6. Χριστιανικοὶ τομεῖς Χριστιανικὴ φιλολογία

 

ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

 

τοῦ Διονυσίου ᾿Ανατολικιώτου,

δρος φιλοσοφικῆς σχολῆς ᾿Αθηνῶν,

πτυχιούχου κοινωνικῆς θεολογίας

(symbole@mail.com)

 

῞Ολοι οἱ χριστιανοὶ γνωρίζουμε καὶ ἐπαναλαμβάνουμε ὅτι ἡ μία καὶ μοναδικὴ ἐκκλη­σία τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ ἡ ὀρθόδοξη, εἶναι ἕνας θεοΐ­δρυτος ὀργανισμὸς μὲ κεφαλὴ τὸν Κύ­ρι­ο ᾿Ιησοῦ Χριστὸ καὶ μέλη τοὺς βαπτισμένους πιστούς του. αὐτὸς ὁ ὁρι­σμὸς ὅμως δὲν εἶναι ἐπαρκής, ὥστε νὰ μᾶς βοηθήσῃ νὰ ἀντιληφθοῦμε ἀμέσως τὴν πραγμα­τικὴ φύσι τῆς ἐκκλησίας, ἡ ὁποία εἶναι ἕνας πολυεπίπεδος καὶ πολυ­διά­στα­τος χῶρος, μὲ τεράστια δυνα­μική, ποὺ ξεπερνάει κατὰ πολὺ τὰ στε­νὰ (στε­νότατα θὰ ἔλεγα) ὅρια τῆς ἁπλῆς λαϊκῆς θρησκείας, στὰ ὁποῖα τὴν πε­ριορίζουν πολλοὶ σύγχρο­νοί μας ποὺ μᾶλλον ἀγνοοῦν ἱστορία, παράδοσι καὶ πολιτι­σμό. στὴν πραγμα­τικό­τη­τα χρειαζόμαστε πολλὲς ἔννοιες καὶ πολλὰ ὀνόματα, γιὰ νὰ ἐκ­φράσουμε τί εἶναι ἡ ἐκκλησία. ἔτσι λέμε ὅτι ἡ ἐκκλη­σία εἶναι βασιλεία τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ κράτος ὄχι ἐγκόσμιο ἀλλὰ πνευματικό. καὶ αὐτὴ ἀκό­μη ἡ λέξι ἐκκλησία ἔχει πολιτικὴ χροιά, διότι σημαίνει τὴν γενικὴ συνέ­λευσι τοῦ λαοῦ τῶν χριστιανῶν. ἐπιπλέον ἡ ἐκκλησία εἶναι στρατιω­τι­κὴ ἐπιχείρησι, ἡ ὁποία χωρίζεται σὲ δύο με­γάλα τμήματα ἢ στρατόπεδα, στὴν ἐπὶ γῆς στρατευομένην ἐκκλησίαν καὶ στὴν ἐν οὐ­ρανοῖς θριαμ­βεύουσαν. εἶναι ἐπίσης ὁδός, δρόμος, τρόπος ζωῆς καὶ δράσεως, ἐλ­πίδα, πίστις, οἰκογένεια, ἀλλὰ καὶ διαθήκη, δηλαδὴ συμ­βό­λαιο μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀν­θρώ­πων. εἶναι ἀκόμη ἡ ἐκκλη­σία σχολὴ καὶ ἐπιστήμη, καὶ αὐτὸ εἶναι κάτι ποὺ συνήθως τὸ ξεχνοῦμε.

῾Η ἐκκλησία εἶναι σχολή, διότι ὁ ἱδρυτής της ὀνο­μά­ζε­ται διδάσκαλος καὶ εἶχε μαθητάς, οἱ ὁποῖοι μὲ τὴν σειρά τους ἔγιναν διδάσκαλοι τῶν ἑ­πο­μένων πιστῶν· ὁ δὲ ἀπόστολος Παῦλος ὀνομάζεται κιόλας διδάσκα­λος τῶν ἐθνῶν (1Τι 6:12)· ἀλλὰ καὶ ὅλοι οἱ χριστιανοὶ ὀνομάζονται μα­θηταί (Πρξ 5:20). ἡ ἐκκλησία ὡς ἐπιστήμη ἔχει εὐρύ­τε­ρο πεδίο ἀπὸ τὴν σήμερα γνωστὴ «ἀκαδημαϊκὴ θεολογία», ἡ ὁποία μᾶλλον περιο­ρίζεται σὲ κάπως αὐστηρὰ ἀκαδημαϊκὰ πλαίσια λόγῳ σχολαστι­κῶν κατα­βο­λῶν. εἶναι γνωστὸ πάντως ὅτι ἀνέκαθεν ἡ ἐκκλησία εἶχε στενὴ σχέσι μὲ τὸ κυριώτερο καὶ σημαντικώτερο μέσο ἀναπτύξεως καὶ μεταδόσεως τῆς ἐ­πιστήμης καὶ τῆς γνώσεως, δηλαδὴ μὲ τὰ γράμματα. ἀσφαλῶς δὲν εἶ­ναι τυχαῖο ὅτι σήμερα τὰ πιὸ προωδευμένα καὶ ἐγ­γράμ­ματα ἔθνη τοῦ κόσμου εἶναι πρωτίστως τὰ λεγόμενα χριστιανικὰ ἔθνη.

῾Ως χῶρος ἀναπτύξεως τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς προόδου ἡ ἐκκλησία ἐκτὸς ἀπὸ τὴν θε­ολογία καλλιέργησε καὶ πολλοὺς ἄλλους ἐπιστημο­νι­κοὺς τομεῖς ὅπως τὴν φιλολογία πρῶτ᾿ ἀπ᾿ ὅλα (ἡ σημερι­νὴ φιλολογία εἶναι κατ᾿ οὐσίαν ἀπότοκος τῶν χριστια­νι­κῶν γραμμάτων), τὴν ἱστορία, τὴν νομική, τὴν μουσική, καὶ τὰ λοιπά. καὶ ναὶ μὲν μπορεῖ αὐτὲς οἱ ἐπι­στῆμες νὰ προϋπῆρχαν χάρις στὴν ἀπροκατάληπτη σκέψι καὶ τὸ μεθο­δι­κὸ πνεῦμα τῶν ἀρχαίων ῾Ελλήνων κυρίως ἀλλὰ καὶ ἄλλων λαῶν, ἀλλὰ ὁ ἐκ τῶν ὑστέρων καὶ μέχρις ἑνὸς βαθμοῦ «ἐκ­χριστιανισμός» τους (ὅπως γιὰ παρά­δειγ­μα ὁ ἐκχριστιανισμὸς τοῦ δικαίου μὲ τὴν κατάργησι τῆς δουλείας καὶ τὴν καθιέρωσι τῆς ἰσότητος ὅλων τῶν ἀνθρώπων) τὶς τε­λειοποίησε, τὶς ὡλο­κλήρωσε, τοὺς ἔδωσε περαιτέρω ὤ­θησι, καὶ στάθηκε τὸ ἔναυσμα γιὰ τὴν ἀνάπτυξι νέων κλάδων, νέων ἐπιστημονικῶν πεδίων καὶ νέων γνω­στι­κῶν ἀντι­κειμένων.

Στὸν χῶρο τῶν γραμμάτων ἡ ἐκκλησία ἀνέπτυξε μία τεράστια καὶ ἀξιόλογη γραμματεία, ποὺ καλύπτει ὅλα τὰ εἴδη τοῦ γραπτοῦ λόγου· κείμενα ἐ­πιστημονικά (ἑρμηνευτικά, ἱστορικὰ καὶ φιλο­λο­γικῆς κριτικῆς), ἐπιστολές, κείμενα διδαχῆς, ἐκκλησιαστι­κὲς νομοθεσίες, κεί­με­να γραμ­ματείας (πρακτικά, κατάλογοι, καταγραφές, κ.λπ.), κείμενα λογο­τεχνικά (ποιητικά, βιογραφικά, ὑμνογραφικά), κείμενα πεζὰ λα­τρευ­τικά (εὐχές, ἀκολουθίες, διατάξεις), καὶ λοιπά. ὅλα αὐτὰ ἀπο­τε­λοῦν τὴν λε­γόμενη χριστιανικὴ γραμματεία ἢ χριστιανικὴ φιλολογία. εἶναι εὐνόητο ὅτι μέσα σ᾿ αὐτὰ τὰ πλαίσια ἡ ἐκκλησία ἀνέπτυξε καὶ νέ­ες ἔννοιες, πα­ρή­γαγε νέες λέξεις, ἔπλασε νέους ὅρους καὶ δημιούρ­γησε εἰδικὴ ὁρο­λογία, τὴν ἐκκλησιαστική, προκειμένου νὰ θεραπεύσῃ τὶς πολ­λαπλὲς ἀνάγκες της. ἡ καλλιέργεια τῶν γραμμάτων, ἡ ἀνάπτυξι τῶν γλωσ­σῶν ποὺ μιλοῦσαν οἱ ἀρχαῖοι χριστιανοί, καὶ ἡ παραγωγὴ νέ­ων λέ­ξεων ὡ­δή­γησαν ἀναπόφευκτα καὶ στὴν ἐμφάνισι νέων γραμμα­τικῶν φαι­νομένων καὶ ἑνοτήτων, ὅπως τυπολογικῶν συντακτικῶν καὶ ὀρθο­γραφικῶν. δὲν θὰ ἦταν καθόλου ὑπερβολὴ νὰ ποῦμε ὅτι σὲ κάποια σημεῖα ἡ ἐκκλη­σία ἔχει δική της γραμματική καὶ δικό της λεξιλόγιο μὲ ἰδιαίτερη ὀρθο­γρα­φία καὶ ξεχωριστὴ ἐτυμολογία. τέτοια περίπτωσι εἶναι οἱ ὀνομασίες εἰδικῶν ὑφασμάτινων ἀντικει­μέ­νων λειτουργικῆς ἢ ἱερατικῆς χρήσεως, τὰ ὁποῖα ὀνο­μά­ζον­ται ἄμφια.

Ἂν καὶ ἡ συντριπτικὴ πλειονότης τῶν ἐκκλησιαστικῶν ὅρων εἶναι ἑλληνικῆς προελεύσεως, ἐντούτοις ὑπάρχουν καὶ ἀρκετοὶ λατινικοὶ ἢ καὶ ἀνάμικτοι, διότι ἐνίοτε ἡ ἐμφάνισι κάποιων ἀντικειμένων ἢ ἐννοιῶν γι­νό­ταν μέσα σὲ ἕνα περιβάλλον ὄχι ὁμοιογενὲς γλωσσικά. αὐτὸ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νὰ ὑπάρχουν ἀμφιβολίες γιὰ τὴν ἀκριβῆ ἔννοια, ἐτυμο­λο­γία, καὶ ὀρθογραφία αὐτῶν τῶν λέξεων. κάτι τέτοιο συμβαίνει καὶ μὲ τὶς ὀνομασίες τῶν λει­τουργικῶν ἀμφίων. σχεδὸν δὲν ὑπάρχει ἔκδοσι, παλαιὰ ἢ νεω­τέρα, ἐκκλησιαστικὴ ἢ φιλολογική, ποὺ νὰ ἔχῃ ὅλα τὰ ὀνό­ματα τῶν ἀμφίων ὠρ­θογραφημένα, ἀλλὰ ἐπικρατεῖ δια­φωνία καὶ σύγ­χυσι ἀπὸ ἔκδοσι σὲ ἔκδοσι, διότι προφανῶς οἱ περισσότεροι συγγραφεῖς ἐπιμελητὲς καὶ ἐκδότες ἀ­γνοοῦν ἢ δὲν λαμβά­νουν ὑπόψι τους τὴν ἐτυ­μο­λο­γία τῶν λέξεων. ἀμφιβο­λία ὑπάρχει συνήθως γιὰ τὴν ὀρθογραφία τῶν παρακάτω ὀνομάτων.

ἀντιμήνσιον· ἑλληνολατινικὸς ὅρος ἀπὸ τὶς λέξεις ἀντὶ + mensa (= τράπεζα), ὅπου τὸ e εἶναι θέσει μακρόν, ἄρα μεταγράφεται μὲ η.

στιχάριον· ὑποκοριστικὸν τοῦ θηλυκοῦ στίχη (᾿Ι. Ζηκίδης) ἢ τοῦ ἀρ­σε­νι­κοῦ στίχος = περίπατος (῾Ησύχιος), τὰ ὁποῖα προέρχονται ἀπὸ τὸ ἀ­σθενὲς θέμα τοῦ β΄ ἀορίστου ἔστιχον τοῦ ῥήματος στείχω = βαδίζω (ὅπως λάθος ἀπὸ τὸ ἔλαθον τοῦ λανθάνω, ἁμαρτία ἀπὸ τὸ ἥμαρτον τοῦ ἁμαρ­τάνω, γέ­νεσις ἀπὸ τὸ ἐγενό­μην τοῦ γίγνομαι, *λιπὴς [β΄ συνθετικὸ στὸ ἐλ­λιπὴς] ἀπὸ τὸ ἔλιπον τοῦ λείπω).

φαιλόνιον· ὑποκοριστικὸν τοῦ φαιλόνης (Β΄ Τι 4:14), ἀπὸ τὸ λα­τι­νικὸ paenulus, τὸ ὁποῖο τονίζεται στὴν προπαραλήγουσα, ἄρα τὸ u τῆς παραλη­γούσης εἶναι βραχὺ καὶ μεταγράφεται μὲ τὸ ο καὶ ὄχι μὲ τὸ ω· ἡ δὲ μετάθεσι καὶ ἀντιμετάθεσι συλλαβῶν ἢ φθόγγων (ὅπως ἐδῶ τῶν ν καὶ λ ἀντὶ φαινόλης καὶ φαινόλιον) εἶναι γνωστὸ γλωσσικὸ φαινό­μενο ὅπως Δούναβις - Δάνουβις, τήγανον - τάγηνον, τάφρος - τράφος, ἐνταῦθα - ἐν­θαῦτα, ῥωδάκινον – δωράκινον, καλ(λ)ημαύκιον - καμηλ(λ)αύκιον (ἀ­πὸ τὸ λατινικὸ camella = εἶδος ποτηρίου), καὶ ἄλλα.

ὠρά­ριον (= ἄμφιον ἱκεσίας)· παράγεται ἀπὸ τὸ λατινικὸ ῥῆμα oro (= ἱκετεύω, προσεύ­χο­μαι), ποὺ ἔχει τὸ ἀρχικὸ o μακρόν, ἤ τοι ἑλληνιστὶ ω, ἀλλὰ δὲν ἔχει στὴν ἀρχὴ h, ἤ τοι δασεῖα (ἡ ἐτυμολογία ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ λέξι ὥρα εἶναι ἐ­σφαλμένη)· ἑπομένως θέλει ω μὲ ψιλὴ καὶ ὄχι μὲ δασεῖα.

᾿Εκεῖ ποὺ ἡ ἐκκλησία ὄχι ἁπλῶς δημιούργησε νέες λέξεις καὶ ἔν­νοι­ες, ἀλλὰ στὴν κυριολεξία ἔφτιαξε μία δική της καινούργια γλῶσσα μὲ πλή­ρη γραμματικὴ θεωρία καὶ ὡλοκληρωμένο σύστημα κανόνων καὶ ὀρ­θο­γρα­φίας εἶναι ἡ ἐπιστήμη τῆς μουσικῆς ἢ «ψαλτικῆς τέχνης». καὶ ὅ­πως μιλᾶμε γιὰ χριστιανικὰ γράμματα καὶ ἐκκλησιαστικὴ φιλολογία ἔ­τσι ἀκριβῶς κά­νου­με λόγο γιὰ ἐκκλησιαστικὴ μουσικὴ καὶ γιὰ χριστια­νικὴ μου­σι­κὴ φι­λολογία. στὴν ἐκκλησία τὰ μουσικὰ γράμματα λέγονται μουσι­κοὶ χα­ρακτῆρεςσημαδόφωνα (ἀντιστοίχως στὴν εὐρωπαϊκὴ μου­σικὴ λέγον­ται νότεςφθογγόσημα) καὶ ἡ μουσικὴ γραφὴ λέγεται ση­μειογραφίαπαρασημαντική. καὶ ἐφόσον ἡ ἐκκλησιαστικὴ μουσικὴ ἔ­χει ὀρθογραφικοὺς κανόνες, σημαίνει ὅτι γίνονται καὶ μουσικὰ ὀρθο­γρα­φι­κὰ λάθη, ποὺ χρειάζονται ἐξειδικευμένες γνώσεις, γιὰ νὰ ἐπι­ση­μαν­θοῦν καὶ νὰ διορθωθοῦν, διότι αὐτὰ τὰ λάθη ἐπηρεάζουν τὴν σωστὴ ἀπόδοσι τῶν ὕμνων ἀπὸ μουσικῆς ἀπόψεως. θὰ ἀναφέρω μόνο μία περίπτωσι ἑνὸς μικροῦ τέτοιου ὀρθογραφικοῦ λάθους, καθὼς ἀπὸ τεχνι­κῆς ἀπόψεως δὲν εἶναι εὔκολο νὰ δοθῇ καὶ ὀπτικὸ δεῖγμα.

Στὸν Μουσικὸ Πανδέκτη τῶν ἐκδόσεων «Ζωή», στὸν 4ο τόμο (τῆς λειτουργίας), σελ. 88, ὑπάρχει τὸ σύντομο χερουβικὸν τοῦ Θεο­δώ­ρου Φωκαέως σὲ ἦχο πλ. α΄. στὴν ἑπόμενη σελίδα (89), στὴν μουσικὴ φράσι «ζωοποι–ζωοποιω» καὶ ἀκριβῶς στὸ δεύτερο «ποι» ὑπάρχουν δύο ση­μα­δόφωνα («ὀλίγον» καὶ «κεντήματα») ποὺ «διαβάζονται» («παραλ­λαγίζονται») Κε-Ζω. κάτω ἀπὸ τὸ πρῶτο σημαδόφωνο («ὀλίγον» = Κε) ὑπάρχει ἕνα σημάδι, ποὺ ὀνομάζεται «φθορὰ τοῦ Πα», καὶ ζητεῖ τὸ συγκεκριμένο σημαδόφωνο («ὀλίγον») νὰ διαβαστῇ ὄχι Κε, ποὺ εἶναι τὸ κανονικό του, ἀλλὰ Πα (μὲ ὅρους εὐρωπαϊκῆς μουσικῆς θὰ λέγαμε πε­ρί­που ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ διαβαστῇ ὄχι Λα, ποὺ εἶναι τὸ σωστό, ἀλλὰ Ρε). αὐτὴ ἡ ἀλλαγὴ θὰ πρέπει νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν ἀνάγνωσι-«πα­ραλ­λαγὴ» (ἑπομένως δε καὶ τὸ μέλος) καὶ τῶν ὑπολοίπων σημαδοφώνων μέχρι τὴν ἀκόλουθη μουσικὴ φράσι «Τριάδι», ἐνῷ ἡ ἐπαναφορὰ στὴν ὀρθὴ ἀνά­γνωσι θὰ γινόταν στὴν μεθεπόμενη φράσι «τὸν τρισάγιον» καὶ ἀκριβῶς στὴν συλλαβὴ «σά». ἀκολούθως συνεπάγεται ὅτι εἶναι λάθος καὶ οἱ μουσικὲς μαρτυρίες ποὺ ὑπάρχουν σὲ δύο σημεῖα μέσα στὴν ἐξεταζό­μενη περιοχὴ καὶ πρέπει νὰ διορθωθοῦν καταλλήλως. δὲν χρειάζεται ὅμως νὰ γίνῃ τίποτε ἀπὸ τὰ παραπάνω, διότι ἁπλούστατα ἡ φθορὰ τοῦ Πα κάτω ἀπὸ τὸ ὀλίγον στὴν συλλαβὴ «ποι» ὀφείλεται σὲ τυπογραφικὸ λάθος. ὅπως διεπίστωσα σὲ σχετικὴ ἔρευνα, ὁ μελοποιὸς καὶ πρῶτος ἐκδότης τοῦ συγκεκριμένου χερουβικοῦ Θεόδωρος Φωκαεὺς στὴν ἔκδοσί του, ποὺ πραγματοποίησε στὴν Κωνσταντινούπολι τὸ 1848 («Μουσικὴ Μέλισσα», σελ. 83) ἀντὶ γιὰ τὴν φθορὰ τοῦ Πα εἶχε βάλει τὴν φθορὰ τοῦ Κε, διότι προφανῶς μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ἤθελε νὰ δηλώσῃ ὅτι ὁ φθόγγος Ζω δὲν θὰ εἶναι πλέον ἐναρμόνιος (ὅπως εἶχε σημειώσει σὲ προηγούμενη μουσικὴ φράσι) ἀλλὰ φυσικός. σὲ μεταγενέστερες ἐκδό­σεις ὅμως ἔγινε τυπογραφικὸ λάθος καὶ ἀντὶ γιὰ τὴν «φθορὰ τοῦ Κε» μπῆκε ἡ «φθορὰ τοῦ Πα», οἱ ὁποῖες μοιάζουν κιόλας μεταξύ τους. τὸ λάθος αὐτὸ ὑπάρχει στὴν ἔκδοσι τοῦ ᾿Αλεξάνδρου Φωκαέως ποὺ ἦταν γιὸς τοῦ μελοποιοῦ («Μουσικὸν ἐγκόλπιον», Θεσσαλονίκη 1869 [= 1879], σ. 309), στὴν ἔκδοσι τοῦ ῾Αγιορείτου μοναχοῦ Νεκταρίου ἱερο­ψάλτου («Μουσικὸς θησαυρὸς τῆς λειτουργίας», ῞Αγιον Ὄρος 1931, σελ. 157), καὶ στὸν προαναφερθέντα «Μουσικὸ Πανδέκτη». στὴν «Μουσικὴ συλλογὴ» τοῦ Γεωργίου Πρωγάκη (τόμος 3ος, Κωνσταντινούπολις 1910 [= 1911], σελ. 78) καὶ στὴν «Θ. Λειτουργία» τοῦ ῾Αγιορείτου ἱερομο­νά­χου ῾Ιεροθέου (῞Αγιον Ὄρος 1987, σελ. 141) δὲν ὑπάρχει καμ­μία φθορὰ στὸ ἐπίμαχο σημεῖον, γιὰ τὸ ὁποῖο λάθος ὑποθέτω ὅτι δὲν ὀφείλεται σὲ τυπο­γρα­φικὴ ἀβλεψία ἀλλὰ σὲ ἐσκεμμένη ἐνέργεια τοῦ ἐκδότου.

Τὰ παραπάνω παραδείγματα δείχνουν ἐπαρκῶς ὅτι ἡ ἐκκλησία ὄχι ἁπλῶς καλλιέργησε τὰ γράμματα, ἀλλὰ καὶ ἀνέπτυξε νέους ἐπιστη­μο­νικοὺς τομεῖς, δημιουργῶντας ταυτοχρόνως ἕναν λαμπρὸ καὶ ἀξιόλογο πο­λιτισμό.

 

25 νοεμβρίου 2011

 

(δημοσιεύτηκε στὸν «᾿Εκκλησιολόγο», 3/12/2011)