήματα τοῦ κειμένου ποὺ μὲ βάσι νεώτερες ἔρευνες ὀβελίζονται. Οἱ σημειώσεις περιορίζονται κατὰ τὸ δυνατὸν στὶς ἄκρως ἀπαραίτητες. Γιὰ νὰ μὴ γίνεται σύγχυσι μὲ τὴν στιχαρίθμησι τῶν χωρίων, οἱ ἀριθμοὶ τῶν σημειώσεων εἶναι ἐκθέτες μὲ κυανὸ (μπλὲ) χρῶμα καὶ βρίσκονται μέσα σὲ παρένθεσι.

13. Γιὰ τὸν κανόνα, τὴν χρονολόγησι, τὴν σύνταξι καὶ τὴν ὀνομασία τῶν βιβλίων τῆς ῾Αγίας Γραφῆς, γιὰ τὴν παράδοσι τοῦ κειμένου καὶ γιὰ ἄλλα παρόμοια θέματα ποὺ εἶναι ἄμεσα ἢ ἔμμεσα χρήσιμα ἐδῶ (στὶς εἰσαγωγὲς κάθε βιβλίου, στὴν δημοσίευσι τῶν κειμένων, κλπ.), ἔχω ὑπόψει μου διάφορα ἐγχειρίδια καὶ δημοσιεύματα, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὰ ἑξῆς·

– Παναγιώτου ᾿Ι. Μπρατσιώτου, «Εἰσαγωγὴ εἰς τὴν Παλαιὰν Διαθήκην», ἐν ᾿Αθήναις 1936 (ἐπανέκδοσις ὑπὸ Ν. Π. Μπρατσιώτου, ἐν ᾿Αθήναις 1992).

– F. F. Bruce, «The New Testament Documents: Are they Reliable?», Λονδίνον 1943· 5η ἔκδοσις, ᾿Απρίλιος 1959· 6η ἔκδοσις, Δεκέμβριος 1981. ῾Ελληνικὴ ἔκδοσις· «Τὰ κείμενα τῆς Καινῆς Διαθήκης Εἶναι ἀξιόπιστα ἄραγε;» (᾿Αθήνα 1987).

Νικολάου Π. Μπρατσιώτου, «᾿Ανθρωπολογία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης», ᾿Αθῆναι 1967 (ἀνατύπωσις, ᾿Αθῆναι 1989).

– Στεργίου Ν. Σάκκου, «Μαθήματα εἰσαγωγῆς εἰς τὴν Καινὴν Διαθήκην», Θεσσαλονίκη 1972.

– Στεργίου Ν. Σάκκου, «῾Η ΛΘ΄ ἑορταστικὴ ἐπιστολὴ τοῦ Μ. ᾿Αθανασίου», Θεσσαλονίκη 1973.

– ᾿Ιωάννου Θ. Κολιτσάρα, «᾿Εγκυκλοπαιδικὸν λεξικὸν τῆς ῾Αγίας Γραφῆς», ᾿Αθῆναι 1975.

– Γεωργίου ᾿Αντ. Γαλίτη, «῾Ερμηνευτικὰ τῆς Καινῆς Διαθήκης», ἔκδοσις 5η, Θεσσαλονίκη 1983.

– ᾿Ηλία Β. Οἰκονόμου, «Περίγραμμα φυσικῆς γεωγραφίας τῆς βιβλικῆς Παλαιστίνης», ᾿Αθῆναι 1983.

– ᾿Ιωάννη Δ. Καραβιδόπουλου, «Εἰσαγωγὴ στὴν Καινὴ Διαθήκη», Θεσσαλονίκη 1983 (ἀνατύπωσι, Θεσσαλονίκη 1991).

– Γ. Γαλίτη, «῾Ιστορία ἐποχῆς τῆς Καινῆς Διαθήκης», 7η ἔκδοσις, Θεσσαλονίκη 1993.

– Κωνσταντίνου Σιαμάκη, «Σύντομο λεξικὸ τῆς Καινῆς Διαθήκης», [κυρίως ἡ εἰσαγωγὴ αὐτοῦ]. 1η ἔκδοσι, Φλώρινα 1988· 2α ἔκδοσι, Θεσσαλονίκη 1989· 5η ἔκδοσι, διωρθωμένη καὶ συμπληρωμένη, καὶ μὲ νέο ἔγχρωμο καὶ καλλιτεχνικὸ ἐξώφυλλο, μερίμνῃ τοῦ ὑποφαινομένου, ᾿Αθήνα 1997· 6η ἔκδοσι, ᾿Αθήνα 2000 (ὅπως σημειώνεται καὶ στὴν σελίδα 2 αὐτῆς τῆς ἐκδόσεως, ὁ χορηγός της ἦταν στὴν Θεσσαλονίκη, ἀλλὰ ἡ ἔκδοσι πραγματοποιήθηκε στὴν ᾿Αθήνα, διότι ἡ ἐκτύπωσι, ἡ βιβλιοδεσία, οἱ διορθώσεις στὰ φίλμ, ἡ συσκευασία καὶ ἡ διακίνησί της ἔγιναν ἐξ ὁλοκλήρου στὴν ᾿Αθήνα μὲ τὴν ἐπιμέλεια τοῦ ὑποφαινομένου)· 7η ἔκδοσι, βελτιωμένη καὶ ἐπαυξημένη, Θεσσαλονίκη 2012.

– Παναγιώτη ᾿Ανδριόπουλου, «Μαθήματα Βιβλικῆς ῾Ιστορίας», ᾿Αθήνα 1989.

– Νικολάου Π. ᾿Ολυμπίου, «Προϊσραηλιτικοὶ ἱεροὶ χῶροι καὶ ναοὶ εἰς τὴν Παλαιστίνην», ᾿Αθῆναι 1992.

– ᾿Ιωάννου Παναγόπουλου, «Εἰσαγωγὴ στὴν Καινὴ Διαθήκη», ᾿Αθήνα 1993.

– Κωνσταντίνου Σ. Βλάχου, «Σημειώσεις Βιβλικῆς ῾Ιστορίας», ᾿Αθῆναι 1994.

– Κωνσταντίνου Σιαμάκη, «῾Η παράδοσι τοῦ κειμένου τῆς ῾Αγίας Γραφῆς», Θεσσαλονίκη 1995.

– Νικολάου Π. Βασιλειάδη, «῾Η Παλαιὰ Διαθήκη στὴν ᾿Ορθόδοξον ᾿Εκκλησίαν», ᾿Αθῆναι 2002.

– Κωνσταντίνου Σιαμάκη, «᾿Ορυκτὰ τῆς Βίβλου», Θεσσαλονίκη 2002.

– Συλλογικὸς τόμος, «᾿Επικίνδυνες μεταφράσεις τῆς Βίβλου» (ἀπὸ ἀλ­λοιωμένα κείμενα), Θεσσαλονίκη 2008.

᾿Επίσης ἐπωφελοῦμαι, ὅπως εἶναι φυσικό, καὶ ἀπὸ τὶς προφορικὲς ἀνακοινώσεις, διδασκαλίες ἢ ἀκόμη καὶ ὑποδείξεις διαφόρων καθηγητῶν μου ἐντὸς κι ἐκτὸς πανεπιστημίου καθὼς καὶ πνευματικῶν μου ὁδηγῶν, τῶν ὁποίων τὶς γνῶμες καὶ ἐπισημάνσεις ἐπιμελῶς σημειώνω, ἐφαρμόζω, ἀκολουθῶ, ἀνανεώνω καὶ ἐμπλουτίζω κατὰ τὴν μελέτη τῆς Βίβλου, τοὐλά­χιστον κατὰ τὴν τελευταία τριακονταετία.

14. Σὲ ὅσες περιπτώσεις ἔχω ἀνὰ χεῖρας ἢ εἶναι ἄλλως διαθέσιμες σὲ μένα νεώτερες πραγματικὰ ἐπιστημονικὲς κριτικὲς ἐκδόσεις ἢ ἐργασίες ἀπὸ ὀρθοδόξους ἐρευνητὲς γιὰ μεμονωμένα βιβλία τῆς Παλαιᾶς ἢ τῆς Και­νῆς Διαθήκης ἢ γιὰ ἀποσπάσματα αὐτῶν, λαμβάνονται καὶ αὐτὲς ὑπόψιν στὴν παροῦσα δημοσίευσι καὶ ἀναφέρονται στὴν εἰσαγωγὴ κάθε βιβλίου. Παραλείπεται ὅμως ἡ ἀναφορὰ πολυάριθμων μεμονωμένων παρατηρήσεων διαφόρων ἐρευνητῶν καὶ μελετητῶν, ποὺ βρέθηκαν ἐγκατεσπαρμένες σὲ διάφορα μικρὰ ἢ ἐκτενέστερα ἄρθρα ἢ σὲ ποικίλες δημοσιεύσεις ἢ ἀκόμη καὶ σὲ ὑποσημειώσεις ἄλλων ἔργων, οἱ ὁποῖες καὶ ἀξιοποιήθηκαν κατὰ τὸ μέτρον τοῦ δυνατοῦ ἐπιβοηθητικῶς καὶ συμβουλευτικῶς.

 

Διονύσιος ᾿Ανατολικιώτης

ἰούλιος σωτηρίου ἔτους 2017