ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

 

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΘΕΟΤΟΚΟ

 

4. Ἡ φλεγόμενη βάτος στὸ Σινά

 

Σύμφωνα μὲ τὴν διήγησι τῆς Βίβλου, κάποια μέρα ποὺ ὁ Μωϋσῆς ἔβοσκε τὰ πρόβατα τοῦ πεθεροῦ του Ἰοθὸρ στὸ ὄρος Χωρήβ, ποὺ εἶναι ἄλλη ὀνομασία τοῦ Σινά, τοῦ παρουσιάστηκε ἕνας ἄγγελος Κυρίου μέσα σὲ ἕνα παράξενο θέαμα· εἶδε μία περιοχὴ μὲ βάτους τυλιγμένες στὶς φλόγες, οἱ ὁποῖες ὅμως δὲν καίγονταν ἀπὸ τὴν φωτιά.

Καὶ Μωυσῆς ἦν ποιμαίνων τὰ πρόβατα Ἰοθὸρ τοῦ γαμβροῦ αὐτοῦ τοῦ ἱερέως Μαδιὰμ καὶ ἤγαγε τὰ πρόβατα ὑπὸ τὴν ἔρημον καὶ ἦλθεν εἰς τὸ ὄρος Χωρήβ. ὤφθη δὲ αὐτῷ ἄγγελος Κυρίου ἐν πυρὶ φλογὸς ἐκ τοῦ βάτου, καὶ ὁρᾷ ὅτι ὁ βάτος καίεται πυρί, ὁ δὲ βάτος οὐ κατεκαίετο. εἶπε δὲ Μωυσῆς· παρελθὼν ὄψομαι τὸ ὅραμα τὸ μέγα τοῦτο, ὅτι οὐ κατακαίεται ὁ βάτος. ὡς δὲ εἶδε Κύριος ὅτι προσάγει ἰδεῖν, ἐκάλεσεν αὐτὸν ὁ Κύριος ἐκ τοῦ βάτου λέγων· Μωυσῆ Μωυσῆ. ὁ δὲ εἶπε· τί ἐστι; ὁ δὲ εἶπε· μὴ ἐγγίσῃς ὧδε. λῦσαι τὸ ὑπόδημα ἐκ τῶν ποδῶν σου· ὁ γὰρ τόπος, ἐν ᾧ σὺ ἕστηκας, γῆ ἁγία ἐστίν. (Ἔξοδος 3:1-4.)

«῾Ο Μωϋσῆς ἔβοσκε τὰ πρόβατα τοῦ πεθεροῦ του Ἰοθόρ, ποὺ ἦταν ἱερεὺς τῆς Μαδιάμ· καὶ ὡδήγησε τὰ πρόβατα πέρα ἀπὸ τὴν ἔρημο καὶ ἔφτασε στὸ ὄρος Χωρήβ. Ἐκεῖ τοῦ φανερώθηκε ἄγγελος Κυρίου σὲ μορφὴ μεγάλης φωτιᾶς μὲ φλόγες, στὴν περιοχὴ τῶν βάτων. Καὶ παρατήρησε ὅτι ἡ συστάδα τῶν βάτων ἐνῷ φαινόταν νὰ καίγεται ἀπὸ τὴν φωτιά, ἐντούτοις δὲν καιγόταν πραγματικά. Καὶ εἶπε ὁ Μωυσῆς· Ἂς πλησιάσω νὰ δῶ αὐτὸ τὸ θαυμαστὸ θέαμα, πῶς ἡ συστάδα τῶν βάτων δὲν γίνεται στάχτη! Μόλις ὁ Κύριος εἶδε ὅτι ὁ Μωυσῆς πλησιάζει νὰ δῇ, τὸν κάλεσε ἀπὸ τὴν περιοχὴ τῶν βάτων λέγοντας· Μωυσῆ Μωυσῆ! Καὶ ἐκεῖνος εἶπε· ῾Ορίστε! τί συμβαίνει; Καὶ ὁ Θεὸς εἶπε· Μὴν πλησιά­σῃς ἐδῶ· λῦσε τὰ ὑποδήματά σου καὶ βγάλ᾿ τα ἀπ᾿ τὰ πόδια σου, διότι ὁ τόπος ὅπου στέκεσαι εἶναι γῆ ἁγία!»

Εἶναι πολὺ διαδεδομένη μία ἑρμηνευτικὴ παρεξήγησι στὸ σημεῖο αὐτό· ὅλοι σχεδὸν μιλοῦν γιὰ μία βάτο, ἐνῷ τὸ βιβλικὸ κείμενο ἐννοεῖ ἕναν τόπο κατάφυτο, ἕνα δάσος τέτοιων δέντρων. ῾Η παρανόησι ὀφεί­λεται στὸ ὅτι οἱ ἑρμηνευτὲς δὲν λαμβάνουν ὑπόψι τους πὼς ἐδῶ ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ ἕναν ἑβραϊκὸ ἰδιωματισμό, κατὰ τὸν ὁποῖο ὁ ἑνικὸς ἔχει περιληπτικὴ ἔννοια καὶ ἰσοδυναμεῖ μὲ πληθυντικό, ὅπως ὅταν λέμε «φυτεία», «ξυλεία», «ἀμπελῶνας», «πλατανῶνας» κλπ.· δρῦς = δρυ­μῶνας· ἐλαία = ἐλαιῶνας· δέντρο = περιοχὴ κατάφυτη, δάσος, δασύλλιο, συστάδα δέντρων. ῾Ο ἑνικὸς ὁ βάτος δὲν δηλώνει ἕνα μόνο τέτοιο δέντρο ποὺ λέει, ἀλλὰ δάσος ὁλόκληρο ἀπὸ τέτοια δέντρα· κι αὐτὸ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη συνηθίζεται. Τέτοιος ἑνικὸς μὲ σημασία δάσους ἢ εἴδους δέντρων διασκορπισμένων μέσα σὲ δάσος ποικίλων ἄλλων δέντρων εἶναι κατὸ ξύλον τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρόν (Γεν 2:17), τὸ ξύλον τῆς ζωῆς (Γεν 3:22), ἡ δρῦς Θαβώρ (Γεν 10:3), ἡ δρῦς ἡ Μαμβρή (Γεν 13,18), καὶ ἡ τερέβινθος τῆς Φαράν (Γεν 14:6)[1].

Ἡ σωστὴ σημασία φαίνεται καὶ ἀπὸ τὴν παρόμοια φράσι ποὺ λέγεται στὸ Β΄ βιβλίο τῶν Βασιλειῶν κατὰ τὴν διήγησι γιὰ τὸν Ἀβεσσα­λώμ, γιὸ τοῦ Δαυὶδ καὶ σφετεριστὴ τοῦ θρόνου (Β΄ Βα 18:9)· Καὶ ᾿Αβεσ­σαλὼμ ἦν ἐπιβεβηκὼς ἐπὶ τοῦ ἡμιόνου αὐτοῦ, καὶ εἰσῆλθεν ὁ ἡμίονος ὑπὸ τὸ δάσος τῆς δρυὸς τῆς μεγάλης, καὶ περιεπλάκη ἡ κεφαλὴ αὐτοῦ ἐν τῇ δρυΐ, καὶ ἐκρεμάσθη ἀνὰ μέσον τοῦ οὐρανοῦ καὶ ἀνὰ μέσον τῆς γῆς. ᾿Εδῶ ὑπάρχει ἡ λέξι δάσος· ὅμως δάσος μὲ ἕνα μόνο δέντρο δὲν νοεῖται! ἄρα ὁ ἑνικὸς τῆς δρυὸς τῆς μεγάλης σημαίνει «δάσος μὲ μεγάλες καὶ ψηλὲς βελανιδιές», σὲ μία ἀπὸ τὶς ὁποῖες κρεμάστηκε ἀθέλητα ὁ Ἀβεσσαλώμ, πιθανώτατα ἐπειδὴ μπλέ­χτηκαν τὰ πυκνὰ μαλλιά του στὰ κλαδιὰ ἑνὸς δέντρου, καὶ ἔτσι συν­ελήφθη καὶ κατόπιν ἐκτελέστηκε.

Παρόμοιο γλωσσικὸ φαινόμενο συναντᾶται τρεῖς φορὲς καὶ στὴν διήγησι γιὰ τὸν βασιλιᾶ Σαούλ (Α΄ Βα 10:14-16), ὅπου ἀναφέρεται ὅτι τὸν Σαοὺλ τὸν ῥώτησε ὁ οἰκεῖος αὐτοῦ κι ὁ Σαοὺλ ἀπάντησε πρὸς τὸν οἰκεῖον αὐτοῦ. Ἡ ἔκφρασι παρὰ τὸν ἑνικὸ ἀριθμό της σημαίνει «οἱ οἰκεῖοι αὐτοῦ»[2], οἱ ἄνθρωποι τοῦ σπιτιοῦ του, οἱ ἄνθρωποι τῆς οἰκογε­νείας του.

῾Επομένως στὸ ἐξεταζόμενο ἀπόσπασμα τῆς ᾿Εξόδου ἀναφέρεται ὅτι ὁ Μωυσῆς εἶδε ἕνα δάσος ἢ ἀλσύλλιο ἢ συστάδα βάτων, ποὺ ἐνῷ ἦσαν ζωσμένες ἀπὸ φλόγες φωτιᾶς, δὲν καίγονταν. Προφανῶς πρόκειται γιὰ φυτὰ ποὺ ἀκόμη καὶ σήμερα συναντῶνται τόσο σὲ θαμνώδη ὅσο καὶ σὲ δενδρώδη μορφὴ σὰν τὶς ἀκακίες τοῦ Σινά, τὸν σχίνο, τὴν φιστικιὰ καὶ ἄλλα. Συνετέλεσε ἴσως στὴν παρανόησι γιὰ ἕνα μόνο τέτοιο δένδρο καὶ ἡ σχετικὴ εἰκονογραφία, ποὺ δείχνει τὸν Μωυσῆ μπροστὰ ἀπὸ ἕνα θαμνοειδὲς φυτό· εἶναι γνωστὸ ὅμως ὅτι οἱ εἰκόνες δὲν εἶναι φωτογρα­φίες οὔτε κοσμικοὶ ζωγραφικοὶ πίνακες ποὺ προσπαθοῦν νὰ ἀποτυ­πώσουν πιστὰ τὴν φύσι. Ἡ εἰκόνα ἔχει ῥόλο διδακτικό, συμβολικὸ καὶ σημειολογικό· δὲν πρέπει νὰ λαμβάνεται ὡς κατὰ γράμμα ἑρμηνεία.

Σ' αὐτὸ τὸ γεγονὸς ποὺ εἶδε καὶ κατέγραψε ὁ Μωυσῆς οἱ ἐκκλησι­αστικοὶ ἑρμηνευτὲς βρίσκουν ἕναν ὡραῖο συμβολισμὸ τοῦ μυστηρίου τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Κυρίου. Αὐτὴν τὴν ἄποψι ἐκφράζει καὶ ὁ Κύριλλος Ἀλεξανδρείας (380-444), ὅταν σὲ μία ὁμιλία του ἑρμηνεύει τὴν σχετικὴ περικοπή (Γλαφυρὰ εἰς τὴν Ἔξοδον, Λόγος Α΄)[3].

«῞Οπως ἀκριβῶς τὰ ἀγκάθια δὲν μποροῦν νὰ ἀντέξουν τὸ πῦρ, ἔτσι καὶ ἡ ἀνθρωπότητα δὲν μπορεῖ νὰ βαστάξῃ τὴν θεότητα. Στὸν Χριστὸ ὅμως συνέβη αὐτὸ καὶ ἔγινε δυνατό. Διότι σ' αὐτὸν κατοίκησε ὁλό­κληρο τὸ πλήρωμα τῆς θεότητος σωματικῶς, ὅπως μᾶς ἔχει βεβαιώσει καὶ ὁ σοφὸς Παῦλος, καὶ αὐτὸς ποὺ κατοικεῖ μέσα σὲ φῶς ἀπρόσιτο, δηλαδὴ ὁ Θεός, κατοίκησε μέσα στὸν ναὸ τῆς παρθένου, ταπεινώνοντας τὸν ἑαυτό του μὲ ἀξιοθαύμαστη πραότητα, καὶ περιορίζοντας κατὰ κάποιο τρόπο τὴν ἀμιγῆ προσέγγισι τῆς φύσεώς του, ὥστε νὰ μπορέσῃ νὰ χωρέσῃ, ὅπως ἀκριβῶς προσέγγισε ἡ φωτιὰ τὰ ἀγκάθια. ῞Ομως αὐτὸ ποὺ ἀπὸ τὴν φύσι του φθείρεται, τώρα ἐμφάνισε τὴν σάρκα ἀνώτερη ἀπὸ τὴν φθορά, καὶ μὲ τρόπο αἰνιγματικὸ μᾶς τὸ ὑπέδειξε ἡ φωτιὰ τῆς βάτου ποὺ ἄφησε τὸ ξύλο ἐντελῶς ἀπείραχτο. Καὶ πῶς θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ ἀμφιβάλλῃ γιὰ τὸ ὅτι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ζωοποίησε τὸν δικό του ναὸ (τὸ σῶμα του) καὶ τὸν ἔκανε ἄφθαρτο καὶ ἀνώτερο ἀπὸ τὸν θάνατο, ἀφοῦ ἦταν ὡς πρὸς τὴν φύσι του ζωὴ ὁ ἴδιος; Δὲν πείραξε ἑπομένως ἡ φωτιὰ τὸ ἀκανθῶδες φυτό, ἀλλὰ ἡ φλόγα ἔγινε ὑποφερτὴ ἀπὸ τὸ μικρὸ καὶ πολὺ ἀδύνατο ξύλο. Χώρεσε δηλαδή, ὅπως εἶπα, ἡ θεότητα μέσα στὴν ἀνθρωπότητα. Καὶ αὐτὸ τὸ μυστήριο ἔγινε στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Διότι κατοίκησε καὶ μέσα μας ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, χωρὶς νὰ ζητᾷ νὰ μᾶς τιμωρήσῃ οὔτε νὰ μᾶς δικάσῃ, ἀλλὰ λάμ­ποντας μέσα μας μὲ ἀγαθὲς καὶ ἠπιώτατες προσεγγίσεις. Διότι, ὅπως λέγει κάπου ὁ ἴδιος, ὁ Θεὸς δὲν ἔστειλε τὸν Υἱό του στὸν κόσμο γιὰ νὰ καταδικάσῃ τὸν κόσμο, ἀλλὰ γιὰ νὰ σωθῇ ὁ κόσμος δι᾿ αὐτοῦ. Δὲν καιγόταν λοιπὸν ἡ βάτος, ἂν καὶ τὴν περιτριγύριζε ἡ φλόγα».

Κατ' ἐπέκτασιν οἱ ἐκκλησιαστικοὶ συγγραφεῖς θεωροῦν ἐπίσης ὅτι τὰ δέντρα τῆς βάτου ποὺ φλέγονταν ἀλλὰ δὲν καίγονταν εἶναι μία προτύπωσι τῆς παρθένου Μαρίας. Αὐτὸ τὸ ἐκφράζει ἡ Ἐκκλησία μας καὶ σ' ἕναν πολὺ γνωστὸ ὕμνο της (θεοτοκίο τοῦ β΄ ἤχου)·

Παρῆλθεν ἡ σκιὰ τοῦ Νόμου, τῆς χάριτος ἐλθούσης· ὡς γάρ ἡ βά­τος οὐκ ἐκαίετο καταφλεγομένη, οὕτω παρθένος ἔτεκες, καὶ παρ­θένος ἔμεινας· ἀντὶ στύλου πυρός, δικαιοσύνης ἀνέτειλεν ἥλιος, ἀντὶ Μωϋσέως Χριστός, ἡ σωτηρία τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

 



[1] Κωνσταντίνου Σιαμάκη, Ἑρμηνεία στὴν Βασιλεία Δαυΐδ, συνέχειες στὸ περιοδικὸ «Σάλπιγξ Ὀρθοδοξίας», Ἀθῆναι 1989-1999.

[2] Ἔνθ᾿ ἀνωτέρω.

[3] PG 69,413. ῾Η ἑρμηνεία τοῦ Κυρίλλου ἐδῶ δίδεται σὲ μετάφρασι.