6. Χριστιανικοὶ τομεῖς Θέματα πίστεως (δογματικά, συμβολικὰ κ.λπ.) ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΟΣ ΑΦΟΡΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΟΠΑΔΩΝ ΤΟΥ ΦΙΛΙΟΚΒΕ

 

Πατριαρχικὸς ἀφορισμὸς

τῶν ὀπαδῶν τοῦ φιλιόκβε

 

Εἰσαγωγικά

 

῾Ο ἅγιος Φώτιος ὁ μέγας διετέλεσε Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης δύο φορές, κατὰ τὰ ἔτη 858-867 καὶ 878-886. Τὸ 867, προκειμένου νὰ συγκαλέσῃ μεγάλη σύνοδο στὴν Κωνσταντινούπολι, στέλνει ἐγκύκλιο ἐπιστολὴ στοὺς πατριάρχες τῆς ᾿Ανατολῆς, ὅπου ἀναφέρει τὰ σημαντικὰ θέματα ποὺ ἀντιμετώπιζε τότε ἡ ᾿Εκκλη­σία, καὶ γιὰ τὰ ὁποῖα συγκαλεῖται ἡ σύνοδος. ᾿Ανάμεσα στὰ θέματα ἦταν καὶ ἡ πλάνη τοῦ φιλιόκβε (filioque), τὴν ὁποία γιὰ πρώτη φορὰ δίδαξαν δημοσίως τότε δυτικοὶ ἐπίσκοποι στὴν Βουλγαρία, οἱ ὁποῖοι ἀντικανονικῶς εἰσπήδησαν ἐκεῖ γιὰ ἱεραποστολή, ἐνῷ οἱ Βούλγαροι εἶχαν ἤδη πρὸ διετίας δεχθῆ τὸν χριστια­νισμὸ ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολι.

῾Η ἐπιστολὴ αὐτὴ τοῦ Φωτίου εἶναι σημαντικώτατη, διότι εἶναι τὸ ἀρχαι­ότερο μνημεῖο ὅπου ἀναφέρεται καὶ ἀνασκευάζεται τὸ φιλιόκβε, σὲ ἐποχὴ ποὺ ἀκόμη τὸ πατριαρχεῖο τῆς ῾Ρώμης ἦταν ἑνωμένο μὲ τὴν ᾿Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ καὶ δὲν εἶχε ἀποδεχθῆ ἐπισήμως αὐτὴν τὴν πλάνη. ῾Ο Φώτιος ἐξηγεῖ τὴν σοβαρό­τητα καὶ τὸ μέγεθος τοῦ κινδύνου, ποὺ ἀλλοιώνει θεμελιωδῶς τὴν χριστιανικὴ Πί­στι καὶ ὁδηγεῖ ἀναπόφευκτα σὲ ἵδρυσι ἄλλου θρησκεύματος. Τονίζει πολλὲς φο­ρὲς ὅτι ὅποιος δέχεται τὸ φιλιόκβε δὲν εἶναι πλέον Χριστιανός. Τὰ ἐπιχειρήματά του εἶναι δυνατά, ἡ θεολογία του χριστιανικώτατη καὶ θεοφώτιστη, ἡ καταδίκη τῆς πλάνης ῥωμαλέα καὶ σαφής, περιγράφει δὲ μὲ καταπληκτικὴ διορατικότητα ποιά θὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα, ἂν τυχὸν αὐξηθῇ αὐτὴ ἡ αἱρετικὴ διδασκαλία. Δυστυχῶς μὲ τὴν πάροδο τῶν αἰώνων δικαιώθηκε πλήρως. Ἂν ἡ ᾿Εκκλησία εἶχε κατανοήσει ἀπὸ τότε καὶ ἂν εἶχε ἀποδεχθῆ πλήρως τοὺς λόγους τοῦ μεγάλου Φωτίου καὶ ἂν εἶχε ἀντιμετωπίσει τὸν κίνδυνο ἐφαρμόζοντας τὶς συστάσεις του, σήμερα ἀσφαλῶς τὰ πράγματα θὰ ἦταν πολὺ διαφορετικά, καὶ ἡ ᾿Εκκλησία θὰ ἦταν σωστότερη, ὀρθοδοξότερη, καὶ ἁγιώτερη.

Μετὰ τὴν παρέλευσι 1150 ἐτῶν ἀπὸ τὴν ἐπιστολὴ ἐκείνη, ἡ διδασκαλία τοῦ Φωτίου σήμερα (2016) εἶναι περισσότερο ἐπίκαιρη ἀπὸ ποτέ. Γι᾿ αὐτὸ παρουσιάζονται ἐδῶ σὲ νεοελληνικὴ μετάφρασι κάποια κύρια σημεῖα τῆς ἐπιστο­λῆς, στὰ ὁποῖα ἐπισημαίνεται καὶ ἀνασκευάζεται ἡ πλάνη τοῦ φιλιόκβε. ῾Η μετά­φρασι βεβαίως δὲν ἔχει ἀξιώσεις πληρότητος, καθόσον ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Φωτίου εἶ­ναι ἐκτενής, ἡ γλῶσσά του ἀρχαΐζουσα καὶ πολὺ ὑψηλοῦ ἐπιπέδου, τὰ δὲ ἐκφρα­ζόμενα νοήματα πυκνὰ καὶ πνευματικώτατα. Γι᾿ αὐτὸ θὰ προτιμοῦσα νὰ μποροῦ­σε ἡ πλειοψηφία τῶν ἀναγνωστῶν νὰ προσεγγίσῃ ἀπευθείας τὸ πρωτότυπο, τὸ ὁποῖο μπορεῖ νὰ βρῇ ὁ ἐνδιαφερόμενος σὲ διάφορες ἐκδόσεις (ὅπως στὸν «Τόμο Χαρᾶς» τοῦ Δοσιθέου ᾿Ιεροσολύμων, σὲ κριτικὴ ἔκδοσι καὶ σχόλια ὑπὸ Κων. Σια­μάκη, Θεσσαλονίκη 1988, σελ. 222-241) καθὼς καὶ στὴν διαδικτυακὴ ἱστοσελίδα τῆς «Συμβολῆς» (ἐδῶ).

 

Διονύσιος ᾿Ανατολικιώτης

δρ φιλοσοφικῆς σχολῆς Ἀθηνῶν,

πτυχιοῦχος κοινωνικῆς θεολογίας

 

 

 

Ἐγκύκλιος ἐπιστολὴ Φωτίου τοῦ μεγάλου

πρὸς τοὺς τῆς Ἀνατολῆς ἀρχιερατικοὺς θρόνους

(867)

 

(᾿Αποσπάσματα)

 

[10] ... ᾿Αλλὰ ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ὅσα ἄτοπα ἐπισημάνθηκαν, ἀκόμη καὶ αὐτὸ τὸ ἱερὸ καὶ ἅγιο Σύμβολον (τῆς Πίστεως), τὸ ὁποῖο σύμφωνα μὲ ὅλες τὶς συνοδικὲς καὶ οἰκουμενικὲς ἀποφάσεις ἔχει ἀκαταμάχητη ἰσχύ, ἐπιχείρησαν νὰ τὸ παραχαράξουν μὲ νόθους συλλογισμοὺς καὶ πα­ρείσακτες λέξεις καὶ μὲ ὑπερβολικὸ θράσος —τί σκαρφίζεται ὁ πονη­ρός!—, καὶ διεκήρυξαν δημοσίως μάλιστα ὅτι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον δὲν ἐκπορεύεται μόνον ἐκ τοῦ Πατρὸς ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ (= φιλιόκβε).

[11] Ποιός ἄκουσε ποτὲ νὰ τολμήσουν οἱ μέχρι τώρα ἀσεβεῖς νὰ ξε­στομίσουν τέτοια λόγια; Ποιό φίδι κουλουριασμένο στὰ μυαλὰ ἐκεί­νων τὸ διαλάλησε αὐτό; Ποιός Χριστιανὸς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεχθῇ ἔστω κι ἐλάχιστα νὰ εἰσάγουν δύο αἴτια στὴν ἁγία Τριάδα, γιὰ μὲν τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Πνεῦμα (ὡς αἴτιο) τὸν Πατέρα, γιὰ δὲ τὸ Πνεῦμα (ὡς αἴτιο) πάλι τὸν Υἱό, καὶ ἔτσι νὰ διαλύουν τὴν μοναρχία σὲ διθεΐα καὶ τὴν χριστιανικὴ θεολογία νὰ τὴν κατακρεουργοῦν ἐξισώνοντάς την μὲ τὴν εἰδωλολατρικὴ μυθολογία καὶ νὰ ἐξυβρίζουν τὸ ἀξίωμα τῆς ὑ­περουσίου καὶ μοναρχικῆς Τριάδος;

[12] Καὶ ἄλλωστε γιατί θὰ ἔπρεπε τὸ Πνεῦμα νὰ ἐκπορευθῇ καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ; ᾿Εὰν πράγματι ἡ ἐκπόρευσι ἐκ τοῦ Πατρὸς εἶναι τέλεια (καὶ εἶναι τέλεια, διότι εἶναι Θεὸς τέλειος ἀπὸ Θεὸ τέλειο), τί εἶναι ἡ ἐκπό­ρευσι ἐκ τοῦ Υἱοῦ; καὶ γιατί (νὰ γίνῃ); ᾿Ασφαλῶς αὐτὸ θὰ ἦταν περιτ­τὸ καὶ μάταιο.

[13] ᾿Επιπλέον δέ, ἐὰν ἐκπορεύεται τὸ Πνεῦμα ἐκ τοῦ Υἱοῦ ὅπως ἀκριβῶς καὶ ἐκ τοῦ Πατρός, γιατί καὶ ὁ Υἱὸς νὰ μὴ γεννᾶται ἐκ τοῦ Πνεύματος ὅπως ἀκριβῶς καὶ ἐκ τοῦ Πατρός; Καὶ ἔτσι γιὰ τοὺς ἀσε­βεῖς ὅλα νὰ γίνουν ἀσεβῆ, καὶ οἱ γνῶμες καὶ τὰ λόγια, καὶ τίποτε (ἀσε­βὲς) νὰ μὴν παραμείνῃ γι᾿ αὐτοὺς ποὺ νὰ μὴν τὸ τολμήσουν (νὰ σκε­φτοῦν καὶ νὰ ποῦν). [...]

[15] Ἄλλωστε ἐὰν ὅλα τὰ κοινὰ ἰδιώματα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ ὑπάρχουν πράγματι κοινὰ καὶ γιὰ τὸ Πνεῦμα, ὅπως τὸ θεός, τὸ βασι­λεύς, τὸ δημιουργός, τὸ παντοκράτωρ, τὸ ὑπερούσιο, ἡ ἁπλότης, τὸ ἀ­σχημάτιστο, τὸ ἀσώματο, τὸ ἀόρατο, καὶ ὅλα τὰ ἄλλα γενικῶς, καὶ ἐὰν εἶναι κοινὸ ἰδίωμα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ ἡ ἐξ αὐτῶν προέλευσι τοῦ Πνεύματος, τότε συνεπάγεται ὅτι τὸ Πνεῦμα θὰ ἐκπορεύεται καὶ ἀπὸ τὸν ἑαυτό του· ἑπομένως αὐτὸ τὸ ἴδιο θὰ εἶναι ἀρχὴ τοῦ ἑαυτοῦ του καὶ θὰ εἶναι συνάμα καὶ αἴτιον καὶ αἰτιατόν (= καὶ αἴτιο καὶ ἀποτέλε­σμα), κάτι ποὺ βεβαίως ξεπερνάει σὲ φαντασιοπληξία ἀκόμη καὶ τοὺς εἰδωλολατρικοὺς μύθους! ᾿Αλλὰ καὶ ἂν θὰ ἰσχύῃ μόνον γιὰ τὸ Πνεῦμα τὸ νὰ ἔχῃ τὴν ἀναφορά του σὲ διαφορετικὲς ἀρχές, πῶς αὐτὸ δὲν θὰ σημαίνῃ ὅτι μόνον στὸ Πνεῦμα θὰ ἀνήκει τὸ νὰ ἔχῃ πολύαρχον ἀρχήν;

[16] ᾿Επιπλέον, ἂν σὲ ὅσα ἰδιώματα ἐφηῦραν αὐτοί, ὁ Πατὴρ καὶ ὁ Υἱὸς ἔχουν κοινωνία, ἀλλὰ τὸ Πνεῦμα τὸ διαχωρίζουν ἀπὸ αὐτά –καὶ ὁ Πατὴρ ἔχει ἀπόλυτη κοινωνία μὲ τὸν Υἱὸ ὡς πρὸς τὴν οὐσία ἐκτὸς ἀπὸ κάποιο ἰδίωμα–, ἑπομένως περιορίζουν τὸ Πνεῦμα ἀπὸ τὴν κατ᾿ οὐσίαν συγγένεια.

Καταλαβαίνεις ὅτι αὐτοὶ ματαίως ὀνομάζουν τοὺς ἑαυτούς των μὲ τὸ ὄνομα τῶν Χριστιανῶν, ἢ μᾶλλον ὅτι τὸ κάνουν γιὰ νὰ συλ­λαμβάνουν εὔκολα τοὺς πολλούς;

«᾿Εκπορεύεται τὸ Πνεῦμα ἐκ τοῦ Υἱοῦ». ᾿Απὸ ποῦ τὸ ἔμαθες αὐτό; ᾿Απὸ ποιούς εὐαγγελιστὲς ἔχεις αὐτὸν τὸν λόγο; ᾿Απὸ ποιά σύνοδο αὐτὸ τὸ βλάσφημο ῥητό; ῾Ο Κύριος καὶ Θεός μας λέγει· «Τὸ Πνεῦμα, ὃ παρὰ τοῦ Πατρὸς ἐκπορεύεται». ᾿Ενῷ οἱ πατέρες αὐτῆς τῆς καινούργιας δυσσέβειας λέγουν· «Τὸ Πνεῦμα, ὃ παρὰ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορεύεται»!

Ποιός δὲν θὰ κλείσῃ τ᾿ αὐτιά του μπροστὰ σ᾿ αὐτὴν τὴν ὑπερβολικὴ βλασφημία; Αὐτὴ ὀρθώνεται ἐναντίον τῶν εὐαγγελίων, στέκεται ἀντίθε­τα πρὸς τὶς ἅγιες συνόδους, ἀκυρώνει τοὺς μακαρίους καὶ ἁγίους πατέ­ρες... ᾿Εναντίον ὅλων μαζὶ τῶν ἁγίων προφητῶν, ἀποστόλων, ἱεραρχῶν, μαρτύρων, ἀκόμη καὶ ἐναντίον αὐτῶν τῶν δεσποτικῶν λόγων αὐτὴ ἡ βλάσφημος καὶ θεομάχος φωνὴ ἐξοπλίζεται. [...]

[18] ᾿Επίσης πέρα ἀπὸ ὅσα ἐλέχθησαν, ἐὰν μὲν ὁ Υἱὸς γεννᾶται ἐκ τοῦ Πατρός, τὸ δὲ Πνεῦμα ἐκπορεύεται ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ, ἐφόσον ἀναφέρεται σὲ δύο αἰτίες, δὲν θὰ μπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι σύνθε­το.

[19] Καὶ ἐπίσης, ἂν ὁ Υἱὸς γεννᾶται ἐκ τοῦ Πατρός, τὸ δὲ Πνεῦμα ἐκπορεύεται ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ, ποιά εἶναι ἡ καινοτομία τοῦ Πνεύματος; μήπως ὅτι καὶ κάτι ἄλλο ἐκπορεύεται ἀπὸ αὐτό; Ἑπομένως ἀπὸ τὴν θεωρία ἐκείνων τῶν θεομάχων βγαίνει τὸ συμπέρασμα ὅτι δὲν εἶναι τρεῖς, ἀλλὰ τέσσερις οἱ ὑποστάσεις (τοῦ Θεοῦ), μᾶλλον δὲ ἄπει­ρες, ἀφοῦ κατ᾿ αὐτοὺς ἡ τέταρτη προβάλλει ἄλλη (ὑπόστασι), καὶ ἐκεί­νη πάλιν ἄλλη, μέχρι νὰ ξεπέσουν στὴν ἀπειράριθμη πολυθεΐα τῶν εἰδωλολατρῶν. [...]

[24] Αὐτὴν τὴν ἀσέβεια ἐκεῖνοι οἱ ἐπίσκοποι τοῦ σκότους (διότι τὸν τίτλο τοῦ ἐπισκόπου ἀπέδιδαν στοὺς ἑαυτούς των) ἐνέσπειραν στὸ ἔθνος τῶν Βουλγάρων μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα ἀθέμιτα (διδάγματα). […]

[25] Λοιπὸν τοὺς νέους προδρόμους τῆς ἀποστασίας, τοὺς ὑπηρέ­τες τοῦ ἀντικειμένου (= τοῦ διαβόλου), τοὺς ἐνόχους μυρίων θανά­των, τοὺς δημόσιους διαφθορεῖς, αὐτοὺς ποὺ κατασπάραξαν τὸ ἁπα­λὸ ἐκεῖνο καὶ νεοσύστατο στὴν εὐσέβεια ἔθνος μὲ τόσο πολλὲς καὶ τόσο μεγάλες διαιρέσεις, αὐτοὺς τοὺς ἀπατεῶνες καὶ θεομάχους τοὺς κα­ταδικάσαμε μὲ συνοδικὴ καὶ θεία ἀπόφασι, ὄχι καθορίζοντας τώρα γιὰ πρώτη φορὰ τὴν καταδίκη τους, ἀλλὰ ἁπλῶς φέρνοντας στὸ φῶς τὴν προωρισμένη γι᾿ αὐτοὺς ἀπόφασι ἀπὸ τὶς μέχρι τώρα συνόδους καὶ τοὺς ἀποστολικοὺς θεσμοὺς καὶ κοινοποιῶντάς την σὲ ὅλους. [...]

[26] Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἐμεῖς αὐτούς, ἐπειδὴ ἐπιμένουν στὴν πολύπλο­κη πλάνη τους, τοὺς ἔχουμε ἀφορίσει ἀπὸ ὅλη τὴν ᾿Εκκλησία τῶν Χριστιανῶν. [...]

[30] ... καὶ σᾶς παρακινοῦμε καὶ σᾶς παρακαλοῦμε νὰ γίνετε πρό­θυμοι συναγωνιστὲς μαζί μας στὴν καθαίρεσι αὐτῶν τῶν δυσσεβῶν καὶ ἀθέων κεφαλῶν (= αἱρετικῶν ἐπισκόπων)· καὶ νὰ μὴν ἐγκαταλεί­ψετε τὴν πατροπαράδοτη τάξι, τὴν ὁποία οἱ πρόγονοι μὲ ὅσα ἔπραξαν σᾶς παρέδωσαν νὰ διατηρῆτε, ἀλλὰ μὲ πολλὴ σπουδὴ καὶ προθυμία νὰ ἐπιλέξετε καὶ νὰ στείλετε στὴν θέσι σας κάποιους τοποτηρητάς, ἄνδρες ποὺ θὰ σᾶς ἐκπροσωποῦν ἐπαξίως, κοσμημένους μὲ εὐσέβεια καὶ ἱερω­σύνη καὶ στὸν λόγο καὶ στὸν βίο, ὥστε τὴν νεοφανῆ γάγγραινα αὐτῆς τῆς ἀσέβειας (τοῦ φιλιόκβε), ποὺ ἐμφανίστηκε ὕπουλα, νὰ τὴν ἀπο­μακρύνουμε γιὰ πάντα ἀπὸ τὴν ᾿Εκκλησία, καὶ αὐτοὺς ποὺ ἐντελῶς τρελαμένοι ἐπιχείρησαν μία τόσο ἐκτεταμένη δεύτερη σπορά (ἀνα­χριστιανισμοῦ), γιὰ νὰ εἰσαγάγουν τὴν πονηρὴ πλάνη στὸ πρόσφατο καὶ νεοσύστατο ἔθνος, νὰ τοὺς ἀποσπάσουμε τραβῶντάς τους ἀπὸ τὶς ἴδιες τους τὶς ῥίζες, καὶ μὲ τὴν κοινή μας (συνοδικὴ) ἀπόφασι νὰ τοὺς παραδώσουμε στὸ πῦρ ἐκεῖνο, ποὺ ὑποδέχεται τοὺς καταραμέ­νους, ὅπως θεσπίζει ὁ λόγος τοῦ Κυρίου. [...]

 

 

«᾿Εκκλησιολόγος», φ. 463, 4/6/2016