6. Χριστιανικοὶ τομεῖς ῞Αγιοι τῆς τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίας ῾Η μητέρα τοῦ Χριστοῦ σύμφωνα μὲ τὶς αὐθεντικὲς πηγές ῾Η μητέρα τοῦ Χριστοῦ (Πρόλογος)

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

 

῾Η ταπεινὴ Μαρία τῆς Ναζαρὲτ εἶναι τὸ βιβλικὸ ἐκεῖνο πρόσωπο ποὺ συνδέθηκε κατ᾿ ἐξοχὴν μὲ τὸ «μυστήριο τῆς θείας οἰκονομίας», δηλαδὴ μὲ τὸ μυστικὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων καὶ μὲ τὴν «ἔνσαρκο παρουσία» τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ στὴν γῆ. Καὶ θὰ διερωτηθῇ ἴσως κανείς· τί σημαίνει ἡ φράσι «ἔνσαρκος παρουσία τοῦ Κυρίου»;

Εἶναι βασικὴ διδασκαλία τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας ὅτι ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστὸς δὲν εἶναι μόνον ἄνθρωπος· δὲν ἀρκεῖ δηλαδὴ νὰ πιστεύουμε γι᾿ αὐτὸν ὅτι εἶναι τέλειος ἄνθρωπος, ἀπόλυτα ἅγιος, τελείως ἀναμάρτητος κλπ.. Εἶναι ἐπίσης δόγμα πίστεως τῶν Χριστιανῶν ὅτι ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστὸς εἶναι καὶ Θεός, ὁ ἕνας καὶ μοναδικὸς καὶ τέλειος Θεός, ὁ προαιώνιος καὶ παντοκράτωρ, ὁ κατασκευαστὴς τοῦ σύμπαν­τος καὶ δημιουργὸς τοῦ ἀνθρώπου. ᾿Ακριβέστερα πιστεύουμε καὶ ὁμολογοῦμε ὅτι εἶναι τὸ δεύτερο πρόσωπο τῆς ῾Αγίας Τριάδος, ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Πατρός, ὁμοούσιος καὶ συνάναρχος μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ ῞Αγιον Πνεῦμα.

῾Ο Θεὸς λοιπὸν εἶναι ἕνας, ἀλλὰ ταυτοχρόνως εἶναι καὶ Τριάς, διότι εἶναι τρία πρόσωπα ἢ τρεῖς ὑποστάσεις, χωρὶς καθόλου αὐτὸ νὰ σημαίνῃ ὅτι ὑπάρχουν τρεῖς θεοί. Αὐτὸ εἶναι τὸ μυστήριο τῆς ῾Αγίας Τριάδος, ποὺ τὸ πιστεύουμε, ἀλλὰ δὲν τὸ καταλαβαίνουμε, διότι εἶναι ἀδύνατο στὸν ἀτελῆ καὶ πεπερασμένο ἄνθρωπο νὰ κατανοήσῃ τὸν τέλειο καὶ ἄπειρο Θεό. Εἶναι σὰν νὰ θέλῃ κανεὶς νὰ χωρέσῃ ὁλόκληρη ἡ θάλασσα τῆς γῆς μέσα σὲ ἕνα μικρὸ πλαστικὸ κουβαδάκι. Γίνεται αὐτό; δὲν γίνεται. Ἔτσι ἀκριβῶς δὲν μπορεῖ καὶ ὁ ἀνθρώ­πινος νοῦς νὰ χωρέσῃ τὸ μυστήριο τῆς ῾Αγίας Τριάδος, πῶς δηλαδὴ ὁ ἕνας Θεὸς εἶναι ταυτοχρόνως Τριάς, δηλαδὴ τρία πρόσωπα, χωρὶς νὰ παύσῃ νὰ εἶναι ἕνας καὶ μοναδικὸς Θεός, καὶ χωρὶς ποτὲ νὰ παύσῃ νὰ εἶναι καὶ Τριάς, Πατὴρ Υἱὸς καὶ Πνεῦμα.

Τὸ δεύτερο πρόσωπο τῆς ῾Αγίας Τριάδος, δηλαδὴ ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὴν μεγάλη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸ δημιούργημά του τὸν ἄνθρωπο καὶ προκειμένου νὰ σώσῃ τὸ ἀνθρώπινο γένος ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ τὸν αἰώνιο θάνατο, καταδέχτηκε καὶ ἔλαβε καὶ τὴν ἀνθρώπινη φύσι καὶ ἔγινε ἔτσι τέλειος ἄνθρωπος, χωρὶς ὅμως νὰ παύ­σῃ νὰ εἶναι ταυτοχρόνως καὶ τέλειος Θεός. Ἄλλο μυστήριο κι αὐτό, ἐπίσης ἀκατανόητο καὶ ἀπροσπέλαστο στὴν ἀνθρώπινη διάνοια.

῾Ο ᾿Ιησοῦς Χριστὸς ὡς Θεός, δηλαδὴ ὡς Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Πατρός, εἶναι δημιουργὸς καὶ συντηρητὴς τοῦ σύμπαντος, δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τίποτε, δὲν περιορίζεται ἀπὸ τίποτε, οὔτε τοπικῶς οὔτε χρονικῶς, εἶναι ἄναρχος, εἶναι πανταχοῦ παρών (βρίσκεται παντοῦ), καὶ φροντίζει τὰ πάντα. ᾿Αφότου ὅμως ἔλαβε καὶ τὴν ἀνθρώπινη φύσι, τότε ὡς ἄνθρωπος ἔχει ἀρχή, ἔχει γέννησι, ἔχει τὶς φυσικὲς καὶ ἀδιάβλητες ἀνθρώπινες ἀνάγκες, ὅπως εἶναι ἡ τροφή, ὁ ὕπνος, ἡ χαρά, ἡ λύπη κλπ.. ῾Ο ᾿Ιησοῦς Χριστὸς δηλαδὴ ἐνῷ εἶναι ἕνα πρόσω­πο, εἶναι συνάμα καὶ Θεὸς καὶ ἄνθρωπος, καὶ χωρὶς ἀνάγκες καὶ μὲ ἀνάγκες, καὶ χωρὶς περιορισμοὺς καὶ μὲ περιορισμούς! ῞Οταν λοιπὸν ἀναφερώμαστε στὴν ἐμφάνισί του μετὰ τὴν ἐνανθρώπησί του καὶ μέσα στὸν ἀνθρώπινο χρόνο, μιλᾶμε γιὰ «ἔνσαρκο παρουσία», ὥστε νὰ διευκρινίσουμε ὅτι δὲν ἀναφερόμαστε ἀποκλειστικὰ στὴν θεία του φύσι, ἀφοῦ ὡς Θεὸς ὑπάρχει αἰωνίως καὶ παντοῦ καὶ πάντοτε.

Δὲν ἔχω βέβαια σκοπὸ νὰ κάμω τὸν δάσκαλο τῶν ὀρθοδόξων δογμάτων καὶ δὲν πρόκειται ἐδῶ νὰ συνεχίσω τὴν δογματικὴ ἀνάλυσι. ῾Η παροῦσα σύντομη ἀναφορὰ σ᾿ αὐτὰ τὰ βασικὰ σημεῖα πίστεως, ἔστω καὶ ἀτελὴς καὶ περιληπτική, ἦταν ἀναγκαία, διότι ἂν δὲν ἔχῃ κάποιος σωστὴ ἀντίληψι γιὰ τὸν ᾿Ιησοῦ Χριστό, τότε δὲν μπορεῖ νὰ κατανοήσῃ σωστὰ τὰ σχετικὰ μὲ τὴν μητέρα του, τὴν παρθένο Μα­ρία. Διότι ἀπὸ τὴν ταπεινὴ καὶ ἁγνὴ κόρη τῆς Ναζαρὲτ ἔλαβε ὁ Θεὸς Λόγος τὴν ἀνθρώπινη φύσι καὶ ἔγινε καὶ τέλειος ἄνθρωπος. ῾Η παρθένος Μαρία συνδέεται ἄρρηκτα μὲ τὴν «ἔνσαρκο» παρουσία καὶ δρᾶσι τοῦ Χριστοῦ· μὲ τὴν γέννησί του, μὲ τὴν παιδική του ἡλικία, μὲ τὸν οἰκογενειακό του περίγυρο, μὲ τὶς πρῶτες ἐμφανίσεις του ὡς δη­μοσίου διδασκάλου, μὲ τὰ ἅγια πάθη τὴν σταύρωσι καὶ τὴν ἀνάστασί του, ἀκόμη καὶ μὲ τὶς πρῶτες ἡμέρες τῆς ᾿Εκκλησίας μετὰ τὴν ἀνάστασι ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν διάσωσι καὶ διάδοσι τοῦ εὐαγγελίου, ὅπως θὰ δοῦμε στὰ κατάλληλα κεφάλαια.

῾Ο σεβασμὸς καὶ ἡ τιμὴ ὅλων τῶν Χριστιανῶν ὅλων τῶν ἐποχῶν πρὸς τὴν Θεοτόκο Μαρία πηγάζει ἀπὸ τὴν πίστι στὸ θεανθρώπινο πρόσωπο τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ. Καὶ ἀντιθέτως ὅσοι ἤθελαν μέσα στοὺς αἰῶνες νὰ χτυπήσουν τὴν ᾿Εκκλησία καὶ τὸν ἱδρυτή της, σχεδὸν πάντοτε προσπαθοῦσαν νὰ μειώσουν καὶ νὰ διαβάλουν τὴν ἁγία μητέρα τοῦ ᾿Ιησοῦ. Γιὰ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους ὑπάρχει καὶ σήμερα μεγάλο ἐνδιαφέρον νὰ γνωρίζουμε τί ἀναφέρει ἡ ῾Αγία Γραφὴ γιὰ τὴν παρθένο Μαρία, δηλαδὴ ποιές λεπτομέρειες ἀπὸ τὴν ζωή της μᾶς ἀποκαλύπτουν οἱ ἀρχαιότερες καὶ αὐθεντικώτερες ἱστορικὲς πηγές (ποὺ εἶναι βεβαίως τὰ βιβλία ποὺ ἀποτελοῦν τὴν ῾Αγία Γραφή), ποιός ἦταν ὁ ῥόλος της κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἐπίγειας παρουσίας τοῦ Χριστοῦ, ποιά εἶναι ἡ στάσι καὶ ἡ διδασκαλία τῆς ᾿Εκκλησίας ἀπέναντι στὸ πρόσωπό της, καὶ πῶς ἀντικρούονται τὰ ὅσα βλάσφημα κακόδοξα καὶ συκοφαντικὰ ἔχουν ἐκφράσει κατὰ καιροὺς διάφοροι ἐχθροὶ τῆς πίστεως καὶ τῆς ἀλήθειας. Αὐτὰ εἶναι καὶ τὰ θέματα μὲ τὰ ὁποῖα θὰ ἀσχοληθοῦμε στὴν παροῦσα ἐργασία.

Δὲν εἶναι πάντως ἡ πρώτη φορὰ ποὺ ἐκπονῶ ἢ ἐπιμελοῦμαι μία ἐργασία γιὰ τὴν θεοτόκο Μαρία. Θὰ ἔλεγα μάλιστα ὅτι γιὰ νὰ φτάσω στὸ ἀνὰ χεῖρας πόνημα διήνυσα μία μακρὰ διαδρομή, ποὺ ξεκίνησε πρὶν ἀπὸ 30 σχεδὸν χρόνια. Τὸ 1988 ἔγραψα μία σύντομη μελέτη γιὰ τὸ πρόσωπο τῆς παρθένου, τὴν ὁποία μοῦ εἶχε ζητήσει ἕνας φίλος κληρικός, διότι τοῦ χρειαζόταν. Γύρω στὰ ἔτη 1994-1995 μοῦ ἀνατέθηκε ὁ ἔλεγχος καὶ ἡ ἐπιμέλεια μιᾶς ἐργασίας ἱστορικοῦ καὶ δογματικοῦ περιεχομένου, ἡ ὁποία στὸ μεγαλείτερο ἴσως μέρος της ἀναφερόταν στὴν παρθένο Μαρία. Λίγο ἀργότερα, τὸ 1997, ἀνέλαβα τὴν ἐπιμέλεια μιᾶς εἰδικῆς συλλογῆς πατερικῶν κειμένων γιὰ τὴν Θεοτόκο. Κατὰ τὰ ἔτη 1997-1999 ἤμουν ὑπεύθυνος κάποιας ἐκδοτικῆς σειρᾶς καὶ μέσα στὰ πλαίσια τῶν τότε καθηκόντων μου εἶχα συγκεντρώσει πηγαῖο ὑλικὸ καὶ ἄλλη βιβλιογραφία σχετικὰ μὲ τὴν μητέρα τοῦ Κυρίου, ἐνῷ ἐρχόμουν σὲ συνεννοήσεις μὲ ἄλλους συγγραφεῖς γιὰ τὴν ἀξιοποίησι ἐκείνου τοῦ ὑλικοῦ. Τὸν δεκέμβριο τοῦ ἔτους 2000 βελτίωσα καὶ ἐμπλούτισα ἐλαφρῶς τὴν πρώτη μου ἐργασία (ἐκείνην τοῦ ἔτους 1988), προκειμένου νὰ δημοσιευθῇ ἐντύ­πως. Προτοῦ ὅμως πραγματοποιηθῇ ἡ ἔκδοσι, εἶχα δώσει τὰ δοκίμια στὸν τότε πνευματικό μου πατέρα καὶ μακαριστὸ πλέον ἱερέα Νικό­λαο Κογιώνη († 2006), στὴν ἀθωνίτικη μοναστικὴ ἀδελφότητα τοῦ ἱ. κελλίου Ἁγ. Νικολάου Μπουραζέρη, καὶ στὸν φιλόλογο καὶ διδάκτορα θεολογίας Κωνσταντῖνο Σιαμάκη, οἱ ὁποῖοι καὶ συνέβαλαν στὴν βελτί­ωσι τοῦ περιεχομένου. Κατὰ τὰ ἔτη 2007, 2008 καὶ 2010 μοῦ ἀνατέ­θηκε ἡ ἐπιμέλεια ἀκόμη τεσσάρων ἐργασιῶν γιὰ τὴν παρθένο Μαρία, ἐκ τῶν ὁποίων μία ἦταν συλλογὴ κηρυγμάτων καὶ μία ἄλλη ἀναφερό­ταν στὴν Βίβλο καὶ ἰδίως στὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Αὐτά, γιὰ νὰ ἀναφέ­ρω μόνο τὰ κυριώτερα συγγράμματα, καθὼς παραλείπω τὶς ἀναφο­ρὲς σὲ κηρύγματα, ἄρθρα, καὶ ἐπιμέλειες διαφόρων ὑμνογραφικῶν κειμένων θεομητορικοῦ περιεχομένου. Κοινὸς τόπος σὲ ὅλες αὐτὲς τὶς ἐργασίες εἶναι ὅτι τὶς ἀνέλαβα κατ' ἀνάθεσιν καὶ ὄχι ἀπὸ δική μου πρωτοβουλία.

Τέλος, πέρυσι, σωτήριον ἔτος 2016, ἕνας ἐκδοτικὸς ὅμιλος μοῦ ζή­τησε τὴν συγγραφὴ ἑνὸς ἀκόμη βιβλίου γιὰ τὴν Θεοτόκο. Πράγματι ἑτοίμασα τὸ βιβλίο μὲ τίτλο «Μαρία, ἡ μητέρα τοῦ Χριστοῦ», καὶ ὄχι μόνον τὸ συνέγραψα, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ ἡ ἠλεκτρονικὴ στοιχειοθεσία, ἡ φιλολογικὴ καὶ γραφιστικὴ ἐπιμέλεια, ἡ σελιδοποίησι καὶ ὁ σχεδια­σμὸς τῆς ἐκδόσεως ἔγιναν ἐπίσης ἀπὸ ἐμένα. ῾Ο ἐκδοτικὸς φορεὺς εἶχε ἀναλάβει νὰ ἑτοιμάσῃ μόνον τὸ ἐξώφυλλο καὶ τίποτε ἄλλο· καὶ τὴν ἐκτύπωσι τοῦ βιβλίου φυσικά. Τὶς σελίδες τοῦ βιβλίου διανθίζουν συνολικὰ 43 εἰκόνες (θεομητορικὲς κυρίως), γιὰ τὴν ἀνεύρεσι καὶ τοποθέτησι τῶν ὁποίων φρόντισε ἀποκλειστικῶς ὁ ὑποφαινόμενος. Πολλὲς ἀπὸ τὶς ἐν λόγῳ εἰκόνες ἀνήκουν στὴν χριστιανικὴ ἀρχαιό­τητα ἢ προέρχονται ἀπὸ τὸ προσωπικό μου ἀρχεῖο καὶ ἀπὸ τὶς Ἐκδόσεις «Κάλαμος», ἐνῷ γιὰ κάποιες χρήσιμες εἰκόνες καὶ φωτο­γραφίσεις εἶχαν δώσει σ᾿ ἐμένα προσωπικῶς τὴν ἄδεια νὰ τὶς ἐντάξω στὸ ἔργο μου διάφοροι φορεῖς καὶ ἰδιῶτες, ἐκ τῶν ὁποίων εὐχαρι­στοῦσα κυρίως τὶς ᾿Εκδόσεις Παπαδημητρίου γιὰ τὴν παραχώρησι εἰκονογραφικοῦ ὑλικοῦ ἀπὸ τὸ ἀρχεῖο τοῦ ἐκδοτικοῦ οἴκου, καὶ τὴν κ. Βασιλικὴ Βασιλοπούλου γιὰ τὴν παραχώρησι ὁμοίου ὑλικοῦ ἀπὸ τὸ ἀρχεῖο τῶν Ἐκδόσεων «Ἀποκάλυψις». Τὸ βιβλίο ἐκεῖνο τὸ ἔχω ἀφιε­ρώσει μὲ πολλὴ συγκίνησι στὴν μνήμη τοῦ μακαριστοῦ ἱερέως Νικο­λάου Κογιώνη, ἐφημερίου τοῦ ἱεροῦ ναοῦ ῾Αγίου ᾿Ελευθερίου Γκύζη Ἀθηνῶν, καὶ ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἐξομολόγου τόσον ἐμοῦ ὅσον καὶ τῆς οἰκογενείας μου, καθὼς ἐκείνη τὴν χρονιὰ (2016) συμπληρώθηκε δεκαετία ἀπὸ τὴν ἐν Κυρίῳ κοίμησί του († 13/10/2006).

῞Ομως ὅλη αὐτὴ ἡ ἐνασχόλησι καὶ ἐργασία μου σχετικὰ μὲ τὸ τίμιον πρόσωπο τῆς μητέρας τοῦ Κυρίου εἶχε μία ἀπροσδόκητη κατά­ληξι· καὶ ἐξηγοῦμαι. Ἂν ὑποθέσουμε ὅτι θέλω νὰ ἀποκτήσω ἕνα φάρ­μακο ἀξίας 100 εὐρωπίων, ἀλλὰ δώσω μόνον 15 € καὶ κατόπιν ἁρπάξω τὸ φάρμακο καὶ φύγω ἀπὸ τὸ κατάστημα, χωρὶς νὰ πληρώ­σω τὸ ὑπόλοιπο ποσόν, τί εἶμαι; πελάτης ἢ κλέφτης; Κάτι παρόμοιο συνέβη καὶ μὲ τὴν ἐργασία μου, τὴν ὁποία ὑφάρπαξαν ἰδιοτελεῖς ἄνθρω­ποι, καὶ συμπεριφερόμενοι σὰν κοινοὶ ἀπατεῶνες, χρησιμοποίησαν τὶς συγγραφές μου καὶ τὸ ὄνομά μου, γιὰ νὰ αὐξήσουν τὶς πωλήσεις τῶν προϊόντων τους, χωρὶς οἱ ἴδιοι νὰ τηρήσουν ποτὲ τὶς ὑποχρεώσεις των.

Τὰ ὅσα ἔχω γράψει γιὰ τὸ πρόσωπο τῆς Θεοτόκου εἶχαν θετικὴ ἀπήχησι στὸ ἀναγνωστικὸ κοινὸ καὶ δὲν εἶναι λίγοι ἐκεῖνοι ποὺ τὰ ζητοῦν, παρ᾿ ὅτι ἂν τὰ ἔγραφα γιὰ πρώτη φορὰ σήμερα, πολλὰ σημεῖα τους θὰ τὰ πραγματευόμουν μὲ διαφορετικὸν τρόπο. Γιὰ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους ἑτοίμασα τὴν παροῦσα ἐργασία μου, ἡ ὁποία βασίζεται ἀσφαλῶς στὰ ὅσα μέχρι σήμερα ἔχω γράψει καὶ δημοσιεύσει σχετικὰ μὲ τὸ πρόσωπο τῆς μητέρας τοῦ Κυρίου, τὰ ὁποῖα μάλιστα συμπλη­ρώνω καὶ ἐμπλουτίζω ἢ ἀκόμη καὶ διωρθώνω, ὅπου χρειάζεται. Δημο­σιεύω ἐδῶ τὰ στοιχεῖα ποὺ ἔχω συγκεντρώσει κατὰ καιρούς, ὥστε οἱ ἐνδιαφερόμενοι νὰ μποροῦν νὰ τὰ διαβάζουν εὔκολα, χωρὶς νὰ χρειάζεται νὰ τὰ ἀναζητοῦν ἐκεῖ ποὺ δὲν πρέπει καὶ γιὰ νὰ μὴ γίνωνται οἱ ἀναγνῶστες ἀντικείμενο οἰκονομικῆς ἐκμεταλλεύσεως ἀπὸ διάφορους ἐπιτήδειους.

Βασική μου ἐπιδίωξι εἶναι ἡ ἀνάδειξι καὶ μελέτη κυρίως τῶν πρωτογενῶν πηγῶν, καθὼς εἶναι πεποίθησί μου ὅτι μόνον ἡ συναισθηματική μας προσέγγισι πρὸς τὸ πρόσωπο τῆς μητέ­ρας τοῦ Κυρίου δὲν εἶναι ὡλοκληρωμένη οὔτε πάντοτε ἀσφαλής· χρειάζεται καὶ ἡ γνῶσι βασικῶν διδασκαλιῶν τῆς Ἐκκλησίας μας, ἡ ἐλεύθερη ἀποδοχή τους ἐκ μέρους μας καὶ ἡ ὁλόψυχη πεποίθησί μας ὅτι ἀποτελοῦν σωτηριώδεις ἀλήθειες τῆς Πίστεώς μας. Ἔτσι ἐκτὸς ἀπὸ πατέρες καὶ ἄλλους παλαιοὺς χριστιανοὺς συγγραφεῖς λαμβάνω ὑπόψιν μου καὶ τὶς σχετικὲς ἀναφορὲς νεωτέρων ἐπιστημόνων ὅπως τοῦ δασκάλου μου Π. Β. Πάσχου, καθηγητοῦ ἁγιολογίας στὸ πανεπι­στήμιο ᾿Αθηνῶν, τοῦ διδάκτορος Κωνσταντίνου Σιαμάκη (ἰδίως σὲ με­ταφράσεις κειμένων καὶ ἑρμηνευτικὲς ἀναλύσεις τοῦ 2ου μέρους), τοῦ ἀρχιμανδρίτου ᾿Αθανασίου Σιαμάκη, καὶ ἄλλων, τῶν ὁποίων τὰ ὀνό­ματα καὶ τὰ ἔργα ἀναφέρονται ἀναλυτικώτερα στὴν βιβλιογραφία.

῍Αν ἀπὸ τὴν μελέτη αὐτοῦ τοῦ πονήματος οἱ ἀναγνῶστες ἀποκομίσουν πνευματικὴ ὠφέλεια καὶ στερεωθῇ περισσότερο ἡ καρδιά τους στὴν ὀρθόδοξη Πίστι, αὐτὸ θὰ εἶναι καὶ δικαίωσι τῆς παρούσης συγγραφῆς.

 

Διονύσιος ᾿Ανατολικώτης

δρ Φιλοσοφικῆς Σχολῆς ᾿Αθηνῶν

πτυχ. Κοινωνικῆς Θεολογίας