7. ᾿Εκκλησιαστικὴ μουσική — ἱστορία, θεωρία, μελοποιήσεις Ἱστορία, θεωρία καὶ πρᾶξις

 

Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ

ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΡΩΓΑΚΗ

 

 

ὑπὸ Διονυσίου ᾿Ανατολικιώτου*

 

 

Πατριαρχικὸ ὕφος καὶ μουσικὰ μαθήματα

 

1. Τὸ πατριαρχικὸ ψαλτικὸ ὕφος δὲν συνίσταται μόνον στὸν τρόπο τοῦ ψάλλειν, ἀποδόσεως τῶν μαθημάτων καὶ ἀναλύσεως τῶν μου­σι­κῶν θέ­σε­ων, ἀλλὰ συνδέεται ἐπίσης καὶ μὲ τὰ μουσικὰ μαθή­μα­τα ποὺ ψάλλονται στὸν πατριαρχικὸ ναό. ἡ μακραίωνη παράδοσι τῆς Μεγά­λης ᾿Εκκλη­σί­ας δι­ε­μόρ­φωσε ἕνα συγκεκριμένο ῥεπερτόριο μαθη­μά­των ἀνάλογα μὲ τὶς ἀ­νάγ­κες καὶ τὶς περιστάσεις κάθε ἀκολουθίας καὶ κάθε ἑορτῆς. βα­σι­κὰ χαρα­κτη­ρι­στικὰ τοῦ ῥε­περτορίου αὐτοῦ εἶναι 1ον ἡ σχετικὴ ἀρ­χαι­ό­της τῶν μαθη­μά­των καὶ 2ον ἡ προέλευσί τους ἀπὸ τοὺς πα­τρι­αρ­χι­κοὺς ψάλ­τες, οἱ ὁποῖοι φροντί­ζουν εἴτε νὰ καταγράφουν τὴν παράδοσι ποὺ παρέ­λαβαν, ὥστε νὰ παρα­μεί­νῃ ἀνόθευτη καὶ στοὺς δια­δόχους των, εἴτε οἱ ἴδιοι νὰ με­λοποιοῦν νέ­α μαθήματα ἢ νὰ δια­σκευ­άζουν τὰ πα­λαι­ό­τερα, γιὰ νὰ τὰ προσαρ­μό­σουν στὶς νεώτερες λατρευ­τι­κὲς ἀνάγ­κες. παράδειγμα νέων με­λοποιήσεων ἔχουμε ἀπὸ τὸν Γρηγόριο πρωτοψάλτη, ποὺ με­λο­ποί­ησε τὸ «Ἄξιον ἐστὶ» τῆς λειτουργίας στοὺς ὀκτὼ ἤχους. παράδειγμα με­λο­ποιίας λόγῳ λειτουρ­γι­κῶν ἐξελίξεων εἶναι τὰ κοινωνικὰ τοῦ Πέτρου ποὺ εἶναι συν­τομώτερα ἀπὸ τὰ κοινωνικὰ τοῦ Δανιήλ. παράδειγμα διασκευῶν εἶ­ναι κάποια κοι­νω­νικὰ παλαιοτέρων πατριαρχικῶν ψαλτῶν ποὺ πα­ρα­­θέ­τει ὁ Κων­σταν­τῖ­νος Βυζάντιος στὸ «Ταμεῖον ᾿Αν­θο­λογίας» του (2ος τό­μος, ἐν Κωνσταν­τι­νου­πόλει 1846) χωρὶς τὸ κράτημα τῆς πρωτότυπης συν­θέσεως, ὅπως τὸ κοινωνικὸν τῆς ἀνα­λή­ψεως τοῦ Πέτρου σὲ ἦχο δ΄ (ἅγια).

2. Χρονικὰ τὸ ῥεπερτόριο μαθημάτων τοῦ πατριαρχικοῦ ναοῦ δια­μορ­φώ­νεται κυρίως ἀπὸ τὸν 18ο αἰῶνα, καθὼς ὑπάρχουν ἀρκετὰ μαθήματα τῶν τότε ψαλτῶν (κυρίως ἀπὸ τὸν ᾿Ιωάννη Τραπεζούντιο καὶ μετά), ἀλ­λὰ λαμβάνει μία σταθερὴ μορφὴ στὶς ἀρχὲς τοῦ 19ου αἰῶνος χάρι στὴν ἀλ­λα­γὴ τῆς μουσικῆς σημειογραφίας μὲ τὴν καθιέρωσι τῆς νέας μεθό­δου καὶ στὴν μουσικὴ τυπογραφία, ἡ ὁποία ἐπίσης στηρίζεται στὴν νέα μέ­θο­δο καὶ τὴν ἐπιβάλλει. βασικὸς σταθμὸς εἶναι τὸ πρόσωπο τοῦ λαμ­παδα­ρί­ου Πέ­τρου τοῦ Πελοποννησίου (1771-1778), ὁ ὁποῖος συνδέει τὶς δύο ἐπο­χές, τὴν μουσικὴ παράδοσι τοῦ 18ου αἰῶνος μὲ τὴν μουσικὴ ἀλ­λαγὴ στὴν πα­ρα­ση­μαν­τικὴ τοῦ 19ου αἰῶνος, καθὼς ὁ ἴδιος ἀπὸ τὴν μιὰ εἶναι ὁ πρῶ­τος συλ­λο­γεὺς καὶ καταγραφεὺς τῶν πατριαρχικῶν με­λῶν τῶν πρὶν ἀπὸ αὐτὸν ἀλλὰ καὶ ὅσων ψάλλονταν κατὰ τοὺς δικούς του χρόνους, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλ­λη ταυτόχρονα εἶναι ἐκεῖνος ποὺ προωθεῖ τὴν ἁ­πλοποίησι τῆς πα­ρα­σημαν­τι­κῆς καὶ τὴν περαιτέρω ἐξή­γησι τῶν «δει­νῶν θέσεων». ἔτσι οἱ τρεῖς δι­δά­σκα­λοι Γρηγόριος, Χουρμού­ζιος καὶ Χρύ­σανθος ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν θὰ ὁλοκλη­ρώ­σουν τὴν μεταρρύθμισι τῆς μου­σι­κῆς παρασημαντικῆς κατ᾿ οὐσίαν συνε­χί­ζον­τας καὶ ἐπεκτεί­νον­τας τὸ ἔρ­γο τοῦ Πέτρου, ἀφ᾿ ἑτέρου δὲ θὰ ἀντλήσουν ἀπὸ τὴν δική του συλλογὴ χρη­σιμοποιῶντάς την σὰν μία δε­ξαμενὴ ὑλικοῦ γιὰ τὰ περισσότερα μα­θή­ματα ποὺ ἐπέλεξαν νὰ ἐξη­γή­σουν στὴν νέα παρα­ση­μαντικὴ καὶ νὰ πα­ρου­σι­ά­σουν σὲ διάφορες ἐκδο­τι­κὲς μορφὲς ὡς τὰ πιὸ ἀπαραίτητα γιὰ τὶς τρέ­χου­σες ἀνάγκες τοῦ ψαλ­τικοῦ κόσμου. οἱ νεώτεροι ψάλτες τοῦ πατριαρχείου ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 19ου αἰῶνος καὶ μετὰ εἶναι ἐ­πι­φορτισμένοι πλέ­ον μὲ διπλῆ ἀποστολή· 1ον, συν­ε­­χί­ζουν καὶ διατηροῦν αὐ­τὸ τὸ βα­σικὸ ῥεπερτόριο μαθημάτων, καὶ 2ον, οἱ ὅ­ποιες ἀλλαγὲς ποὺ ἐπι­φέρουν φροντίζουν νὰ εἶναι ἐναρ­μονι­σμέ­νες μὲ τὸ προϋ­πάρχον ὑλικό, πρᾶγμα ποὺ σημαίνει γιὰ τὰ μουσικὰ μέλη ὅ­τι πρέ­πει ἁδρομερῶς νὰ ἀκο­λου­θοῦν τὶς ἴδιες μουσικὲς θέσεις καὶ τὶς ἴ­διες ἀρ­χὲς με­λο­ποιίας μὲ τὰ πα­λαι­ότερα μαθήματα.

 

 

᾿Εκδόσεις πατριαρχικῶν μαθημάτων

 

3. Μέσα στὴν πρώτη ἑκατονταετία ἀπὸ τὴν καθιέρωσι τῆς νέας μεθό­δου ἐκδόθηκαν δύο σπουδαῖες μουσικὲς συλλογές, ποὺ ἀπο­τυ­πώ­νουν κα­τὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον τὸ βασικὸ ῥεπερτόριο τοῦ πατρι­αρ­χι­κοῦ ναοῦ γιὰ τὰ σταθερὰ μέλη τῶν τριῶν ἀκολουθιῶν ῾Εσπερινοῦ, Ὄρ­θρου καὶ Λει­τουρ­γίας. ἡ πρώτη εἶναι ἡ τετράτομη μουσικὴ συλ­λογὴ μὲ τὸν τίτλο «Παν­δέκτη τῆς ἱερᾶς ἐκκλησιαστικῆς ὑμνῳδίας τοῦ ὅλου ἐνιαυτοῦ», ἐκδο­θεῖ­σα ὑπὸ ᾿Ιωάννου λαμπαδαρίου καὶ Στεφάνου α΄ δομε­στίκου τῆς τοῦ Χρι­στοῦ Με­γάλης ᾿Εκκλησίας, ἐν Κωνσταν­τινου­πόλει 1850-1851. εἶναι οὐσιαστικὰ ἡ Παπαδικὴ τοῦ πρωτοψάλτου Γρη­γο­­ρί­ου Λευί­του μὲ κάποιες συμπλη­ρώ­σεις μαθημάτων τοῦ Χουρμουζίου καὶ νεω­τέ­ρων μελοποιῶν, ἑπομένως ὡς συλλογὴ ἐκτεί­νεται σὲ μεγαλεί­τε­ρο εὖρος ἀπὸ τὰ μα­θήματα τὰ ψαλ­λό­με­να στὸν πατριαρχικὸ ναό, τὰ πε­ριλαμβάνει ὅ­μως καὶ αὐτὰ καὶ ἀποτέλεσε ση­μεῖο ἀναφορᾶς τοῦ ῥεπερ­το­ρίου τῶν πα­τρι­αρ­χι­κῶν ψαλτῶν τοὐλά­χι­στον μέχρι τὴν ἔκδοσι τῆς δευ­τέ­ρας συλ­λο­γῆς στὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰῶνος, διότι ἐν τῷ μεταξὺ δὲν ἔγινε ἄλλη παρόμοια ἔκδο­σι ἐκτὸς ἀπὸ τὶς ἐ­πα­ν­εκ­δόσεις τῶν ἀν­θο­λο­γι­ῶν τοῦ Θε­οδώρου τοῦ Φωκαέ­ως καὶ ἄλλων.

4. ῾Η δεύτερη σπουδαία τέτοια ἔκδοσι εἶναι ἡ τρίτομη «Μουσικὴ Συλ­λο­γὴ» τοῦ Γεωργίου Πρω­γάκη, ἐν Κωνσταν­τινουπόλει 1909-1911, ἡ ὁ­ποία κα­θι­ερώνεται σχεδὸν ἀμέσως ὡς τὸ ἐ­πί­σημο μουσικὸ βιβλίο τῶν πατριαρ­χικῶν ψαλ­τῶν, στὸ ὁποῖο κατα­γρά­φον­ται τὰ μέλη ποὺ ψάλλονται στὸν πα­τριαρ­χικὸ ναὸ καὶ μὲ τὸν τρόπο ποὺ ψάλλονται, δηλαδὴ κυρίως ἀπὸ τὶς με­τα­γραφὲς τοῦ Γρηγορίου, γι᾿ αὐτὸ στὴν ἔκδοσι τοῦ Πρωγάκη ἀνα­δη­μο­σι­εύεται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἡ με­ταγραφικὴ πα­ράδοσι τοῦ Γρηγορίου ἀπὸ τὴν Παν­δέκτη· ἡ μεταγραφικὴ παράδοσι τοῦ Χουρμουζίου ἀντιπροσω­πεύ­ε­ται ἐλάχιστα. ἡ συλλογὴ αὐτὴ ὑπῆρξε κα­θο­ρι­στικὴ γιὰ τὸ ῥεπερτόριο τῶν ἐκκλησιαστικῶν μα­θημάτων ὄχι μόνον στὴν Κωνσταν­τι­νού­πολι ἀλ­λὰ καὶ σὲ ὅλη τὴν ἑλληνό­φωνη ὀρ­θο­δοξία κατὰ τὸν 20ὸ αἰῶνα, καὶ παρα­μέ­νει σημεῖο ἀναφορᾶς μέχρι τὶς ἡμέρες μας· γι᾿ αὐτὸ καὶ ἐπανεκδίδεται μέχρι σήμερα. στὴν συνέχεια ἐξετάζω τὴν ἔκδο­σι καὶ τὰ περιεχόμενα τῆς συλλογῆς Πρω­γά­κη μὲ σκοπὸ νὰ ἀναδειχθοῦν οἱ συντελεστὲς ποὺ δη­μι­ούργησαν τὴν ἀ­πο­τυ­πωθεῖσα παράδοσι.

 

 

῾Ο χρόνος ἐκδόσεως τῆς «Μουσικῆς Συλλογῆς» Πρωγάκη

 

5. ῾Ο Γεώργιος Πρωγάκης ἐκδίδει τὸν πρῶτο τόμο τῆς συλλογῆς του τὸν ὀκτώβριο τοῦ 1909 στὸ πατριαρχικὸ τυπογραφεῖο μὲ μαθήματα τῆς ἀ­κο­λουθίας τοῦ ἑ­σπε­ρινοῦ. ὁ δεύτερος τόμος περιλαμβάνει τὰ μαθήματα τοῦ ὄρθρου καὶ ἐκδίδεται τὸ 1910. θὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ ἐδῶ ὁ χρό­νος ἐκδό­σε­ως τοῦ τρίτου τόμου, ποὺ περιλαμβάνει «ἅπαντα τὰ μαθή­μα­τα τῆς λει­τουρ­γί­ας». στὴν προμετωπίδα τοῦ τόμου σημειώνεται ὡς ἔτος ἐκδόσεως τὸ 1910, στὴν πραγματικότητα ὅμως ἐκδόθηκε τὸ 1911, ὅπως τεκμαίρεται ἀπὸ τὰ ἀκόλουθα.

α) ῞Οταν συνταξιοδοτήθηκε ὁ πρωτοψάλτης Γεώργιος Βιολάκης τὸ 1905, τὸν διαδέχθηκε κατὰ τάξιν ὁ μέχρι τότε λαμπα­δά­ριος ᾿Αριστείδης Νι­κο­λαΐδης, ποὺ παρέμεινε στὴν θέ­σι αὐτὴ μέχρι τὴν ἀποχώρησί του τὸ 1911 (Π. ᾿Αντωνέλλη, «῾Η Βυζαντινὴ ᾿Εκκλησιαστικὴ Μουσική», ᾿Αθῆναι 1956, σ. 130· καὶ πίναξ μεταξὺ τῶν σ. 144 καὶ 145). ὅμως στὸν 3o τόμο τῆς «Μου­σικῆς Συλλογῆς» τοῦ Γ. Πρω­γάκη τὸν φε­ρό­μενο ὡς ἐκδο­θέν­τα τὸ 1910 σημειώνεται στὸν Κατάλογο τῶν φιλομούσων συνδρομητῶν καὶ «ὁ ἄρ­χων πρώην Πρωτο­ψάλτης κ. ᾿Αρι­στεί­δης» (σ. 563). ἄρα ὅταν ἐκδό­θη­κε ὁ 3ος τόμος, ἦταν 1911, καὶ ὁ ᾿Α. Νικολαΐδης εἶχε ἤδη ἀποχωρήσει.

β) ᾿Επίσης ὁ Γ. Πρωγάκης στὴν σ. 558 τοῦ ἰδίου τόμου ἀ­να­φέρει τοὺς ἀπο­φοίτους τῆς θεο­λογικῆς σχολῆς Χάλκης «τοῦ σχολι­κοῦ ἔτους 1909-1910», στὴν δὲ ἑπόμενη σελίδα 559 ἀναφέρει ὀνομαστικῶς τοὺς μαθητὲς «τοῦ παρόντος σχολι­κοῦ ἔτους 1910-1911». ἐμμέσως δηλαδὴ ὁρίζει τὰ ὅρια ἐκδό­σεως τοῦ τόμου μὲ βάσι τὸ σχολικὸ ἔτος, ἄρα μπορεῖ νὰ περι­λαμ­βά­νε­ται καὶ τὸ πρῶτο ἑξά­μηνο τοῦ 1911.

γ) Στὴν σ. 537 τοῦ 3ου τό­μου ὁ ἐκδότης ἔχει ἕνα κείμενο μὲ τὸν τίτλο Ἔκφρασις εὐχα­ρι­στιῶν, στὸ ὁποῖο εὐχαριστεῖ τὰ πρόσωπα ποὺ συνέβαλαν στὴν ἔκδοσι· μεταξὺ ἄλλων εὐ­χα­ρι­στεῖ «ἰδίᾳ τῷ φιλο­πό­νῳ καὶ δραστηρίῳ ἄρχοντι τῆς τοῦ Χριστοῦ Μ. ᾿Εκκλησίας κ. Κων­σταν­τί­νῳ Κλάββᾳ, εἰς οὗ τὴν ἐμπει­ρί­αν καὶ ἱκανότητα ὀφείλεται κατὰ μέγα μέρος ἡ ἐπιτυχία τῆς παρού­σης ἐκδόσεως». στὸν ἴδιο τόμο ὁ Κων. Κλάββας σημειώνεται ὡς λαμπαδάριος τῆς Μεγάλης ᾿Εκκλησίας στὶς σ. 230, 435 καὶ 537, ἐνῶ στὸν 1ο τόμο (σ. 255) σημειώνεται ἀκόμη ὡς α΄ δομέστικος. ὡς γνωστόν, ὁ Κ. Κλάββας διετέλεσε λαμπαδάριος μὲ τὴν συνταξιοδότησι τοῦ ᾿Α. Νικολαΐ­δη ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 1911 (μέχρι τὸ 1915), ἦταν δὲ ἐκεῖνος ποὺ ἐπι­με­λή­θηκε τὴν στοιχειοθεσία τῆς τρίτομης Μου­σι­κῆς Συλ­λογῆς στὸ πατριαρ­χι­κὸ τυ­πο­γραφεῖο.

δ) Πάλι στὸν 3ο τόμο (σ. 561) ὑπάρχει ἡ ἑξῆς ἀναφορὰ γιὰ τὸν ᾿Ιάκωβο Ναυπλιώτη· «ὁ ἄρχων πρωτοψάλτης κ. ᾿Ιάκωβος». εἶναι γνωστὸ βεβαίως ὅτι ὁ ᾿Ι. Ναυπλιώτης ἀνέλαβε ὡς πρωτοψάλτης τοῦ πατριαρχικοῦ ναοῦ τὸ 1911 καὶ ὄχι τὸ 1910. στὴν συνέχεια μάλιστα θὰ ἐξετάσουμε καὶ σχετικὲς μαρτυρίες.

ἀπὸ ὅλα τὰ παραπάνω συνάγεται ὅτι ὁ 3ος τόμος ἐκ­δό­θηκε τὸ 1911 (καὶ ὄχι τὸ 1910).

6. ᾿Απὸ τὸ 1905 μέχρι τὸ 1911 πρωτοψάλτης τοῦ πατριαρχικοῦ ναοῦ ἦταν ὁ ᾿Αριστείδης Νι­κολαΐδης, λαμπαδάριός του ὁ ᾿Ιάκωβος Ναυπλιώτης καὶ α΄ δομέστικός του ὁ Κωνσταντῖνος Κλάββας. γι᾿ αὐτὸ στοὺς δύο πρώ­τους τόμους τοῦ Πρωγάκη ὁ Κ. Κλάββας ἀναφέρεται πράγματι ὡς α΄ δο­μέστικος, καὶ μάλιστα μὲ τὴν πληφορία ὅτι ἔψαλλε μαθήματα τοῦ δεξιοῦ χοροῦ ἀντὶ τοῦ Νικολαΐδου (1ος τόμος, σ. 255). ἔτσι ἐξηγεῖται τὸ γεγονὸς ὅτι ἐμ­φα­νί­ζε­ται ὁ Κ. Κλάββας νὰ μελοποιῇ ἢ διασκευάζῃ μαθήματα τοῦ δεξιοῦ χο­ροῦ, ἐνῷ δὲν εἶναι πρω­τοψάλτης. ὁ Κ. Κλάββας χειροθετεῖται λαμ­πα­δά­ριος τοῦ πατριαρχείου στὶς 30 ἰανουαρίου 1911, σύμφωνα μὲ πλη­ρο­­φο­ρί­α τοῦ ᾿Α. Βουδούρη (Μουσι­κο­λογικὰ Α’, §125, σ. 286). ἑπομένως ὁ 3ος τόμος ἐκδόθηκε μετὰ τὶς 30 ἰανουαρίου 1911.

 

 

Μουσικὴ Συλλογὴ καὶ ᾿Ιάκωβος Ναυπλιώτης

 

7. ῞Ενα ἀκόμη συμ­πέρασμα ἀπὸ τὴν ἡμερομηνία χειροθεσίας τοῦ Κ. Κλάββα ὡς λαμπαδαρίου εἶναι ὅτι προφα­νῶς ὁ ᾿Α. Νικο­λαΐ­δης ἀποχώρη­σε ἀπὸ τὴν ἐνεργὸ ὑπηρεσία λίγο πρίν, ἴσως στὸ διά­στη­μα 20-29 ἰανουα­ρί­ου. μὲ τὴν ἀποχώρησι ἐκείνου ὁ ᾿Ιάκωβος Ναυπλιώτης ἀνα­λαμ­βάνει τὸ δεξιὸ ἀ­να­λόγιο ἀσφαλῶς τὴν ἴδια ἡμέρα ποὺ ὁ Κ. Κλάββας ἀνα­λαμ­βάνει τὸ ἀρι­στερό, δηλαδὴ τὸ ἀργότερο στὶς 30 ἰανουαρίου 1911 καὶ ὄχι τὸν σε­πτέμβριο τοῦ ἰδίου ἔτους, ὅπως νομίζεται γενικῶς. ὁ ᾿Ι. Ναυπλιώτης δὲν χει­ροθε­τεῖ­ται ἐ­κείνη τὴν ἡμέρα ὅπως ὁ Κ. Κλάβας, διότι ἀναλαμβάνει ὡς τοπο­τη­ρη­τὴς τῆς πρωτοψαλτίας, ἀφοῦ ὁ ᾿Α. Νικολαΐδης ἀποχωρεῖ μέν, ἀλ­λὰ μᾶλλον διατηρεῖ τὸν τίτλο τοῦ ἐν ἐνερ­γείᾳ πρωτο­ψάλ­του. καὶ δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ποὺ γίνεται κάτι τέτοιο.

8. ῞Οταν ὁ Κωνσταντῖνος Βυζάντιος ἀποχώρησε ἀπὸ τὴν ἐνεργὸ ὑπη­ρε­σία, δὲν θε­ω­ρήθηκε συνταξιοδοτηθείς, ἀλλὰ διατήρησε τὸ τίτλο τοῦ πρω­το­­ψάλ­του καὶ ὠνομαζόταν «ὁ γέρων πρωτοψάλτης», ἐνῷ ὁ ᾿Ιωάννης («Γιάγ­κος») Νε­ο­χωρίτης ἦταν τοποτηρητὴς ἀπὸ τὸ 1849 καὶ ὄχι ἀπὸ τὸ 1855, ὅ­πως ὑποδεικνύουν ἔγ­γρα­φα τοῦ πα­τρι­αρ­χικοῦ ναοῦ τῆς ἐποχῆς ἐ­κεί­νης (λεπτομέρειες ἀναφέ­ρον­ται στὴν ὑπὸ ἔκδοσιν διδα­κτο­ρι­κή μου δια­τριβή). πιθανὸν κατὰ τὸ διά­στη­μα 1849-1855 ὁ Κων­σταντῖνος σπανίως χορο­στα­τοῦσε ἢ ἁπλῶς παρίστατο, ὅποτε μποροῦσε, ὁ δὲ ᾿Ιωάννη ἦταν τοπο­τη­ρη­τὴς ἀνεπισήμως, δηλαδὴ ἀντικαταστάτης τοῦ Κωνσταντίνου. ἀπὸ τὸ 1855 οἱ σωματικές δυνάμεις τοῦ τελευταίου δὲν τοῦ ἐπέ­τρε­παν οὔτε αὐτὸ τὸ ἐλάχιστο, ὁπότε ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ἔτος ἀνέλαβε καὶ ἐπι­σή­μως το­ποτηρητὴς πρωτοψάλτης ὁ ᾿Ιωάννης μέχρι τὴν κοίμησι τοῦ Κων­σταν­τίνου τὸ 1862, ὁπότε χειροθετήθηκε κανονικὰ πρωτοψάλτης. τὸ ἴδιο συν­έβη καὶ τὸ 1905, ὅταν ἀποχώρησε ὁ Γεώργιος Βιολάκης· αὐτὸς μὲν δι­ε­τή­ρησε τὸν τίτλο τοῦ πρωτοψάλτου τῆς Μεγάλης ᾿Εκκλησίας, ὁ δὲ ᾿Αρι­στεί­δης Νικολαΐδης ὡρί­στη­κε τοποτηρητὴς τῆς πρωτοψαλτίας χωρὶς χει­ρο­θεσία, ἐνῷ ὁ ᾿Ι. Ναυ­πλιώ­της χειροθετήθηκε ἀμέσως λαμπαδάριος.

9. ῾Η ἱστορία ἐπαναλαμβάνεται καὶ τὸ 1911, μόνον ποὺ ἡ περίπτωσι τῶν ᾿Ι. Ναυπλιώτη καὶ ᾿Α. Νικολαΐδη εἶναι λίγο πιὸ περίπλοκη, ἀφοῦ ὁ προ­η­γού­μενος πρωτοψάλτης Γ. Βιολάκης ζῇ ἀκόμη καὶ ὁ ᾿Α. Νικολαΐδης παρα­μέ­νει τοποτηρητὴς ἐπὶ χρόνια. γνωρίζουμε ἀπὸ μαρτυρία τοῦ ἴδιου τοῦ Γ. Βιο­λάκη (τὴν παραθέτω ἐπίσης στὴν διδακτορική μου διατριβὴ) ὅτι λίγον καιρὸ πρὸ τοῦ τέλους του εἶχε λάβει τὸν τίτλο τοῦ «ἐπιτίμου πρώην πρω­το­ψάλτου τῆς Μεγάλης ᾿Εκκλησίας». τέτοιος τίτλος ἐμφανίζεται γιὰ πρώ­τη καὶ μοναδικὴ φορά. δὲν ἀναφέρεται πότε ἀκριβῶς τοῦ δόθηκε αὐ­τὸς ὁ τίτλος, εἰκάζω ὅμως ὡς πιθανώτερο αὐτὸ νὰ ἔγινε πρὸς τὸ τέλος τοῦ 1910, ὥστε νὰ δοθῇ ἡ δυνατότης τῆς χειροθεσίας τοῦ ᾿Α. Νικολαΐδου ὡς κα­νο­νι­κοῦ πρωτο­ψάλτου ἔστω καὶ λίγους μῆνες ἢ ἑβδομάδες ἢ ἀκόμη καὶ ἡμέρες πρὸ τῆς ἀποχωρήσεώς του. θεωρῶ δηλαδὴ ὅτι ὁ ᾿Α. Νικολαΐδης δὲν ἀπο­χώ­ρησε ὡς τοποτηρητής, ἀλλὰ πρόλαβε νὰ χειροθετηθῇ πρωτο­ψάλ­της τῆς Με­γάλης ᾿Εκκλησίας, παρ᾿ ὅτι δὲν εἶναι γνωστὴ κάποια σχε­τικὴ μαρ­τυ­ρία. ἑπομένως στὶς 30 ἰανουαρίου τοῦ 1911 ἔχουμε·

– Γεώργιος Βιολάκης, ἐπίτιμος πρώην πρω­το­ψάλτης τῆς Μεγάλης ᾿Εκκλησίας,

– ᾿Αριστείδης Νικολαΐδης, (πρώην) πρω­το­ψάλτης τῆς Μεγάλης ᾿Εκ­κλη­σίας (ὁ ὁποῖος ἀποχωρεῖ μὲν ἀλλὰ διατηρεῖ τὸν τίτλο),

– ᾿Ι. Ναυπλιώτης, τοποτηρητὴς τῆς πρωτοψαλτίας.

10. ῾Ο Γεώργιος Βιολάκης πεθαίνει στὶς 10 ἰουλίου 1911. ἐφόσον ἀνα­φέ­ρεται ὡς ζῶν στοὺς συνδρομητὰς τοῦ 3ου τόμου τῆς Μουσικῆς Συλ­λο­γῆς Πρωγάκη (σ. 563, «ὁ ἄρχων πρώην πρωτοψάλτης κ. Γ. Βιολά­κης»), ἕπε­ται ὅτι ὁ 3ος τόμος ἐκδόθηκε πρὶν ἀπὸ τὴν ἡμερομηνία τοῦ θα­νάτου του, δηλαδὴ πρὶν ἀπὸ τὶς 10 ἰουλίου. ἑπομένως ὁ ἐν λόγῳ τόμος (570 σε­λί­δων) ἐκδόθηκε μεταξὺ φεβρουαρίου καὶ ἰουνίου τοῦ ἔτους 1911. τὸ ὅτι στὴν προμετωπίδα τοῦ τό­μου ση­μει­ώνεται ἡ χρονολογία 1910, ἐνῷ ὁ Κ. Κλάββας ἀναφέρεται ὡς λαμ­πα­δά­ριος ἀπὸ τὴν σ. 230 καὶ μετά, μπορεῖ νὰ σημαίνῃ πὼς ἡ στοι­χει­ο­θε­σία τοῦ 3ου τόμου ξεκίνησε ὄντως πρὸς τὸ τέ­λος τοῦ ἔτους ἐκείνου (ἴσως νοέμβριο ἢ δεκέμ­βρι­ο), ἀλλὰ ὡλοκληρώθηκε πολὺ ἀργότερα. ὡς ἀ­νά­­λογο παράδειγμα ἔστω ἡ Νεοελληνικὴ Γραμματικὴ τοῦ Μανόλη Τρι­αν­ταφυλλίδη, βιβλίο 442 σελίδων καὶ χωρὶς τὶς δυσκολίες τῆς μουσικῆς στοι­χει­οθεσίας, τὸ ὁποῖο χρειάστηκε 8 μῆνες νὰ τυπωθῇ (ἀπὸ τὸν νοέμ­βρι­ο τοῦ 1940 μέχρι τὸν ἰούνιο τοῦ 1941) λόγῳ τῶν τότε συνθη­κῶν.

11. Δύο ἐπισημάνσεις ἀκόμη, γιὰ νὰ ὁλοκληρώσω τὴν ἐξέτασι τῶν ἡμε­ρομηνιῶν καὶ τῶν τιμητικῶν τίτλων. μετὰ τὴν κοίμησι τοῦ Γ. Βιολάκη μπο­ροῦσε πλέον ὁ ᾿Α. Νικολαΐδης νὰ θεωρηθῇ καὶ ἐπισήμως συν­ταξιο­δο­τη­θεὶς καὶ νὰ ὀνομαστῇ ἐνδεχομένως καὶ αὐτὸς «ἐπίτιμος πρώην πρω­το­ψάλ­της» ἢ ὅπως ἀλλιῶς ὠνομάστηκε. ἂν ἀπὸ τὴν ἡμερομηνία κοι­μή­σε­ως τοῦ Γ. Βιολάκη ὑπολογίσουμε 40 ἡμέρες, φθάνουμε στὶς 20 αὐγούστου. ἴ­σως λοιπὸν πρὸς τὸ τέλος αὐγούστου ἔγινε ἡ ἀλλαγὴ τίτλου γιὰ τὸν Νι­κο­λαΐδη. ἡ χειροθεσία τοῦ ᾿Ι. Ναυπλιώτου ὡς πρωτο­ψάλ­του συνέβη τὸν σε­πτέμ­βριο τοῦ ἴδιου ἔτους, ὅπως μαρτυροῦν οἱ μαθητές του Πανα­γιώ­της Σ. ᾿Αντωνέλ­λης καὶ Ἄγγελος Λ. Βουδούρης· εἶναι ὅμως βέβαιο ὕστερα ἀπὸ τὶς μαρτυ­ρί­ες ποὺ παρέθεσα ὅτι ὁ ᾿Ι. Ναυπλιώτης εἶχε ἀναλάβει τὸ δεξιὸ ἀναλόγιο ὡς τοποτηρητὴς πολλοὺς μῆνες νωρίτερα, ἀπὸ τὸν ἰανουάριο τοῦ 1911. ὁ Π. ᾿Αν­τω­νέλλης φαίνεται νὰ ἀγνοῇ τὴν περίοδο ποὺ ἦταν το­πο­τηρητής, ἀ­φοῦ ἄλλωστε γνώρισε τὸν ᾿Ιάκωβο λίγα χρόνια ἀργότερα, τὸ 1914 ἢ 1915. ὁ Ἄ. Βουδούρης προφανῶς γνωρίζει τὸ γεγονός, διότι ἀκριβῶς ἐκείνη τὴν πε­ρίοδο ζῇ στὴν Κωνσταντινούπολι καὶ πηγαίνει συχνὰ στὸν πα­τρι­αρ­χικὸ ναό, ἀλλὰ δὲν τὸ ἀναφέρει, διό­τι μᾶλλον τὸ θε­ω­ρεῖ... ὑπο­τι­μη­τικό! ἡ ἀπελ­πι­στικὴ ἀκρισία, ἡ ἀνειλικρίνεια, ἡ ἐκ­νευ­ρι­στικὴ μερο­λη­ψία, ἡ ὑπο­κει­με­νικότης καὶ τὰ κόμπλεξ τοῦ συγκεκριμένου συγ­γρα­­φέως κυρίως στὶς ἰδιω­τι­κὲς καὶ χειρόγραφες σημειώσεις του συχνὰ δημιουργοῦν παραπλη­ροφό­ρη­σι, σύγχυσι καὶ συσκότισι τῶν πραγματικῶν γεγονότων. ὅπως εἴδαμε καὶ προη­γου­μένως, στὸν 3ο τόμο ὁ Πρωγάκης ἀναφέρει τὸν ᾿Ι. Ναυπλιώτη ὡς ἄρχοντα πρωτοψάλτη, ἐνῷ τότε ἦταν ἀκό­μη τοπο­τη­ρη­τὴς καὶ ἡ χει­ρο­θε­σία του ἔγινε μετὰ τὴν ἔκδοσι τοῦ 3ου τό­μου. αὐτὸ ση­μαί­νει ὅτι τοὐλά­χι­στον στὶς κοι­­νωνικὲς ἐπαφὲς ὁ τοπο­τη­ρητὴς τῆς πρω­το­ψαλ­τίας ἐκα­λεῖ­το «ἄρχων πρωτοψάλτης», εἰδικὰ μάλιστα ὅταν ἦταν τοπο­τη­ρητὴς γιὰ λόγους καθαρὰ τυπικοὺς καὶ ὄχι οὐσιαστι­κούς. νομίζω ὅτι τὸ ἴδιο συν­έ­βαι­νε καὶ μὲ τὸν ᾿Αριστείδη Νικολαΐδη γιὰ ὅ­σον καιρὸ χρημάτισε τυπικὰ το­ποτη­ρη­τὴς ἀλλὰ οὐσιαστικὰ πρωτο­ψάλ­της στὸ Φανάρι.

 

 

Μουσικὴ Συλλογὴ καὶ Γεώργιος Βιολάκης

 

12. ᾿Εφόσον ἡ συλ­λο­γὴ τοῦ Πρωγάκη ἀναγνωρίζε­ται ὡς ἡ πα­τρι­αρχικὴ κωδικοποίησις τῶν ψαλ­λο­μένων μελῶν στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 20οῦ αἰ­ῶνος καὶ ἐφόσον ἡ ἔκδοσί της ξεκινᾷ μόλις 4 χρόνια μετὰ τὴν συνταξιοδότησι τοῦ Γεωργί­ου Βιολάκη, καὶ ἐνῷ ἀκό­μη ἐκεῖνος ἦταν ἐν ζωῇ, θεωρῶ ὅτι ἀπο­τυ­πώνει σὲ μεγάλο ποσοστὸ τὸ ῥεπερ­τό­ριο ποὺ ὁ ἴδιος ὁ Γ. Βιο­λάκης δια­μόρ­φω­σε στὴν τριακονταετία τῆς πρω­το­ψαλ­τίας του εἴτε συνεχίζοντας τὴν χρῆσι παραδεδομένων μελῶν εἴτε εἰσάγοντας νέα. πιὸ ἁπλὰ ἡ Μουσικὴ Συλ­λο­γὴ τοῦ Πρωγάκη εἶναι κατὰ βά­σιν ἡ κωδι­κο­ποί­η­σις τῶν ἐγκυκλίων μου­σικῶν μαθημάτων ποὺ ψάλλονταν κυρίως ἐπὶ Γεωρ­γίου Βιο­λά­κη, καὶ ποὺ ἀσφαλῶς τὴν ἴδια παράδοσι μὲ πιστότητα συνέχισαν οἱ μα­θη­τές του ᾿Αριστείδης Νικο­λα­ΐ­δης (διάδο­χος στὴν πρω­το­ψαλτία), ᾿Ιάκωβος Ναυ­­πλιώ­της (λαμ­παδάριος καὶ εἶτα πρωτο­ψάλ­της) καὶ Κων­σταντῖνος Κλάβ­βας (α΄ δομέστικος καὶ μετὰ λαμπα­δά­ριος). τὸ διά­στη­μα τῶν 4-5 ἐτῶν ποὺ χωρί­ζει τὴν ἀποχώρησι τοῦ Γ. Βιολάκη ἀπὸ τὴν ἔκ­δοσι τοῦ Γ. Πρωγάκη εἶναι προφανῶς πολὺ μικρό, γιὰ νὰ ἐπέλθουν ῥι­ζι­κὲς ἀλ­λα­γές. ἀπὸ τὴν μελέτη λοι­πὸν αὐτῆς τῆς τρίτομης συλλογῆς μποροῦμε ἐν πολλοῖς νὰ διαπιστώ­σου­με τὰ μαθήματα ποὺ χρη­σι­­μο­ποιοῦνταν στὰ πα­τριαρχικὰ ἀ­να­λό­για κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ Βιολάκη.

13. ῾Η συλλογὴ Πρωγάκη μπο­ροῦ­με νὰ ποῦμε ὅτι φέ­ρει «τὴν σφραγῖ­δα» τοῦ Γεωργίου Βιολάκη μὲ τὴν ἔννοια ὅτι πε­ριέχει κάποιες δια­σκευὲς καὶ μελο­ποι­ήσεις του, οἱ ὁ­ποῖες εἶχαν πλέον καθι­ερωθῆ στὴν ἐ­πο­χή τους. ἤδη στὸν πρόλογο τοῦ 1ου τόμου (σ. ι΄) ὁ Γ. Πρωγάκης φέρει ὡς παρά­δειγμα γιὰ κάποιο μουσικὸ ζήτημα τὸ δοξαστάριον τοῦ Γ. Βιολάκη· ἄρα ἀ­κο­λουθεῖ μὲ σεβασμὸ τὴν παράδοσι καὶ διδασκαλία τοῦ ἐν λόγῳ πρω­το­ψάλτου. στὸν ἴδιο τόμο ἐπι­σημαίνουμε ἀρκετὰ στοι­χεῖα ποὺ θὰ ἀνῆ­καν στὸ ῥεπερτόριο τοῦ πα­τριαρ­χικοῦ ναοῦ τὴν ἐποχὴ τοῦ Γ. Βιολάκη, ὅπως τὸ ἀργὸ Εἰς πολλὰ ἔτη τοῦ Γεωργίου ῾Ραιδεστηνοῦ, προ­κατόχου τοῦ Βιολάκη, ἢ τὰ σύντομα ἀνοι­ξαν­τάρια τοῦ Θεοδώρου Φω­καέως, τοῦ δασκάλου του δηλαδή. στὸν ἴδιο τόμο τοῦ ἑσπερινοῦ ὑπάρχει σύν­τμησις τοῦ Μανουὴλ στὸ Μακάριος ἀνὴρ τοῦ Πέτρου, ἐνῷ τὰ ἀργὰ κεκραγάρια τοῦ ᾿Ιακώβου εἶναι ἀπὸ τὰ σταθερὰ καὶ καθιερωμένα μαθή­ματα. ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον παρουσιά­ζουν τὰ μεγάλα προκείμενα τῶν δε­σπο­τικῶν ἑορ­τῶν, διότι στὸν Πρω­γά­κη δὲν ἔχουμε τὶς ἐξη­γήσεις τοῦ Γρη­γορίου, ποὺ ὑπάρ­χουν στὴν «Μου­σικὴ Πανδέκτη», ἀλλὰ ἄλλες διασκευές τους μελῳ­δικώ­­τερες, ποὺ ἔ­χουν ἐπικρατήσει μέχρι σήμερα. ἴσως τὰ προ­κεί­μενα αὐ­τὰ νὰ εἶναι δια­σκευὲς τοῦ Γ. Βιολάκη ἢ τῶν μαθητῶν του Κλάβ­βα καὶ Ναυπλιώτη.

14. Γιὰ τὸ Θεοτόκε παρθένε πρῶτα παρατίθεται τὸ αὐτούσιο μάθη­μα τοῦ Μπερεκέτου καὶ κατόπιν ἡ διασκευὴ τοῦ Γεωργίου Βιολάκη, ὅ­που τὰ κρατήματα ἔχουν ἀντικατασταθῆ ἀπὸ συλλαβὲς λέξεων τοῦ κει­μένου. στὴν συνέχεια παρατίθεται τὸ ἴδιο μάθημα συντετμημένο ἀπὸ τὸν Γ. Βιο­λάκη. ὕστερα τὸ αὐτὸ θεοτοκίο μονόχορο στὸ σύνηθες εἱρ­μο­λο­γι­κὸ μέλος τοῦ πλ. α’ ἤχου, καὶ τέλος τὸ ἴδιο μάθημα σὲ μέλος «στι­χη­­ρα­ρικόν» (= ἀργὸν εἱρμολογικόν), ὅπως τὸ μελοποίησε ἢ κατέγραψε γιὰ πρώτη φο­ρὰ ὁ Βιολάκης. δηλαδὴ ὅλα τὰ περιεχόμενα τῆς ἐκδόσεως τοῦ Γ. Βιολάκη «Τὸ Θεοτόκε παρθένε πενταπλοῦν» (ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἀναγραμ­μα­τισμὸ τοῦ Κουκουζέλη) ἔχουν ἐνσωματωθῆ αὐτούσια στὴν «Μου­σι­κὴ Συλ­­λο­γὴ» τοῦ Πρωγάκη (τόμος 1ος, σ. 95-131)

15. Προκείμενα τῶν ἑσπερινῶν τῆς τεσσαρακοστῆς χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται τὰ τῆς «Μουσικῆς Πανδέκτης», ἤγουν τὰ τοῦ Πέτρου κατὰ τὴν ἐξή­γησιν τοῦ Γρηγορίου. ἰδιόμελα τῶν κατανυκτικῶν ἑσπερινῶν τῆς τεσ­σα­ρακο­στῆς τὰ τοῦ ᾿Ιακώβου. γιὰ τὸν ἀκάθιστο ὕμνο τὸ Θε­ὸς Κύριος τὸ ἀργὸ τὸ μέγιστο καὶ ἕτερο ἀργὸ συντομώτερο τοῦ πρώτου. μετὰ τὸ παλαιὸ ἀργὸ Τῇ ὑπερ­μά­χῳ παρατίθεται τὸ ἀργοσύντομον τοῦ ῾Ραιδε­στη­νοῦ καὶ ἕνα συν­τομώ­τε­ρον τοῦ αὐτοῦ. φαίνεται καὶ ἐδῶ ἡ συμβολὴ τοῦ Γ. ῾Ραι­δε­στη­νοῦ στὴν πα­τριαρχικὴ παράδοσι τοῦ ψαλτικοῦ ῥεπορτορίου, τὴν ὁποία σε­βά­στηκε καὶ διετήρησε ὁ Γ. Βιολάκης, εἰδάλλως δὲν θὰ καταγραφόταν. ὑπάρχουν ἐπί­σης μαθήματα τοῦ Πέτρου Βυζαντίου, τοῦ Γερμανοῦ Νέων Πα­τρῶν, τοῦ Παναγιώτου Χρυσάφη τοῦ νέου, τοῦ ᾿Ιωάννου Κλαδᾶ, τοῦ Γε­ωρ­γί­ου τοῦ Κρη­τός, καὶ διάφορα ἀρχαῖα μέλη ἀνώνυμα. στὴν ἀκολουθία τῶν προ­η­γιασμένων σημειώνεται (σ. 255) ὅτι περιλαμβάνονται κάποιες συν­θέσεις ποὺ ἔχουν καταγραφῆ ἀπὸ τὸν Κ. Κλάββα, «ὅπως ψάλλονται ἀπαραλ­λά­κτως ἐν τῇ Μεγάλῃ τοῦ Χριστοῦ ᾿Εκκλησίᾳ» (ἄρα παράδοσι ποὺ περνάει μέσα ἀπὸ τὴν περίοδο τῆς πρω­τοψαλ­τικῆς θητείας τοῦ Γ. Βιο­λά­κη), ἕνα χερου­βικὸν «Νῦν αἱ δυνάμεις» σὲ ἦχο πλ. β΄ καὶ τρία σύν­τομα «Κατευ­θυν­θήτω», σὲ ἤχους πλ. β΄, πλ. α΄ καὶ βαρύ. τοὐ­λά­χιστον τὰ «Κα­τευ­θυνθήτω» δὲν φαί­νεται νὰ εἶναι νέες συνθέσεις. δύο κοινωνικὰ Γεύσα­σθε τοῦ Στεφάνου Κούτρα τοῦ Βυ­­ζαν­τίου (σ. 260 καὶ 269) δὲν ἀποκλείεται νὰ ὀφεί­λωνται ἐπίσης στὴν παράδοσι ποὺ κα­θι­έ­ρωσε ὁ Γ. Βιολάκης, ἀφοῦ εἶχε χρηματίσει μαθητὴς καὶ τοῦ Στεφάνου Κού­τρα.

16. Στὸν 2ο τόμο τῆς Μουσικῆς Συλλογῆς ἔχουμε μεταξὺ ἄλλων διά­φορα μέλη τοῦ λαμπαδαρίου Πέτρου (τριαδικά, εὐλογητάρια, πολυ­ε­λέους, ἀργὲς δοξολογίες κ.λπ.), τοῦ Γεωργίου τοῦ Κρητός, τοῦ Χουρμουζίου χαρ­το­φύλακος, τοῦ Γεωργίου ῾Ραιδεστηνοῦ, τὰ ἀργὰ πασαπνοάρια τοῦ ᾿Ια­κώ­βου καὶ διάφορα ἀρχαῖα μέλη. ἀνάμεσα στὶς ἀργὲς δοξολογίες πε­ρι­λαμ­­βά­νεται καὶ ἡ τοῦ Γε­ωρ­γίου Βιολάκη σὲ πλ. β΄ ἦχο. στὶς σύντομες 9 δο­ξο­λο­γίες ἔχουμε· τοῦ Κων­σταντίνου πέντε (α΄, β΄, δ΄ λέγετος, πλ. α΄, πλ. β΄), δύο τοῦ Μανουὴλ πρωτοψάλτου (γ΄ καὶ βαρύς) καὶ μία τοῦ Γ. ῾Ραι­δε­στη­νοῦ. μποροῦμε νὰ συμ­περάνουμε ὅτι πολλὰ μαθήματα τοῦ Κων­σταν­τί­νου (συντμήσεις ἀρ­χαιοτέρων μελῶν, χερουβικά, κοινωνικά, δο­ξολογίες σύν­το­μες κ.λπ.) κα­θιερώνονται ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Κων­σταν­τῖνο καὶ τοὺς μαθητές του Στέ­φανο Μιχαὴλ τὸν Βυζάντιο καὶ Γ. Ραιδεστηνό, καὶ ὅτι ἔτσι δη­μι­ουρ­γήθηκε μία παράδοσι ποὺ σεβάστηκε καὶ διατήρησε ὁ Γε­ώρ­γιος Βιο­­λάκης. ἀπὸ τὰ νεώτερα (μετὰ Βιολάκην) μέλη ἐπισημαίνουμε ἕνα ᾀ­σμα­τικὸν τοῦ σταυροῦ ἀπὸ τὸν ἐκδότη Γ. Πρωγάκη (σ. 365) καὶ τὰ ἀνα­στά­σιμα εὐλογητάρια τοῦ ᾿Ηλία Τανταλίδου (σ. 389).

17. Στὰ περιεχόμενα τοῦ 3ου τόμου τῆς «Μουσικῆς Συλλογῆς» τοῦ Πρωγάκη βρίσκουμε πάλι ἀρκετὰ μαθήματα τοῦ Πέτρου λαμπαδαρίου (τυ­πικά, ἀντίφωνα, χερουβικά, κοινωνικά). ἀπὸ τὰ κοντάκια τοῦ ἐνιαυτοῦ καὶ τοὺς τρισαγίους ὕμνους ποὺ παρατίθενται ἀνωνύμως κάποια ἀνήκουν στὸν Στέ­­φανο Βυζάντιο τὸν λαμπαδάριο, ἄλλα στὸν Γ. ῾Ραιδεστηνό, ἐνῷ δὲν ἀ­πο­κλείεται ὡρισμένα νὰ εἶναι καταγραφὲς ἢ καὶ συνθέσεις τοῦ Γ. Βιολάκη. ἐπισημαίνω ὅτι τὸ σύντομο τρισάγιον τοῦ β΄ ἤχου ποὺ φέρεται ὡς ἀνώνυμο σὲ νεώ­τερες ἐκδόσεις, ἐδῶ σημειώνεται ὅτι εἶναι τοῦ Γ. Πρω­γά­κη. στὰ νεώτερα μέλη ἀνήκουν ἐπίσης καὶ τὰ γνωστὰ δύναμις τοῦ Νηλέως Καμα­ρά­δου καὶ τοῦ Γεωργίου Σαραντεκκλησιώτου. διαπι­στώ­νουμε ὅτι στὴν συλ­λο­γὴ τοῦ Πρωγάκη ἔχουν ἀφαιρεθῆ ὅλα τὰ κρατήματα χερουβικῶν καὶ κοινωνικῶν· ἀκόμη καὶ τὰ κοινω­νι­κὰ τοῦ ᾿Ιωάν­νου ψάλ­λον­­ται χωρὶς κρα­τήματα. αὐτὸ εἶναι μία πα­τρι­αρ­χικὴ πρα­κτικὴ ποὺ κα­θι­ερώθηκε μερικῶς ἀπὸ τὶς πρῶτες δεκαετίες τοῦ 19ου αἰῶνος, καὶ ποὺ προφα­νῶς γενικεύ­θηκε ἐπὶ Γεωργίου Βιολάκη. τὴν ἴδια ἐποχὴ ὁ λαμπα­δά­­ριός του ᾿Αρι­στεί­δης Νικολαΐδης ἔψαλλε τὰ κοινω­νικὰ τοῦ Δανιὴλ καὶ τοῦ Πέτρου τοῦ Βυ­ζαντίου κατὰ τὶς Κυριακὲς καὶ ἑ­ορ­τές, ἐνῷ στὶς πα­τρι­αρ­χικὲς λειτουρ­γί­ες τὰ τοῦ Γρηγο­ρί­ου ὡς ἐ­κτε­­νέ­στε­ρα, ἐπίσης χωρὶς κρα­τή­ματα.

18. ῾Η δημοσίευσις τῶν χερουβικῶν καὶ τῶν δύο στάσεων, τῶν κοι­νω­­νι­κῶν τῶν Κυριακῶν καὶ κάποιων ἄλλων μελῶν τοῦ Θεοδώρου Φω­καέως στὴν συλλογὴ Πρωγάκη σηματοδοτεῖ τὴν ἀποδοχὴ τοῦ ἐκ­κλη­σι­α­στικοῦ αὐτοῦ μελοποιοῦ ἀπὸ τὸ παραδοσιακὸ πατριαρχικὸ περιβάλλον, καθὼς λόγῳ τοῦ «ἐξωτερικοῦ» χαρακτῆρος τῶν μελῶν του παλαιότερα δὲν ψάλ­λονταν στὸν πατριαρχικὸ ναό (Μανόλη Χατζηγιακουμῆ, «᾿Οκτάηχα» Β’, τόμος 1ος, σ. 90, 101). ἀ­σφαλῶς ὁ Βιολάκης ἦταν ἐκεῖνος ποὺ εἰσή­γα­γε τὰ μα­θή­ματα τοῦ διδασκάλου του καὶ τὰ ἐμβο­λί­ασε στὴν πατριαρχικὴ παρά­δοσι, ὅπου πα­ραμένουν σὲ πρωτεύουσα θέσι μέ­χρι καὶ σήμερα. ὅ­πως ἀνα­πτύσσω διὰ μακρῶν στὴν διδακτορική μου διατριβή, ὁ Γ. Βιολάκης ἀ­φῄ­ρεσε μεμαρτυρημένως τὰ κρατήμα­τα ἀπὸ τὸ Θεοτόκε παρθένε τοῦ Μπε­ρεκέτη καὶ τὸ συνέταμε, ἐνῷ διεσκεύασε καὶ ἄλλα πα­λαιότερα μαθήματα συνεχίζον­τας καὶ σ᾿ αὐτὸ τὸ σημεῖο τὴν παράδοσι τῶν προηγου­μέ­νων του πρω­τοψαλτῶν. τί φυσικώτερο λοιπὸν αὐτὸς νὰ ἀφῄρεσε καὶ τὰ κρα­τή­μα­τα ἀπὸ τὰ μα­θή­ματα τοῦ διδασκάλου του Θεο­δώρου καὶ νὰ τὰ καθιέρωσε στὸ ῥεπερ­τόριο τοῦ πατριαρχικοῦ ναοῦ.

19. ᾿Επισημαίνω τὴν ὕπαρξι στὸν ἴδιο τόμο (σ. 383-386) τοῦ ἰδιαιτέρου κοι­νω­νικοῦ γιὰ τὴν ἑορτὴ τῆς ὑπαπαντῆς «Ἐγνώρισε Κύριος» ὑπὸ τοῦ Στε­φάνου Μωυσιάδη Κούτρα, ἐπίσης διδασκάλου τοῦ Γ. Βιολάκη. αὐτὸ τὸ νέο κοι­νωνικὸ στὸν πα­τριαρ­χικὸ ναὸ ἄρχισε νὰ ψάλ­λε­ται μετὰ τὴν ἐκ­θρό­νισι τοῦ πατριάρχου Κωνσταντίνου Ε’ (1901) ἀσφαλῶς ἐπὶ ἐπο­χῆς τῶν Γε­ωρ­γίου Βιολάκη, ᾿Αριστείδου Νικολαΐδου, ᾿Ιακώβου Ναυπλιώ­τη καὶ Κων­σταν­­τί­νου Κλάβ­βα. ὅπως στὴν «Μουσικὴ Πανδέκτη» τοῦ 1850-1851 πε­ρι­λαμ­βάνονταν καὶ λίγοι καλοφωνικοὶ εἱρμοί, ἔτσι καὶ στὸ τέλος τοῦ 3ου τό­μου τοῦ Πρωγάκη περιέχονται 7 καλοφωνικοὶ εἱρμοί, «ἀποτυπώνοντας λαμ­πρὰ τὸ ἐκλεπτυσμένο ἐπιχώριο αἰ­σθητήριο μιᾶς εὐρύτατης συλλο­γι­κῆς ἀπο­δοχῆς καὶ διαχρονίας» σύμφωνα μὲ εὔστοχο σχόλιο τοῦ Μανόλη Χα­τζηγιακουμῆ («Καλοφωνικοὶ εἱρμοί», τόμος 1ος, σ. 26, ᾿Αθήνα 2007). ἡ δια­χρονία περ­νᾷ μέσα ἀπὸ τὴν τριακονταετία τῆς πρωτοψαλτίας τοῦ Γ. Βιολάκη, καθὼς μέχρι τὴν ἐποχή του οἱ καλοφωνικοὶ εἱρμοὶ ψάλλονταν ἀκόμη στὸν χῶρο τοῦ οἰκου­με­νι­κοῦ πατριαρχείου (σὲ γεύματα καὶ δεῖπνα ποὺ παρέθετε ὁ πα­τριάρχης σὲ ἐπίσημες προσωπικότητες) δημι­ουρ­γῶν­τας μία μεγάλη καὶ ζῶσα ψαλτικὴ παράδοσι, τῆς ὁποίας τελευταῖος κρί­κος ἦταν ὁ Γ. Βιολάκης.

 

Τριπλὴ ἐπέτειος

 

20. ᾿Εν τέλει ἂν κάποιος τὴν Μουσικὴ Συλλογὴ τοῦ Πρωγάκη τὴν ὀνο­μάσῃ καὶ συλλογὴ τοῦ Γ. Βιολάκη, δὲν θὰ ἀφίσταται τῆς ἀληθείας. ἐκεῖνο ποὺ θέλω νὰ τονίσω εἶναι ὅτι τοὐλάχιστον γιὰ τὸν ἱεροψαλτικὸ κόσμο τὸ ἔτος 2011 εἶναι ἔτος τριπλῆς ἐπετείου·

α) ἐπέτειος 100 ἐτῶν ἀπὸ τὴν κοίμησι τοῦ πρωτοψάλτου Γεωργίου Βιο­λά­κη (10 ἰουλίου 1911),

β) συμπληρώνονται 100 ἔτη ἀπὸ τὴν ὁλοκλήρωσι τῆς ἐκδόσεως τῆς Μουσικῆς Συλλογῆς τοῦ Πρωγάκη, ἀφοῦ ὁ 3ος τόμος ἐκδόθηκε μέσα στὸ α’ ἑξάμηνο τοῦ 1911, ὅπως ἀποδείχθηκε ἐπαρκῶς,

καὶ γ) ἐπέτειος 100 ἐτῶν ἀπὸ τότε ποὺ ὁ ᾿Ιάκωβος Ναυπλιώτης ἀνέ­λαβε τὰ καθήκοντά του ὡς πρωτοψάλτης τῆς Μεγάλης ᾿Εκκλησίας (30 ἰ­ανουαρίου 1911).

ἡ παροῦσα τριπλὴ ἐπέτειος ἀξίζει νὰ τιμηθῇ δεόντως ἀπὸ τοὺς σημε­ρι­νοὺς ἱεροψάλτες μὲ αἰσθήματα εὐγνωμοσύνης πρὸς αὐτοὺς τοὺς τρεῖς σπου­δαίους μουσικοὺς ἄνδρες (Γ. Βιολάκη, Γ. Πρωγάκη, ᾿Ι. Ναυπλιώτη), οἱ ὁποῖοι προσέφεραν σημαντικὲς ὑπηρεσίες στὴν διάσωσι καὶ διατήρησι τῆς ὀρθοδόξου ψαλτικῆς τέχνης καὶ ἐπιστήμης.

 

Αὔγουστος 2011

 

 

 

* ῾Ο Διονύσιος ᾿Ανατολικιώτης εἶναι διδάκτωρ τῆς φιλοσοφικῆς σχολῆς ᾿Αθηνῶν, δι­πλω­ματοῦχος βυζαντινῆς μουσικῆς, ἐπι­με­λη­τὴς ἐκ­δό­σε­ων, πτυ­χιοῦ­χος κοι­νω­νι­κῆς θεο­λο­γίας, καὶ συγγραφεύς· ἀρθρογραφεῖ ἀπὸ τὸ 1985 σὲ ἔντυπα καὶ στὸ διαδίκτυο.