7. ᾿Εκκλησιαστικὴ μουσική — ἱστορία, θεωρία, μελοποιήσεις Ἱστορία, θεωρία καὶ πρᾶξις

 

ΤΟ ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΑΤΑΡΙΟΝ  

ΠΕΤΡΟΥ ΛΑΜΠΑΔΑΡΙΟΥ

ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΑΝΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΟΥ  

ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΩΑΝΝΗ ΠΡΩΤΟΨΑΛΤΗ κ.ἄ.

 

(Προδρομικὴ μελέτη)

 

Γεωργίου Ι. Χατζηθεοδώρου

Ἄρχοντος Μαΐστορος Μ.Χ.Ε.

 

    Ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ χρήσιμα, στὴν πράξη, βιβλία τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας μουσικῆς, εἶναι τὸ Ἀναστασιματάριον. Τὸ βιβλίο αὐτό, ὅπως φανε­ρώνει ἄλ­λω­στε καὶ τὸ ὄνομά του, περιέχει μελοποιημένους ἀναστάσιμους κυρίως ὕμνους· δηλαδὴ τὰ ἀναστάσιμα στιχηρὰ τῆς Ὀκτωήχου ἢ καὶ τῆς Παρακλητικῆς γενικό­τε­ρα, ποὺ ψάλλονται βασικὰ κατὰ τὴν ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ τοῦ Σαβ­βά­του καὶ τοῦ Ὄρθρου τῶν Κυριακῶν. Ἐκτὸς αὐτῶν καὶ παρὰ τὸ ὅτι οἱ ἀρχικὲς καταβολές του ἦταν καθαρὰ στιχηραρικές, σύν­το­μα πλουτίσθηκε καὶ μὲ μέλη τῆς Παπαδικῆς, ὅπως κεκραγάρια καὶ πασαπνοάρια, καὶ τοῦ Εἰρμολογίου, ὅπως  εἱρμοὺς ἢ καὶ ὁλόκληρους ἀνα­στά­σιμους Κανόνες· στὴ σημερινή του δὲ πλέον μορφὴ περιλαμβάνει καὶ ἄλλους ὕμνους τῆς ὀκτωηχίας, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀποτελεῖ στὴν οὐσία ὄχι μόνο τὸ ἀλφαβητάρι τῶν ἀρχαρίων γιὰ τὴν κατ’ ἀρχὴν προσέγγιση τῶν ὀ­κτὼ ἤχων τῆς βυζαντινῆς μουσικῆς, ἀλλὰ καὶ τὸ βασι­κὸ μουσικὸ βιβλίο γιὰ τὴν καθημερινὴ χρήση τῶν ψαλτῶν. Αὐτὸ εἶχε ὡς ἀπο­τέ­λε­σμα νὰ εἶναι τὸ πιὸ γνωστὸ βιβλίο τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας μουσικῆς καὶ νὰ ἔχει τὴ με­γα­λύτερη ἐκδοτικὴ συχνότητα, πολὺ πέραν ἀπὸ κάθε ἄλλο μουσικὸ βιβλίο. Ὡς ἐκ τούτου ὁ ρόλος του ὡς διδακτικοῦ ἐγχειριδίου ἢ ἀκόμα καὶ ὡς βι­βλίου ἄμεσης χρηστικότητας στὴν ψαλτικὴ λειτουργικὴ πράξη τῆς Ἐκκλη­σί­ας μας ὑπῆρξε, κυρίως μετὰ τὴν αὐτονόμηση καὶ ὁλοκλήρωση τῆς ὕλης του, δια­χρο­νικὰ καθοριστικός.

    Τὸ περιεχόμενο τοῦ Ἀναστασιματαρίου ἀρχικὰ ἀποτελοῦσε μέρος τοῦ παλαιοῦ Στιχηραρίου, τὸ ὁποῖο περιελάμβανε μεταξὺ τῶν ἄλλων: τὰ κατ’ ἦχον ἀναστάσιμα στιχηρὰ ἰδιόμελα, τὰ στιχηρὰ ἀνατολικά, τὰ κατ’ ἀλ­φά­βητον δογ­μα­τικὰ στιχηρὰ τοῦ Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, ἄλλα δογματικὰ θεο­το­κία, καὶ σὲ χωριστὴ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἑνότητα, τὰ κεκραγάρια, τὰ πα­σαπνοάρια, τὰ ἕν­δε­κα ἑωθινὰ δοξαστικὰ τοῦ Ὄρθρου Λέοντος τοῦ Σο­φοῦ καὶ τοὺς Ἀναβαθμοὺς τῶν ὀκτὼ ἤχων. Οἱ ὕμνοι αὐτοὶ ἀποτέλεσαν τὴν ἀρ­χι­κὴ ὕλη τοῦ μετέπειτα λε­γόμενου παλαιοῦ Ἀναστασιματαρίου καὶ μᾶς παρεδόθησαν, ὡς πρὸς τὴ με­λο­ποί­ησή τους, ἀνώνυμα, ἂν καὶ σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση αὐτὴ ἀποδίδεται στὸν Ἰωάννη τὸν Δαμασκηνό.

    Ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ ΙϚ΄ αἰῶνα καὶ μετὰ τὸ Ἀναστασιματάριον ἀποσπά­σθη­κε ἀπὸ τὸ Στιχηράριο καὶ ἔκτοτε ἀποτέλεσε αὐτοτελὲς βιβλίο, ποὺ ἀπὸ τὸν ΙΖ΄ αἰ­ώνα καὶ ἑξῆς γνώρισε μεγάλη διάδοση[1]. Βασικὸς δημιουργὸς τοῦ Ἀναστασι­μα­ταρίου ὡς αὐτοτελοῦς βιβλίου θεωρεῖται ὁ πρωτοψάλτης τῆς Μ.τ.Χ.Ε. Παναγιώτης Χρυσάφης ὁ Νέος, ὁ ὁποῖος μὲ δικό του αὐτόγραφο τοῦ ἔτους 1671 παρέδωσε Ἀναστασιματάριο ὄχι μόνο πλῆρες ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενο, ἀλλὰ καὶ μὲ ἐντελῶς νέο καλλωπισμὸ (γράφε νέα μελο­ποί­η­ση), Ἀνα­στα­σι­μα­τά­ρι­ο[2], τὸ ὁποῖο μὲ τὴ νέα του αὐτὴ μορφὴ ἔγινε γνωστό, ἐπώνυμα πλέον, ὡς Ἀνα­στασιματάριον τοῦ Χρυσάφη[3].

    Τὸ Ἀναστασιματάριον τοῦ Χρυσάφη κυριάρχησε στὴν ἐποχή του καὶ ἐξακολούθησε νὰ βρίσκεται σὲ χρήση, ἀκόμα καὶ ὅταν ἕνας ἄλλος μεγάλος δημιουργός, ὁ Πέτρος λαμπαδάριος ὁ Πελοποννήσιος, μελοποίησε τὸ δικό του Νέον Ἀναστασιματάριον (ἀργὸν[4] καὶ σύντομον[5]), βιβλίο ποὺ ἐπι­κρά­τη­σε ὁρι­στι­κὰ μέχρι τὶς ἡμέρες μας[6].

    Βασικὰ λοιπὸν μᾶς ἔχουν παραδοθεῖ τρία εἴδη Ἀναστασιματαρίου· σὲ ἀρ­γὸ στιχηραρικὸ μέλος τὸ παλαιὸν –τὸ κατὰ τὴν παράδοση τοῦ Δα­μα­σκηνοῦ[7]–  καὶ  τοῦ Χρυσάφη, σὲ νέο δὲ στιχηραρικὸ (ἀργοσύντομο), καὶ σὲ σύν­τομο «εἱρμο­λο­γικὸ» μέλος, τοῦ Πέτρου Πελοποννησίου[8].

    Τὸ παλαιὸν ἐξηγήθηκε ἀπὸ τὸν Πέτρο στὴ γραφή του καὶ ἀπὸ αὐτὴν στὴ νέα ἀπὸ τὸν Χουρμούζιο Χαρτοφύλακα[9]· τὸ Ἀναστασιματάριο αὐτὸ (κε­κρα­γά­ρια, ἀναστάσιμα ἑσπέρια, δοξαστικὰ τοῦ ἑσπερινοῦ, ἀναβαθμοί, πα­σαπνοάρια καὶ στιχηρὰ τῶν αἴνων) ἐκδόθηκε τὸ 1869 ὡς πρῶτος τόμος τῆς σειρᾶς «Μου­σι­κὴ Βιβλιοθήκη», ἀπὸ τοὺς μουσικοδιδασκάλους τῆς Πατριαρχικῆς Σχολῆς τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς[10]. Ἐπανεκδόθηκε τὸ 1999 ἀπὸ τὸ Πατριαρχικὸν ῞Ι­δρυ­μα Πατερικῶν Μελετῶν ὡς πρῶτος τόμος στὴ σειρὰ «Ψαλτικὰ Βλατάδων», μὲ ἐπιμέλεια τοῦ καθηγητῆ Ἀντωνίου Ἀλυγιζάκη[11].

    Τὸ Ἀναστασιματάριο τοῦ Χρυσάφη ἐξηγήθηκε ἀπὸ τὸν Πέτρο καὶ μετα­φέρ­θηκε στὴ νέα γραφὴ ἀπὸ τὸν Χουρμούζιο[12], ἀλλὰ παραμένει μέχρι σή­μερα ἀν­έκ­δοτο.

    Τὸ ἀργοσύντομο Ἀναστασιματάριον τοῦ Πέτρου ἐξηγήθηκε ἀπὸ τὸ Γρη­γό­ριο πρωτοψάλτη σὲ συνεργασία μὲ τὸ Χουρμούζιο καὶ ἐκδόθηκε γιὰ πρώτη φορὰ τὸ 1820 ἀπὸ τὸ μαθητή τους Πέτρο Ἐφέσιο[13]. Ἡ ἔκδοση αὐτὴ τοῦ Ἀνα­στα­σιματαρίου τοῦ Πέτρου ἀκολούθησε ἐπακριβῶς, σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τὸ περιε­χό­με­νό της, τὴν ὕλη ποὺ πολὺ σύντομα, μετὰ τὴν παράδοση τοῦ Ἀνα­στα­σι­μα­τα­ρί­ου ἀπὸ τὸν Πέτρο, παγιώθηκε στὴ χειρόγραφη παράδοση, κατὰ τὴν ὁποία ὑπῆρχαν ἀναμὶξ μέλη ἀργοσύντομα (στιχηραρικά) καὶ σύν­τομα («εἰρμολογικὰ» σύμ­φωνα μὲ τὴν ὁρολογία τῶν τριῶν δασκάλων), σὲ ἐξήγηση Γρηγορίου[14]. Ἐδῶ πρέπει νὰ σημειωθεῖ ὅτι στὴ χειρόγραφη αὐτὴ μορφή του ὑπάρχει καὶ ἡ συμ­βο­λὴ τοῦ Πέτρου Βυζαντίου, ἀφοῦ στὴ συν­έ­χεια βλέπουμε τὰ κεκραγάριά του νὰ πα­ραμερίζουν τὰ ἀντίστοιχα τοῦ δα­σκάλου του, καθὼς καὶ νὰ προστίθεται καὶ στιχολογία δική του, ποὺ δὲν  ὑπῆρχε στοῦ Λαμπαδαρίου (τὸ ἀμιγῶς σύντομο ἐκ­δό­θη­κε τὸ 1839 ἀπὸ τὸ Θεόδωρο Φωκαέα πάλι ἀπὸ τὴν ἐξήγηση τοῦ Γρηγορίου· βλ. παρακάτω καὶ ὑποσ. 23).

    Ἡ ἔκδοση τοῦ Ἀναστασιματαρίου τοῦ Πέτρου Λαμπαδαρίου ἦταν ἡ πρώ­­τη στὴ σειρὰ τῶν Ἀναστασιματαρίων, ἀλλὰ καὶ ὡς ἔκδοση ἔντυπου βιβλίου τῆς βυζαντινῆς μουσικῆς[15], δεδομένου ὅτι μέχρι καὶ τότε δὲν εἶχε ἐ­φαρμοσθεῖ ἡ τυπογραφία στὴ σημειογραφία της, λόγῳ ἴσως τῆς δυσχέρειας ποὺ παρουσίαζε τὸ παλιὸ σύστημα στὴ χάραξη καὶ στοιχειοθέτηση τυπο­γρα­φικῶν στοιχείων.

    Σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τὴν ὕλη τοῦ ἀργοσυντόμου Ἀναστασιματαρίου, αὐτὴ ἦταν ἀκριβῶς ὅ,τι καὶ στὴ χειρόγραφη παράδοση[16], μὲ τὴν προσθήκη καὶ ἄλλων μελῶν τοῦ ὄρθρου, πού, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ πρόλογος τοῦ βιβλίου, εἶχε ἀφήσει ἀτόνιστα ὁ Πέτρος:  «Τὸ πρῶτον τοῦτο βιβλίον περι­έ­χει καὶ τὰ ἀπολυτίκια, τὰ καθίσματα, τὰς ὀκτὼ ὑπακοάς, τοὺς ἀνα­βαθ­μούς, τοὺς μακαρισμούς, καὶ τὰ ἐξαποστειλάρια, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἀφήσει ἀτόνιστα ὁ ἀοίδιμος διδάσκαλος, ἐτόνισαν δὲ καὶ ἐπρόσθεσαν εἰς τὸ Ἀ­να­στασιματάριον οἱ μουσικολογιώτατοι διδάσκαλοι, οἱ ἐφευρέται τοῦ νέου συστήματος»[17]. Συγκεκριμένα, καὶ ἐκτὸς τῶν ὅσων ἀναφέρονται πα­ρα­πάνω, περιέχει: Κεκραγάρια καὶ στιχολογία τοῦ Πέτρου Βυζαντίου, στι­χηρὰ τοῦ Ἑσπερινοῦ μὲ τοὺς στίχους τους, Δογματικὰ Δοξαστικά, ἀπό­στι­χα μὲ τοὺς στίχους τους, πασαπνοάρια, στιχηρὰ τῶν αἴνων μὲ τοὺς στίχους τους. Ἀξίζει ἐπίσης νὰ σημειωθεῖ ὅτι στὴν ἔκδοση αὐτὴ ἀκολουθήθηκε ἀ­κρι­βῶς ἡ χειρόγραφη παράδοση τοῦ Ἀναστασιματαρίου καὶ ὡς πρὸς τὸν τρόπο καταχώρησης τῶν μελῶν σὲ στιχηραρικὰ καὶ «εἱρμολογικά» (σύν­το­μα στιχηραρικά).  Ἔτσι τὰ ἀπόστιχα τοῦ ἑσπερινοῦ στοὺς ἤχους γ΄, δ΄, πλ. α΄, πλ. β΄, βαρύ, πλ. δ΄, καθὼς καὶ τὰ στιχηρὰ τῶν αἴνων στοὺς ἤχους γ΄, βαρύ, πλ. δ΄, εἶναι καταχωρισμένα σὲ σύνομο («εἰρμολογικὸ») μέλος»[18]. Τὸ Ἀναστασιματάριο αὐτὸ ἐπανεκδόθηκε ὡς δεύτερος τόμος τὸ 1869 στὴ σει­ρὰ «Μουσικὴ Βιβλιοθήκη»[19] τῶν διδασκάλων τῆς Πατριαρχικῆς Μουσικῆς Σχολής[20], μὲ τὴ διαφορὰ ὅτι ἐδῶ ὡς ἐξηγηταὶ φέρονται οἱ δάσκαλοι τῆς Σχολῆς (Γεώργιος Βιολάκης, Παναγιώτης Κηλτζανίδης;), ἐνῷ στὴν ὕλη του ἔχουν προσθέσει κεκραγάρια τοῦ Π. Βυζαντίου, «ἕτερα κατὰ μίμησιν τοῦ Βυζαντίου», κανόνες, τιμιωτέρες, κατανυκτικὰ καὶ μαρτυρικά· παράλληλα ἔ­χουν ἀφαιρέσει τὰ ἕνδεκα ἐξαποστειλάρια ποὺ περιεῖχε ἡ πρώτη ἔκδοση.

    Τὸ 1889 τὸ Ἀναστασιματάριο τοῦ Πέτρου ἐκδίδεται γιὰ τρίτη φορὰ ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο Σακελλαρίδη[21] μὲ βάση τὴν ἔκδοση τοῦ 1868 (συνεκ­δί­δει καὶ τὸ σύντομο –᾿Αναστασιματαριον σύντομον μελοποιηθὲν παρὰ Πέτρου Λαμπαδαρίου τοῦ Πελοποννησίου– σὲ συνεχῆ ἀρίθμηση καὶ δίχως ἰδι­αίτερη προμετωπίδα, κατὰ τὸ πρότυπο τῆς ἔκδοσης τοῦ 1839)· ὁ ὁποῖος σημειώνει  στὸν πρόλογό του ὅτι: «Ἐν τῇ ἐκδόσει ἡμῶν ταύτῃ, ὡς εἴρηται, οὐδὲν καινὸν προσετέθη· τὸ δὲ μόνον ὅπερ ἐπράξαμεν ἡμεῖς εἶναι ἡ ἐπι­μέ­λεια, μεθ’ ἧς διεπονήσαμεν αὐτό, ἵνα ἐκδοθῇ ἔρρυθμον καὶ οὕτω πως κεκανονισμένον κατὰ τὴν τοῦ χρόνου ἀγωγήν, ὥστε ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ψάλλωνται ἅπαντα τὰ μέλη αὐτοῦ καὶ διὰ τοῦ διπλοῦ χρόνου, ὡς ἦσαν τεταγμένα ὑπὸ τοῦ ἀοιδίμου Πέτρου Πελοποννησίου…» Τὸ 1962 ἐκδί­δε­ται μὲ ἀνατύπωση τῆς ἔκδοσης τοῦ 1889 ἀπὸ τὸν Μιχαὴλ Πολυχρονάκη  καὶ τὸ 1984 (ἡ ἔκδοση τοῦ 1820) ἀναστατικὰ ἀπὸ τὸν ἐκδοτικὸ οἶκο «Κουλ­τούρα». Τὸ 1998 ὁ Παναγιώτης Θ. Παππᾶς ἐπανεκδίδει, χειρο­γρα­φημένο ἀπὸ τὸν ἴδιο καὶ χωρισμένο σὲ μέτρα συνεπτυγμένου ρυθμοῦ, τὸ Ἀναστασιματάριο τῆς ἔκδοσης τοῦ 1820, σὲ δύο τόμους (Ἐσπερινός[22]- Ὄρθρος[23]), μὲ προσθήκη καὶ ἄλλων μελῶν τοῦ Ἑσπερινοῦ καὶ Ὄρθρου. Τέ­λος, ἀναστατικὰ ἀπὸ τὴν ἔκδοση τοῦ 1868, ἐκδίδεται καὶ πάλιν μὲ ἐπι­μέ­λεια τοῦ καθηγητῆ Ἀντωνίου Ἀλυγιζάκη ἀπὸ τὸ Πατριαρχικὸ Ἵδρυμα Πατερικῶν Μελετῶν τῆς Μονῆς Βλατάδων Θεσαλονίκης τὸ 1999, στὴ σειρὰ «Ψαλτικὰ Βλατάδων»[24]. Οἱ παραπάνω ἐκδόσεις, γιὰ λόγους ποὺ θὰ ἀνα­φερ­θοῦν στὴ συνέχεια, ἀποτελοῦν τὴ γνήσια ἔκφραση καὶ ἀποτύπωση τοῦ Ἀναστασιματαρίου Πέτρου Πελοποννησίου, παρὰ τὸ ὅτι καὶ μεταξὺ αὐτῶν παρατηροῦνται μερικὲς ἀσήμαντες μικροδιαφορές, ποὺ ἀφοροῦν τὴν ἀνά­λυση τῆς  ἐνέργειας κάποιων χαρακτήρων ποσότητας καὶ ποιότητας.

    Τὸ 1832 ὁ Χουρμούζιος συνεκδίδει μὲ τὸν Θεόδωρο Φωκαέα ἕνα ἀρ­γο­σύν­τομο Ἀναστασιματάριον ὡς νέον ποὺ εἶναι ἀρκετὰ διαφοροποιημένο (ἰδιαίτερα στὰ δογματικὰ δοξαστικὰ τοῦ ἑσπερινοῦ καὶ τὰ ἑωθινά, ὅπου πρόκειται γιὰ διαφορετικὴ σύνθεση) καὶ δίχως ἀναφορὰ στὸ ὄνομα τοῦ Πέ­τρου, ἀλλὰ μὲ τὴ διευκρίνιση στὴν προμετωπίδα ὅτι «τὰ πάντα κατα­χω­ροῦνται καθὼς τὴν σήμερον ψάλλονται εἰς τὸ Πατριαρχεῖον»[25]. Ἀσ­φαλῶς αὐτὸ τὸ Ἀναστασιματάριο δὲν πρέπει νὰ συγκαταλεχθεῖ στὴ σειρὰ τῶν Ἀναστασιματαρίων τοῦ Πέτρου, κάτι ποὺ κάνει ὁ Φωκαέας, ὅπως θὰ ἀναφερθεῖ καὶ πιὸ κάτω. Τὸ Ἀναστασιματάριο αὐτὸ προξενεῖ ἀπορία, για­τί εἶναι διαφορετικὸ ἀπὸ αὐτὸ τοῦ Πέτρου λαμπαδαρίου (ἔκδ. 1820), ἐνῷ στὴ συνέχεια τόσο ὁ Φωκαέας ὅσο καὶ ὁ πρωτοψάλτης Ἰωάννης, ποὺ οὐσι­α­στικὰ ἀκολούθησαν πλέον αὐτὸ τὸ Ἀναστασιματάριο, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὶς ὅποιες παρεμβάσεις ἢ καὶ συμπληρώσεις τους, ἀποδίδουν τὴν πατρότητα τῶν Ἀναστασιματαρίων τους στὸν Πέτρο λαμπαδάριο. Πέραν αὐτοῦ ἐρώτη­μα προκύπτει καὶ γιὰ τὸ ποιά Ἀναστασιματάρια, τέλος πάντων, ἐκφράζουν τὴν πατριαρχικὴ ψαλτικὴ παράδοση: Τοῦ Πέτρου ἢ τῶν δύο δασκάλων ποὺ προανέφερα καὶ ποῦ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἔχουν καθιερωθεῖ μέχρι σήμερα; Πάντως θεωρῶ ὅτι ἦταν ἀδύνατον λόγῳ τοῦ μικροῦ σχετικὰ χρόνου τῆς μεταξὺ ἔκδοσής τους, νὰ εἶχε ἐπέλθει τόσο μεγάλη διαφοροποίηση στὴν πατριαρχικὴ ψαλτικὴ παράδοση· ὁ λόγος ἦταν ἀλλοῦ. Θεωρῶ, μεταξὺ ἄλ­λων, ὅτι κατὰ τὴ μελοποίηση τοῦ Ἀναστασιματαρίου αὐτοῦ ὁ Χουρμούζιος ἀποτύπωσε λαϊκότροπα τὴν προφορικὴ παράδοση ποὺ τότε ἐπικρατοῦσε καὶ πιθανὸν νὰ χρησιμοποιοῦσαν καὶ στὰ Πατριαρχεῖα, σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ἐκλεπτυσμένη καὶ συντηρητικότερη μουσικὴ ἀπόδοση τοῦ Πέτρου. [Πρώτη κατάθεση αὐτῆς τῆς ἄποψης, βλ. Γ. Ι. Χατζηθεοδώρου, Βιβλιογραφία, ὅ.π. σελ. 35-36].

    Ὡς πρὸς τὴν ὕλη του (καὶ ἐδῶ εἶναι ἀνάμικτα τὰ στιχηραρικὰ μὲ τὰ «εἱρμολογικὰ» μέλη), περιέχονται ὅ,τι καὶ στὸ προηγούμενο τοῦ 1820 ἀλ­λὰ ἀφαιρεῖται ἡ στιχολογία, οἱ στίχοι τῶν στιχηρῶν καὶ ἀποστίχων τοῦ ἑ­σπε­ρινοῦ καὶ τῶν στιχηρῶν τῶν αἴνων καὶ τὰ ἐξαποστειλάρια. Παράλληλα προστίθενται σύντομοι ἀναστάσιμοι κανόνες (ὁ εἱρμὸς τῆς ἐνάτης ἀργός), κατανυκτικὰ καὶ μαρτυρικὰ (Κυριακῆς Μ.Τεσσαρακοστῆς, Παρασκευῆς καὶ Σαββάτου).

    Τὸ 1839 ὁ Θεόδωρος Φωκαέας ἐκδίδει «ἀργὸν Ἀναστασιματάριον» [ἀρ­γοσύντομο] τοῦ Πέτρου λαμπαδαρίου, «ἐπιδιορθωθὲν ὅμως μετὰ προ­σ­θήκης, παρὰ Κωνσταντίνου πρωτοψάλτου»[26] – ἡ ἀναφορὰ τοῦ ὀνό­μα­τος τοῦ Κωνσταντίνου θεωρῶ ὅτι μᾶλλον γίνεται ἀπὸ λόγους καλῆς θελήσεως καὶ σεβασμοῦ πρὸς τὸ πρόσωπό του, καὶ ὄχι  σοβαρῆς προσφορᾶς του–, τὸ ὁποῖο καὶ ἀριθμεῖ ὡς τρίτη ἔκδοση –ὡς δεύτερη θεωρεῖ τὴν ἔκδοση τοῦ 1832–, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ Ἀναστασιματάριο αὐτὸ πέραν ἀπὸ τὶς νέες προσθῆκες καὶ κάποια μικρὴ ἐπέμβαση στοὺς ἀσύμμετρους πόδες δὲν εἶ­ναι ἄλλο ἀπὸ τὸ Ἀναστασιματάριο τοῦ Χουρμουζίου, πού, ὅπως προανα­φέρ­θηκε, διαφέρει σὲ μεγάλο βαθμὸ ἀπὸ τοῦ Πέτρου· στὸ ἑξῆς, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς προσθῆκες ποὺ θὰ ἔχουν στὴ συνέχεια οἱ ἐκδόσεις του, ἀπὸ τὸν πρω­το­ψάλτη Ἰωάννη, εἶναι οὐσιαστικὰ αὐτὸ ποὺ ἐπικρατεῖ μέχρι τὶς ἡμέρες μας καὶ ἀναφέρεται ὡς Ἀναστασιματάριο Πέτρου Λαμπαδαρίου. Στὴν ἔκδοση αὐτὴ ὁ Φωκαέας συμπεριλαμβάνει καὶ συνεκδίδει, μετὰ τὸν πίνακα περιε­χο­μένων τοῦ ἀργοῦ, γιὰ πρώτη φορά, ἀπὸ τὴν ἐξήγηση τοῦ Γρηγορίου  πρω­τοψάλτου[27] καὶ μὲ ξεχωριστὴ ἀρίθμηση, τὸ σύντομο Ἀναστασιματάριο τοῦ Πέτρου Λαμπαδαρίου[28].  Ὡς πρὸς τὴν ὕλη του ὁ Φωκαέας ἐκτὸς τῶν ὅσων ἐμπεριέχονται στὸ προηγούμενο τῆς ἔκδοσης τοῦ 1832 (πλὴν τῶν μαρ­τυρικῶν τοῦ Σαββάτου ποὺ ἀφαιρεῖ), καταχωρεῖ σὲ δική του μελο­ποί­ηση καὶ σὲ στιχηραρικὸ τρόπο τὰ ἀπόστιχα καὶ τὰ στιχηρὰ τῶν αἴνων στοὺς ἤχους γ΄, βαρὺ καὶ πλ. δ΄, ποὺ σὲ ὅλες τὶς προηγούμενες ἐκδόσεις ἦταν καταχωρισμένα σὲ σύντομο «εἰρμολογικὸ» μέλος[29]. Ἐπίσης προσ­θέ­τει ἀργὲς καταβασίες (εἱρμοὶ τῶν κανόνων τῶν ἤχων) καὶ ξανὰ τὴ στι­χο­λογία τοῦ Μανουὴλ πρωτοψάλτου.

    Τὴν ἀμέσως ἑπόμενη χρονιά, δηλαδὴ τὸ 1840, μὲ βάση ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖ­στον τὸ σύντομο Ἀναστασιματάριον τοῦ Πέτρου, ἐξέδωσε Ἀναστα­σιμα­τά­ριο καὶ ὁ Γεώργιος ὁ Λέσβιος μὲ τὸ δικό του σύστημα – πρώτη ἔντυπη, μαζὶ μὲ τὸ θεωρητικό του, ἔκδοση βιβλίου σχετικοῦ μὲ τὴ βυζαντινὴ μου­σι­κὴ στὴν Ἀθήνα[30]. Στὸ Ἀναστασιματάριο, αὐτὸ ἀκολουθεῖται ἡ καθιερωμένη σειρὰ διάταξης τῆς ὕλης[31] – πλὴν τῶν κανόνων οἱ ὁποῖοι  καὶ ἀφαιροῦν­ται–, ἐκτὸς τοῦ ὅτι στὸ τέλος σὲ παράρτημα καταχωρεῖται ὁ Βαρὺς δια­το­νι­κὸς ἐκ τοῦ Ζω ὡς  ξεχωριστὸς ἦχος (Ι0ος), σύμφωνα μὲ τὸ θεωρητικὸ σύ­στημα τοῦ Λεσβίου[32]. Τὸ ἴδιο θὰ ξαναεκδοθεῖ, σχεδὸν στερεότυτα, ἀπὸ τὸ μαθητὴ τοῦ Λεσβίου Σταυράκη Ἀναγνώστου τὸ 1865[33], ὁ ὁποῖος κα­τα­χωρεῖ στὸ τέλος τοῦ βιβλίου (σελ. 309-312), μία ἀπάντηση, τοῦ Ἀντωνίου ἱε­ρομο­νά­χου, μὲ τίτλο «Παράθεσις τῆς Βυζαντίδος πρὸς τὴν Αἰγινίτιδα Μου­σι­κήν», πρὸς ὅσους ἀμφισβητοῦσαν τὸ σύστημα τοῦ Λεσβίου, μὲ κύριο ἐπι­χεί­ρημα ὅτι: «…Ἡ δ’ Αἰγινῖτις [μουσική], ἧς εἰσηγητὴς καὶ πρῶτος ἐφευ­ρε­τὴς Γεώργιος Λέσβιος, ἔχει χαρακτῆρας τοῦ ποσοῦ ἀμεταβόλους· καὶ μάλα προσφυῶς καὶ εἰκότος…»

    Τὸ 1846 ὁ πρωτοψάλτης Ἰωάννης ὁ Νεοχωρίτης, τότε λαμπαδάριος, ἐ­πι­χειρεῖ νέα ἔκδοση τοῦ  Ἀναστασιματαρίου τοῦ Πέτρου. Ὁ Ἰωάννης στὸ βι­βλίο του ἀκολουθεῖ κατὰ πόδας τὴν ἔκδοση τοῦ 1839, ἐνῷ στοὺς με­τρι­κοὺς πόδες μᾶλλον ἀκολουθεῖ τοὺς ἀσύμμετρους τοῦ Χουρμουζίου τῆς ἔκδοσης τοῦ 1832. Ὡς ἔκδοση τὸ θεωρεῖ συνέχεια τῶν προηγουμένων καὶ τὸ ἀριθμεῖ ὡς τέταρτη ἔκδοση τῶν Ἀναστασιματαρίων, ἀγνοώντας σαφῶς ἠθελημένα τὴν ἔκδοση τοῦ Ἀναστασιματαρίου ἀπὸ τὸν Γεώργιο Λέσβιο ποὺ προηγήθηκε[34]. Ἡ συμβολὴ τοῦ Ἰωάννη στὴ νέα ἔκδοση, ποὺ στὴ συν­έ­χεια τοῦ ἐξασφάλισε τὴ συμμετοχὴ καὶ ὡς μελοποιοῦ, μὲ ἀποτέλεσμα μέ­χρι σήμερα νὰ ἀναφέρεται ἀπὸ πολλοὺς τὸ Ἀναστασιματάριό του ὡς «Ἀ­να­στασιματάριον Πέτρου καὶ Ἰωάννου» ἢ ἁπλὰ «Ἰωάννου», ἦταν κυρίως ἡ προσθήκη πολλῶν μελῶν ποὺ δὲν ὑπῆρχαν στὰ προηγούμενα. Συγ­κε­κρι­μένα, ἐκτὸς τῶν ὅσων περιεῖχε τὸ Ἀναστασιματάριο τῆς ἔκδοσης τοῦ 1839 (δὲν συμπεριέλαβε τὰ μαρτυρικὰ τοῦ Σαββάτου), πρόσθεσε τὰ ἀργὰ εὐ­λο­γητάρια τοῦ Μ. Σαββάτου, τοῦ Πέτρου Πελοποννησίου, ἀντίφωνα ἀργὰ τοῦ Χουρμουζίου, τὴν τάξη τοῦ ἑωθινοῦ Εὐαγγελίου (τὸν Ν΄ ψαλμὸ σὲ ἦχο δεύτερο καὶ βαρὺ τοῦ Χουρμουζίου), τὸ «Σήμερον σωτηρία» σὲ ὅλους τοὺς ἤχους καὶ τὶς σύντομες δοξολογίες τοῦ πρωτοψάλτη Μανουήλ· τὸ σύντομο Ἀναστασιματάριο τοῦ Πέτρου, τὸ συνεκδίδει μὲ τὸ ἀργό, ὅπως καὶ ὁ Φωκαέας, δίχως ὅμως ἰδιαίτερη προμετωπίδα, ἀλλὰ μὲ δική του ἀρίθ­μηση (1-106. Βλ. Χατζηθεοδώρου, Βιβλιογραφία, ὅ.π. σελ. 89).

    Τὸ 1847 ὁ Φωκαέας ἐπανεκδίδει τὸ ἀργὸ Ἀναστασιματάριο τοῦ Πέτρου ὡς τόμο Α΄ καὶ τὸ σύντομο ὡς τόμο Β΄ τῆς τετράτομης σειρᾶς του «Μου­σι­κὴ  Μέλισσα»[35]-[36], δίχως ὅμως νὰ προσδιορίζει ἀριθμὸ σειρᾶς ἔκδοσής τους, μὲ τὶς ἑξῆς προσθαφαιρέσεις: Στὸ ἀργὸ προτάσσει τὰ μετέπειτα πα­σίγνωστα Ἀνοιξαντάριά του σὲ ἦχο πλ. δ΄, καθὼς καὶ τὸν πολυέλεο «Μα­κάριος ἀνὴρ» σὲ ἦχο Βαρὺ καὶ μὲ δική του μελοποίηση· προσθέτει ἀργὰ Κεραγάρια σὲ ὅλους τους ἤχους κατὰ μίμηση Ἰακώβου πρωτοψάλτου, στὸν  α΄ ἦχο διπλὰ Κεκραγάρια (Π. Βυζαντίου καὶ Π. Πελοποννησίου), Δογ­μα­τικὰ δοξαστικὰ δικά του σὲ κάθε ἦχο καὶ ἕνα Γεωργίου Ρυσίου στὸν βαρὺ ἦχο, τὸν Ν΄ Ψαλμὸ σὲ ἦχο β΄ τοῦ Πέτρου λαμπαδαρίου καὶ σὲ ἦχο βαρὺ τοῦ Χουρμουζίου, ἐνῷ ἀπαλείφει τὰ κατανυκτικὰ τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς καὶ τὰ Μαρτυρικὰ τῆς Παρασκευῆς, ποὺ περιεῖχε ἡ ἔκδοση τοῦ 1839. Στὸ πί­σω μέρος τῆς προμετωπίδας τοῦ ἀργοῦ Ἀναστασιματαρίου ὑπάρχει ἡ σπουδαιότατη πληροφορία γιὰ τὴν συλλογικὴ πλέον, ἀπὸ πλευρᾶς περιεχομένου, ὁλο­κλή­ρωση τοῦ Ἀναστασιματαρίου τοῦ Π. λαμπαδαρίου[37]. Ὡς πρὸς τὸ σύν­τομο Ἀναστασιματάριο, σ’ αὐτὸ προτάσσεται σὲ ἦχο πλ. δ΄ τὸ «Μακάριος ἀνήρ», «μελοποιηθὲν παρὰ Θεοδώρου Π. Π. Φωκαέως κατὰ μίμησιν τῶν ἀ­ειμνήστων Διδασκάλων κατ’ αἴτησιν τῶν ἐν τῇ Νήσῳ Σάμῳ Φιλομούσων Συνδρομητῶν», καὶ ἀκολούθως ὅλα ὅσα ἀναφέρονται στὴν προμετωπίδα (βλ. ὑποσημ. 27).

    Τὸ 1853[38], μὲ βάση τὴν ἔκδοση τοῦ 1839 (περιεχόμενο καὶ διάταξη κει­μέ­νων), ἐκδίδεται ἀπὸ τὸν πρωτοψάλτη Ἀθηνῶν Ζαφείριο Ζαφειρό­που­λο πλῆρες –ἀργὸ[39] καὶ σύντομο[40]– καὶ σὲ ἐξαιρετικὴ γιὰ τὴν ἐποχὴ αἰσθη­τι­κὴ ἐμ­φά­νιση τὸ Ἀναστασιματάριο τοῦ Πέτρου Πελοποννησίου, «κατ’ ἀνα­λυ­τι­κώ­­τε­ρον, ἐμμελέστερον καὶ κανονικώτερον τρόπον κατά τε τὴν γραφὴν καὶ τὸ μέλος», γιατὶ, ὅπως ἐμφαντικὰ μᾶς πληροφορεῖ, «…ὁ αὐτὸς χρόνος καὶ ἡ αὐτὴ πεῖρα ἐπίσης ἀπέδειξε, προϊόντος του χρόνου, ὅτι οἱ μόνον τὸν νέον τρόπον διδαχθέντες χωλαίνουσιν εἰς πολλὰ τῆς μελῳδίας μέρη κατὰ τὴν ἀπαγγελίαν, ὡς πρὸς τὸ ἀκριβές, γνήσιον καὶ ἀπαράλλακτον τῆς ἀπαγ­γε­λίας τῶν εἰς τὸ ἀρχαῖον σύστημα ἐγγηρασάντων σεβαστῶν ἐκείνων ἀοι­δί­μων διδασκάλων[…] Ἀλλ’ οἱ μηδόλως γνωρίσαντες τὸν ἀρχαῖον [τρόπον] οὐδὲ τὴν γραφὴν αὐτοῦ, οὐδὲ τὴν Μουσικὴν παρ’ ἐγκρατῶν διδα­σκάλων, κα­τόχων καὶ τῆς ἀρχαίας, ἀκούσαντες, ἢ ψάλλουσιν ὅλως ἀσχημάτιστα καὶ ξηρά, ἢ παρεισάγουσι σχηματισμοὺς ὅλως ἀπρεπεῖς καὶ ξένους εἰς τὴν τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν […] Ἐκ τῆς ἀναλυτικῆς δὲ γραφῆς τοῦ μέλους τοῦ Ἀναστασιματαρίου, καὶ ἱκανῶν διορθώσεων αὐτοῦ συμφώνως πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ κειμένου, ἐπιγιγνώσκεται ἡ πρόθεσις καὶ ὁ σκοπός μου […] εἰς ἐξακολούθησιν τῆς ἐκδόσεως καὶ τῶν λοιπῶν Μουσικῶν βιβλίων τοῦ Συ­στήματος, μόνιμον καὶ κύριον σκοπὸν ἔχοντα τὴν κοινὴν ὠφέλειαν»[41]. Ἕνα ἄλλο στοιχεῖο μὲ ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον εἶναι ἡ καταχώρηση στὸ βιβλίο τοῦ Βαρῦ ἤχου καὶ «κατὰ τὸ πεντάφωνον» μὲ τὴ σημείωση: «μελοποιηθεὶς παρὰ Γεωργίου τοῦ Κρητὸς κατὰ τὸ ἀρχαῖον τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Μου­σι­κῆς σύστημα, μεταφρασθεὶς δὲ καὶ συμπληρωθεὶς εἰς τὸ ἐνεστὼς νέον σύ­στημα παρὰ Ζ. Α. Ζαφειροπούλου· ἤδη πρῶτον τύποις ἐκδίδοται»[42]. Τὸ ἔντυπο αὐτὸ εἶναι καὶ τὸ πρῶτο μὲ βυζαντινοὺς μουσικοὺς χαρακτῆρες ποὺ τυπώνεται στὴν Ἀθῆνα.

    Μὲ τὸ ἴδιο πνεῦμα, καὶ ἐπιλέγοντας μεταξὺ ἄλλων ἐκδόσεων τοῦ Ἀνα­στα­σιματαρίου τοῦ Πέτρου Λαμπαδαρίου τὸ Ἀναστασιματάριο τῆς ἔκ­δο­σης τοῦ Ζαφειροπούλου, ὁ ἔγκριτος μουσικοδιδάσκαλος τῆς Ἀθήνας  Ἀν­δρέας Τσικνόπουλος τὸ ἐπανεκδίδει –ἀφαιρεῖ τὶς ἀργὲς καταβασίες τῶν εἱρ­μῶν, κατανυκτικά, μαρτυρικὰ καὶ νεκρώσιμα– τὸ 1895 στὴ σειρὰ τῶν ἐκδόσεών του «Μουσικὴ Βιβλιοθήκη», μὲ  δικές του ἐπὶ πλέον ἐπεμβάσεις, ὡς «Νεώτατον Ἀναστασιματάριον[43] τονισθὲν τὸ πρῶτον ὑπὸ Πέτρου τοῦ Πε­λοποννησίου, ἐπεξεργασθὲν καὶ ἀναλυθὲν ὑπὸ Ζ. Ζαφειροπούλου […] Κατ’ ἁπλούστερον ἐμμελέστερον καὶ κανονικώτερον τρόπον κατά τε τὴν γραφὴν καὶ τὸ μέλος ὑπὸ Ἀνδρέου Β. Τσικνοπούλου»[44]. Τὸ Ἀναστα­σι­μα­τά­ριο τῆς ἔκδοσης τοῦ Ζαφειροπούλου καὶ κυρίως τοῦ Τσικνοπούλου, θὰ μπο­ροῦσε κάλλιστα νὰ ἀντικαταστήσει τὸ Ἀναστασιματάριο τῆς ἔκδοσης τοῦ Ἰωάννη, ποὺ ἔχει ἐπικρατήσει, γιατὶ πρόκειται γιὰ ἐκδόσεις ἀρκετὰ σοβαρές, προσεγμένες, ποὺ παρὰ τὶς ὅποιες παρεμβάσεις, ὄχι μόνο δὲν ἀ­πο­μακρύνονται ἀπὸ τὴ γνωστὴ παράδοση τοῦ Ἀναστασιματαρίου τοῦ Πέ­τρου, ἀλλὰ καὶ τὴ βελτιώνουν· δὲν εἶχαν ὅμως τύχη, ἀσφαλῶς γιατὶ δὲν ἦ­ταν ἐκδόσεις τῆς Κωνσταντινούπολης, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀγνοήθηκαν ἐπι­δει­κτικὰ ἀπὸ τοὺς κύκλους τῆς Κωνσταντινουπόλεως, οἱ ὁποῖοι ποτὲ δὲν τὰ συμπεριέλαβαν στὴν ἀρίθμηση τῆς σειρᾶς ἐκδόσεων τοῦ Ἀνα­στα­σι­μα­τα­ρί­ου τοῦ Πέτρου λαμπαδαρίου.

    Τὸ 1855 ὁ υἱὸς τοῦ Φωκαέα Κωνσταντῖνος ἐπανεκδίδει στερεότυπα ἀπὸ τὴ σειρὰ «Μουσικὴ Μέλισσα» τὸ ἀργὸ καὶ σύντομο Ἀναστασιματάριο, ἀριθμώντας το ὡς τέταρτη ἔκδοση[45] παρὰ τὸ ὅτι εἶχε προηγηθεῖ ἐν τῷ μεταξὺ νέα ἔκδοση τοῦ Ἀναστασιματαρίου ἀπὸ τὸν πρωτοψάλτη Ἰωάννη τὸ 1846. Μαζὶ συνεκδίδει καὶ τὸ σύντομο, μὲ δική του προμετωπίδα καὶ ἀρίθμηση[46].

    Τὸ 1858 ὁ Ἰωάννης, πρωτοψάλτης πλέον, προχωρεῖ σὲ ἐπανέκδοση τοῦ Ἀναστασιματαρίου[47], ὡς πέμπτη ἔκδοση, στὴν ὁποία ἀφαιρεῖ μὲν τὴν τάξη τοῦ ἑωθινοῦ Εὐαγγελίου καὶ τὰ ἀργὰ ἀντίφωνα, ἀλλὰ προσθέτει ἀργὰ ἀν­τίφωνα σὲ ἦχο βαρὺ ἀπὸ τὸν Ζω τοῦ Χουρμουζίου, τρεῖς ἔνατες ἀντὶ τι­μι­ω­τέρας (Βαΐων, Κυριακῆς τοῦ Θωμᾶ, Ἀναλήψεως), διπλὴ δοξολογία σὲ βα­ρὺ ἦχο, κανόνα Ἀκαθίστου Ὕμνου, Μικρῆς καὶ Μεγάλης Παράκλησης καὶ τὸ μάθημα «Τὸν ἥλιον κρύψαντα» τοῦ Ζαχαρία Καραλλῆ.

    Τὸ 1863 ὁ Ἰωάννης πραγματοποιεῖ τὴν τρίτη (καὶ τελευταία ὁ ἴδιος) ἐπανέκδοση τοῦ Ἀναστασιματαρίου, στὸ ὁποῖο προσθέτει τὶς καταβασίες «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου», μὲ ἀπόδοση τοῦ ἰδίου σὲ διπλὸ χρόνο. Ἔπειτα ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἔκδοση, τὴ συνέχεια μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Ἰωάννη γιὰ ἐ­πανέκδοση τοῦ Ἀναστασιματαρίου ἀνέλαβε ὁ υἱός του Δημήτριος ᾿Ι. Πρωτοψάλτου (Πρωτοψαλτίδης), ὁ ὁποῖος τὸ ἐπανεξέδωσε στερεότυπα τὸ 1877, τὸ 1899, τὸ 1905 καὶ τὸ 1914 ὡς ἕβδομη, ὄγδοη, ἔνατη καὶ δέκατη ἀντίστοιχα ἔκδοση καὶ μὲ τὴν ἴδια σχεδὸν πάντα προμετωπίδα. Οἱ ἐπαν­εκ­δό­σεις αὐτὲς τοῦ Ἀναστασιματαρίου ἀπὸ ἔκδοση σὲ ἔκδοση παρουσίασαν ἀρκετὰ τυπογραφικὰ καὶ ἄλλα σφάλματα καὶ ἀνακρίβειες μὲ πιὸ χα­ρα­κτη­ριστικὴ τὴν ἀπόδοση τῆς μελοποιίας τοῦ συντόμου Ἀναστασιματαρίου στὸν ἴδιο τὸν Ἰωάννη[48].

    Τὸ 1866 ὁ Παναγιώτης Κηλτζανίδης ἐκδίδει σὲ μικρὸ σχῆμα καὶ σὲ δική του νέα ἐξήγηση[49] τὸ Αναστασιματάριο τοῦ Πέτρου (μόνο τὸ ἀργό)[50], πάν­τα μὲ πρότυπο τὴν ἔκδοση τοῦ 1839, ὡς «Νέον Ἀναστασιματάριον, συν­τα­χθὲν δὲ κατὰ τὸ ὕφος τῆς τοῦ Χριστοῦ Μ. Ἐκκλησίας παρὰ τοῦ  Μου­­σικο­λογιωτάτου λαμπαδαρίου τοῦ ἐξ Ἀδριανοῦ κατὰ τὴν τρίτην Ἐ­ξή­­γη­σιν»[51]. Σ’ αὐτὸ δὲν συμπεριέλαβε τοὺς εἱρμοὺς καὶ κανόνες τῶν ὀκτὼ ἤχων.

    Ἀρκετὰ χρόνια ἀργότερα, τὸ 1933, καὶ ἐπειδὴ τὸ βιβλίο εἶχε γίνει πλέον σπάνιο, ἡ Ἀδελφότητα Θεολόγων «Ζωή», μὲ πρότυπο τὴν ἔκδοση τοῦ 1914 ἀλλὰ μὲ σχετικὴ ἀφαίρεση ὕλης[52], ἐξέδωσε τὸ Ἀναστασιματάριο τοῦ Πέτρου ὡς «Ἀναστασιματάριον Πέτρου καὶ Ἰωάννου» καὶ μὲ περισ­σό­τε­ρες ἀπὸ 15 μέχρι σήμερα στερεότυπες ἐπανεκδόσεις (στὶς πιὸ τελευταῖες σημει­ώ­νονται οἱ τρίσημοι ρυθμοὶ μὲ κάθετες διαστολές), τὸ καθιέρωσε μὲ τὸ σημερινὸ γνωστὸ περιεχόμενό του σὲ ὅλο τὸ χῶρο τῆς Ὀρθόδοξης ἑλ­λη­νικῆς Ἐκκλησίας, «ὡς ἀντιπροσωπεῦον», σύμφωνα μὲ τὸν ἐπιμελητὴ τῆς  πέμπτης ἐπανέκδοσής του Ἀπόστολο Βαλληνδρᾶ, «γνησίαν, κατὰ τὸ μᾶλ­λον καὶ ἧττον, τὴν παράδοσιν τῆς Μ. Ἐκκλησίας»[53].

    Παράλληλα τὸ 1933 καὶ μὲ βάση τὴν ἔκδοση τοῦ 1905 ὁ Στυλιανὸς Ρηγόπουλος ἐκδίδει στὴν Κωνσταντινούπολη πλῆρες τὸ Ἀναστασιματάριο τοῦ Πέτρου, «Ἀργὸν Στιχηραρικόν [sic] – Σύντομον εἰρμολογικόν»… [ὅμως] «μετ’ ἐπιμελοῦς τροποποιήσεως καὶ ἁρμονικῆς προσαρμογῆς τοῦ ρυθ­μοῦ πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ κειμένου»[54].

    Τὸ 1982 καὶ τὸ 1986 ὁ Ἰωάννης Πολυχρονάκης πραγματοποίησε φωτο­ανα­στατικὴ ἐπανέκδοση τοῦ Ἀναστασιματαρίου ἀπὸ τὴν ἔκδοση τοῦ 1905 (στὴν προμετωπίδα ἀναφέρεται, λανθασμένα ὅμως, ἡ ἔκδοση τοῦ 1890!!!)[55]. Ἀνασταστικὴ ἔπανεκδοση τῆς ἔκδοσης τοῦ 1905 πραγματο­ποί­η­σε τὸ 1983 καὶ ὁ καθηγητὴς στὴ μουσικὴ τῆς Ἀθωνιάδας Σχολῆς μοναχὸς Ἀνδρέας Θεοφιλόπουλος, μὲ σήμανση τῶν τρισήμων μέτρων μὲ διαστολές. Τὴν ἐπανέκδοση τοῦ 1986 ἐπιμελήθηκε ὁ Κωσταντῖνος Κατσούλης ὁ ὁ­ποῖ­ος καὶ χώρισε μὲ διαστολὲς τοὺς τρίσημους καὶ τετράσημους πόδες καὶ προσέθεσε σὲ μερικὰ σημεῖα ἀρχικὰ στίχων, τὰ «Δόξα Πατρὶ –Καὶ νῦν» κ.ἄ.. Τὸ 2006 ὁ Διονύσης ῾Ηλιόπουλος ἐξέδωσε σὲ διχρωμία (μαῦρο κόκ­κι­νο) μαζὶ μὲ τὸν Σπύρο Παυλάκη τὸ Ἀναστασιματάριο τοῦ Πέτρου, μὲ βάση τὶς ἐκδόσεις 1858 καὶ 1869, στὸ ὁποῖο προσέθεσαν ξανὰ πλήρως τὴ στι­χο­λο­γία τῶν στιχηρῶν ἑσπερίων, ἀποστίχων, αἴνων σὲ ὅλους  τους ἤχους, καὶ ἰσοκρατήματα. Τὸ 2007 ὁ ἐκδοτικὸς Οἶκος «Μίχ. Πολυχρονάκης» ἀνα­τύ­πω­σε καὶ πάλι στερεότυπα, μὲ νέα στοιχειοθέτηση (στοιχεῖα Η/Υ εὐμεγέθη καὶ εὐκρινῆ) τὸ Ἀναστασιματάριο τοῦ Πέτρου, ἔκδοσης τοῦ 1905, μὲ πρό­ταξη συνοπτικοῦ σημειώματος γιὰ τὶς ἐκδόσεις τῶν Ἀναστασιματαρίων ἀπὸ ἐμένα, ποὺ εἶχα καὶ τὴν ἐπιμέλεια αὐτῆς τῆς ἐκδόσης, σήμανση τῶν με­τρικῶν ποδῶν, διόρθωση  μερικῶν μέτρων, συμπλήρωση ὁρισμένων ποὺ εἶ­χαν διαφύγει ἀπὸ τὴν προηγούμενη ἔκδοση, ἀπαλειφὴ τῶν τυπογρα­φι­κῶν σφαλμάτων καὶ τακτοποίηση, γιὰ λόγους ὁμοιομορφίας, τῶν τίτλων, τῶν μαρτυριῶν κ.ἄ..

    Πέραν αὐτῶν τὸ Ἀναστασιματάριο τοῦ Πέτρου, κατὰ τὴν ἀπόδοση βασικὰ τοῦ Ἰωάννου, ἔκδοθηκε, μὲ ἐπιλογὴ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ὕλης, στὰ  Μουσικὰ Ἐγκόλπια τῶν Ἀλεξάνδρου Φ. Φωκαέα[56] καὶ Κυριάκου Ζα­χα­ρι­ά­δου (Βατοπαιδινοῦ)[57].

    Ὅσο γιὰ τὶς ἄλλες ἐκδόσεις Ἀναστασιματαρίων ποὺ ἔχουν πραγ­ματο­ποι­ηθεῖ ἀπὸ παλαιότερους καθὼς καὶ ἀπὸ συγχρόνους μουσικοδιδα­σκά­λους μέχρι σήμερα, ἂν καὶ κατὰ βάση ἀκολουθοῦν τὶς ἀρχὲς τοῦ Ἀνα­στα­σι­ματαρίου τῆς ἔκδοσης τοῦ 1839, αὐτὲς δὲν μποροῦν νὰ ἐνταχθοῦν στὴ σειρὰ τοῦ Ἀναστασιματαρίου τοῦ Πέτρου, γιατί ἔχουν μεγάλες ἀποκλίσεις τόσο στὰ μέλη ὅσο καὶ στὴν ὕλη. Ἑπομένως ἀποτελοῦν ἀντικείμενο ἄλλης ἐργασίας καὶ γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ παραλείπεται ἡ ἀναφορά τους, ἁπλὰ γιὰ τὴν συμπλήρωση τῆς ἐδῶ ἐργασίας θὰ εἶναι ἐντελῶς συνοπτική.

    Ἀπὸ τοὺς δασκάλους λοιπὸν τοῦ ΙΘ΄ αἰώνα Ἀναστασιματάρια μὲ προσωπικὸ ὕφος ἀπόδοσης ἐξεδόθηκαν τῶν: Κωνσταντίνου Πρωτοψάλτου (1863)[58], Ἰωάννη Σακελλαρίδη (ἐπιτομὴ καὶ μὲ τίτλο «Χρηστομάθεια» 1880 καὶ 1895)[59], ὁ Γεωργίου Μ. Χαλιορῆ (μὲ τίτλο Νέον Ταμεῖον μου­σικῆς Ἀνθολογίας, 1890), καὶ Νικαλάου Γεωργίου πρωτοψάλτη Σμύρ­νης (1899)[60]. Ἐδῶ θὰ πρέπει νὰ σημειωθεῖ ὅτι στὶς προμετωπίδες αὐτῶν τῶν Ἀναστασιματαρίων, ὅπως καὶ ὅσων ἀκολουθοῦν στὸν Κ΄ αἰῶνα (ἴσως ὡς κάτι τὸ αὐτονόητο;) δὲν γίνεται ἀναφορὰ τοῦ ὀνόματος τοῦ Πέτρου (στὴ Χρηστομάθεια τοῦ Σακελλαρίδη δὲν μποροῦσε νὰ γίνει, γιατὶ σχεδὸν εἶναι κάτι τὸ διαφορετικό), παρὰ μόνο τῶν συγγραφέων τους. ᾿Εκτὸς ἀπὸ τὰ παραπάνω, ἀξίζει νὰ ἀναφερθεῖ ὅτι «᾿Αναστασιματάριον Νέον» συνέθεσε, μὲ τὸ σύστημα μουσικῆς γραφῆς καὶ ἀπομίμηση τῆς μελοποιίας τοῦ Πέ­τρου Πελοποννησίου, καὶ ὁ Διονύσιος Φωτεινός τὸ 1809, ποὺ ἔδρασε βασι­κὰ στὴ Ρουμανία[61]. Τὸ ἐνδιαφέρον αὐτὸ ᾿Αναστασιματάριο ἐξηγήθηκε στὴ Νέα Μέθοδο καὶ ἐκδόθηκε στὰ ρουμανικὰ τὸ 1845, ἀπὸ τὸν μαθητή του καὶ σπουδαῖο μουσικοδιδάσκαλο τῆς Ρουμανίας Anton Pann. Πρόσφατα (2008) ἐκδόθηκε καὶ στὰ ἑλληνικὰ ἀπὸ τὴν ῾Ιερὰ Καλύβη «Εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου» καὶ τὴν ῾Ιερὰ Σκήτη ῾Αγίου Δημητρίου – Λάκκου ῾Αγίου Ὄ­ρους, μὲ μεταγλώττιση καὶ ἐπιμέλεια τοῦ μουσικολόγου Nicolae Gheorghita[62].

    Κατὰ τὸν Κ΄ αἰῶνα ἔχουμε Ἀναστασιματάριο μὲ ἔντονο προσωπικὸ ὕφος στὴ σύνθεση, ἀλλὰ καὶ στὴν ἑρμηνευτικὴ ἀπόδοση, τῶν Στυλιανοῦ Χουρμουζίου (1923), Δημητρίου Κουτσαρδάκη (1929), Θεοδούλου Καλ­λί­νι­κου (1943), Χαραλάμπου Οἰκονόμου (1945), Κωνσταντίνου Πρίγγου (1952-53 ἐλλιπές, καὶ 1974 πλῆρες), Ἀθανασίου Καραμάνη (1955), Δημητρίου  Γ. Παναγιωτόπουλου (1957), Ἀθανασίου Παναγιωτίδη (ἐπίτομο – μόνο τὰ Ἐ­ξα­ποστειλάρια, οἱ αἶνοι καὶ τὰ ἑωθινὰ δοξαστικά), Γεωργίου Σύρκα (1967), Κωνσταντίνου Καουρῆ (1958), Τριανταφύλλου Γεωργιάδη (1971-74), Χαριλάου Ταλιαδωρου (1976), Λυκούργου Πετρίδη (1980-81), Ἀστε­ρί­ου Δεβρελῆ 1985, Χρήστου Καρακατσάνη (1985-93), Νικολάου Παπασάββα (1988), Σωτηρίου Ἀρβανίτη (Ὄρθρος – 1991), Ἀγγέλου Βουδούρη (1997).

    Περισσότερα στοιχεῖα γιὰ τὶς ἐκδόσεις τοῦ Κ΄ αἰώνα, ὑπάρχουν στὸν ἕ­τοιμο καὶ ὑπὸ ἔκδοση δεύτερο τόμο (1900-1999) τῆς Βιβλιογραφίας μου, καθὼς καὶ στὴν εὐρύτερη ὑπὸ ὁλοκλήρωση ἔρευνα τῆς βιβλιογραφικῆς ἐργασίας μου στὸ θέμα αὐτό.

 

 

(Δημοσίευσις 27/1/2011)

 



[1] Ἴσως τὸ ἀρχαιότερο γνωστὸ Ἀναστασιματάριο εἶναι ὁ κώδικας 929 τοῦ τέλους ΙϚ΄ αἰώνα τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης τῆς Ἑλλάδος.

[2] «Ἐγράφη δὲ καὶ παρ᾿ ἐμοῦ τοῦ εὐτελοῦς ἐλαχίστου τε καὶ ἀμαθοῦς, ἁμαρτωλοῦ τε ὑπὲρ πάντας Χρυσάφου, δῆθεν καὶ πρωτοψάλτου τῆς μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, οὐ μέντοι κατὰ τὸ κείμενον τῶν παλαιῶν ἐκτονισθεῖσα· ἀλλ’ ἐν καινῷ τινι καλλωπισμῷ καὶ μελιρρύ­τοις νεοφανέσι θέσεσι, καθάπερ τὰ νῦν ᾀσματομελῳδεῖται τοῖς μελωδοῦσιν ἐν Κωνσταντι­νου­πόλει. Τοῦτο τοίνυν, ὅσον τὸ κατ᾿ ἐμὲ ἐφικτὸν παρ᾿ ἐμαυτοῦ γέγονε, κατὰ τὴν ἣν παρέ­λα­βον εἰσήγησιν, παρὰ τοῦ ἐμοῦ διδασκάλου κὺρ Γεωργίου τοῦ ῾Ραιδεστινοῦ καὶ πρωτο­ψάλ­του τῆς τοῦ Χριστοῦ μεγάλης Ἐκκλησίας ἐκτεθεικώς (sic), καὶ τονίσας, τοῖς δὲ τελειοτέροις καὶ πολυμαθεστέροις, ἐκκείσθω, τῶν μὲν ἀποδεομένων εἰς ἀναπλήρωσιν, τῶν δὲ οὐκ ὀρθῶς προ­βάντων εἰς ἐπανόρθωσιν…» (βλ. Γρ. Στάθη, Τὰ χειρόγραφα Βυζαντινῆς Μουσικῆς – Ἅγιον Ὄρος, τ. Β΄, Ἀθῆναι 1976, σ. 57· καὶ Μ. Χα­τζηγιακουμῆ, Χειρόγραφα Ἐκκλησιαστικῆς Μου­σι­κῆς (1453-1820), Ἀθήνα 1980, σ. 138.

[3] «᾿Αρχ(ὴ) σὺν θ(ε)ῷ ἁγίῳ τῶν ἀναστασίμ(ων) πάντ(ων) κατ’ ἦχ(ον)· καλλωπισθέντ(ων) ὑπὸ  πολ(λῶν) διδασκά(λων), ταν(ῦν) δὲ παρὰ τοῦ Χρυσά(φη)...» [χφ. Μονῆς Λειμῶ­νος, ἀρ. 239, ἔτος γραφῆς 1672-1673, στὸ Μαν. Χατζηγιακουμή, Μουσικὰ Χειρόγραφα Τουρκοκρατίας (1453-1832), Ἀθήνα 1975, σελ. 78].

[4] «Ἀναστασιματάριον νέον συντεθὲν κατὰ τὸ ὕφος τῆς τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας, παρὰ τοῦ μουσικολογιωτάτου λαμπαδαρίου κὺρ Πέτρου τοῦ Πελοπον­νη­σίου, ἐπ’ ὠ­φε­λείᾳ τῶν χριστιανῶν καὶ διὰ ψυχικὸν μνημόσυνον αὐτοῦ» [χφ. Μονῆς Παν­τελεή­μονος, ἀρ. 910] (Βλ. Γρ. Στάθη, Τὰ χειρόγραφα βυζαντινῆς μουσικῆς – Ἅγιον Ὅρος, τόμ. Β΄, σελ. 16).

[5] «Ἀναστασιματάριον σὺν θεῷ ἁγίῳ, ὅπερ ἐτονίσθη παρὰ κὺρ Πέτρου λαμπαδαρίου τῆς τοῦ Χριστοῦ μεγάλης Ἐκκλησίας κατὰ τὸ εἱρμολογικὸν ὕφος, διὰ προσταγῆς τοῦ παναγι­ω­τά­του καὶ σοφωτάτου πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως κυρίου Σαμουὴλ Βυζαντίου τοῦ ἀ­πὸ Δέρκων ἐπ’ ὠφελείᾳ τῶν χριστιανῶν» [χφ. Μονῆς Ξηροποτάμου, ἀρ. 403] (βλ. Γρ. Στάθη, Τὰ χειρόγραφα Βυζαντινῆς μουσικῆς –  Ἅγιον Ὄρος, τόμ. Α΄, Ἀθῆ­ναι 1975, σελ. 311).

[6] «Ἀρχὴ τοῦ ἀναστασιματαρίου, ὅπερ συνετέθη παρὰ κὺρ Χρυσάφου τοῦ νέου» [χειρ. Χρι­στοδούλου Σκούφου, Σμυρναίου, ἔτους 1807 (29 Ἰανουαρίου), ἡμ. βιβλιοθήκης]. Εὔ­γλωτ­τες καὶ οἱ ἐνθυμήσεις σὲ χφ. τοῦ ἔτους 1801 [Μονῆς Ξηροποτάμου, ἀρ. 381] (βλ. Γρ. Στάθη, Τὰ χειρόγραφα τοῦ Ἁγίου Ὄρους», τόμ. Α΄, σελ. 283), ὅπου διαβάζουμε: «1803 μὴν ἰούνιος ἡμέρα 9 (καὶ “Κυριακὴ”) ἐγὼ ὁ Εὐστάθιος ἐμβίκα εἰς τὸ Ἀναστα­σι­μα­τά­ριον», καὶ 1805 (θύμηση «Δημητρίου Παναγιώτου ἀνατολικιώτη») «1805: αὐγούστου  α΄ ἐσταμάτησα μὲ τὸ παρὸν βι­βλί­ον».

[7] «Στιχηρὰ ἀνατολικὰ ἀναστάσιμα εἰς τοὺς η΄ ἤχους· ποίημα Ἰωάννου μοναχοῦ» – «Στι­χηρὰ θε­ο­τοκία τῆς Ὀκτωήχου· ποίημα Ἰωάννου μοναχοῦ» [χφ. Μονῆς Δοχειαρίου, ἀρ. 41 (βλ. Γρ. Στάθη, Τὰ χειρόγραφα βυζαντινῆς μουσικῆς, τόμ. Α΄, σελ. 33, καὶ ἀλλοῦ).

[8] Ἐδῶ πρέπει νὰ σημειωθεῖ ὅτι στὸ νέο στιχηραρικὸ εἶδος προηγήθηκαν προδρομικὰ τοῦ Ἀνα­στα­σιματαρίου τοῦ Πέτρου λαμπαδαρίου τὰ Ἀναστασιματάρια τῶν Κυριάκου Κουλι­δᾶ τοῦ Ναυπλιώτη [χφ. Μονῆς Παντελεήμονος, ἀρ. 946] (βλ. Γρ. Στάθη, Τὰ χειρόγραφα τοῦ Ἁγίου Ὄρους», τόμ. β΄, σελ. 251) καὶ Δανιὴλ πρωτοψάλτου [χφ. Μονῆς Ξηροποτάμου, ἀρ. 374] (βλ. Γρ. Στάθη, Τὰ χειρόγραφα τοῦ Ἁγίου Ὄρους, τόμ. β΄, σελ. 266), τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν γνώρισαν ποτὲ καμιὰ διάδοση. Πρβλ. σχετ. Γρηγόρη Ἀναστασίου, «Ἡ παράδοση καὶ ἐξέλιξη τοῦ Ἀναστασιματαρίου» (Πρακτικὰ Συνεδρίου Ἡ Βυζαντινὴ μουσικὴ καὶ οἱ ἀναστάσιμοι ὕμνοι, Λευκωσία 2006, σελ. 93-118). Πέραν αὐτοῦ στὴ χειρόγραφη παρά­δο­ση, ἂν καὶ εἶναι γνωστὸ ὅτι ὁ Πέτρος μελοποίησε χωριστὰ τὰ δύο Ἀναστασιματάριά του, δηλαδὴ τὸ ἀργὸ καὶ τὸ σύν­το­μο, ὅμως βασικὰ ἔχουν παραδοθεῖ σὲ μικτὴ μορφὴ (πρβλ. Γρηγορίου Ἀναστασίου, «Ἡ Βυζαντινὴ μουσική», ὅ.π., σελ. 101 κ.ἑξ..

[9] «Ἀναστασιματάριον τοῦ παλαιοῦ Στιχηραρίου […] ἐξήγησις Χουρμουζίου  Χαρ­τοφύ­λα­κος […] Τέλος καὶ τῷ θεῷ χάρις. Ἐξηγήθη παρὰ Χουρμουζίου Χαρτοφύλακος τῆς τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας ἑνὸς τῶν ἐφευρετῶν τῆς νέας μεθόδου» (Ἐθνικὴ Βι­βλιοθήκη χφ ΜΠΤ, ἀρ. 702] (βλ. Μαν. Χατζηγιακουμῆ, Χειρόγραφα Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς 1453-1820, Ἀθῆνα 1980, σελ. 103).

[10] «Μουσικὴ Βιβλιοθήκη διῃρημένη εἰς τόμους καὶ περιέχουσα Ἁπάσης τῆς ἐνιαυσίου Ἀ­κο­­λου­θίας τὰ μαθήματα τῶν ἀρχαίων Ἐπὶ τῆς Βυζαντινῆς ἐποχῆς καὶ μετ’ αὐτὴν Μου­σι­κο­διδα­σκά­λων Μετὰ προσθήκης τῶν μέχρι τοῦδε ἀνεξηγήτων.  ᾿Εκδίδεται ἐγκρίσει καὶ ἀ­δείᾳ τῆς Α. Θ. Παναγιότητος καὶ τῆς Ἱερ. Συνόδου Παρὰ τῶν μουσικοδιδασκάλων τῆς Πα­τριαρχικῆς Σχολῆς τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς Ἀναλώμασιν τῶν αὐτῶν τε καὶ τῶν φιλο­μούσων συνδρο­μη­τῶν. Τόμος πρῶτος. Ἐν τῇ πατριαρχικῇ τυπογραφίᾳ, τῇ δι­ευ­­θυ­νομένῃ Ὑπὸ τοῦ <Κ. Καλ­λί­φρο­νος,  ͵α ω ξ η΄  1868 – Ἀνα­στα­σιμα­τάριον με­λο­ποι­η­θὲν παρὰ τοῦ ὁσίου πατρὸς ἠμῶν Ἰω­άννου τοῦ Δαμασκηνοῦ» [γιὰ περισσότερα βλ. Γε­ωρ­γίου Ι. Χατζηθεοδώρου, «Βιβλιο­γρα­φία τῆς βυζαντινῆς ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς μουσικῆς, πε­ρί­ο­δος Α΄ (1820-1899)», Πατριαρχικὸν Ἵδρυμα Πατερικῶν Μελετῶν, Θεσ­σα­λονίκη 1998, σελ. 148-149].

[11] «Μουσικοδιδασκάλων Πατριαρχικῆς Σχολῆς Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς, Μουσικὴ Βι­βλιο­θήκη, Τόμος πρῶτος, Ἀναστασιματάριον τῆς ψαλτικῆς παραδόσεως τοῦ ΙΕ΄ αἰ­ῶ­νος». Ἐπιμέλεια–πρόλογος Ἀντώνιος Ε. Ἀλυγιζάκης. Πατριαρχικὸν ῞Ιδρυμα Πα­τε­ρικῶν Με­­λε­τῶν, Θεσσαλονίκη 1999.

[12] «Ἀναστασιματάριον παλαιὸν τοῦ Χρυσάφου, ἐξηγηθὲν εἰς τὸ νέον τῆς μουσικῆς σύ­στημα καὶ γραφὲν παρ’ ἐμοῦ Χουρμουζίου Χαρτοφύλακος, ἑνὸς τῶν τριῶν ἐφευρετῶν τῆς νέας μουσικῆς μεθόδου» [Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη, χφ. Μ.Π.Τ. ἀρ. 758] (βλ. Μαν. Χατζη­γιακουμῆ, Χει­ρό­γραφα Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς 1453-1820, Ἀθήνα 1980, σελ. 102.

[13] «Νέον Ἀναστασιματάριον μεταφρασθὲν κατὰ τὴν νεοφανῆ μέθοδον τῆς μουσικῆς, ὑπὸ τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει μουσικολογιοτάτων Διδασκάλων καὶ ἐφευρετῶν τοῦ νέ­ου μουσικοῦ Συστήματος, νῦν εἰς πρῶτον εἰς φῶς ἀχθὲν διὰ τυπογραφικῶν χαρα­κτή­ρων τῆς Μουσικῆς, Ἐπὶ τῆς θεοστηρίκτου Ἡγεμονίας τοῦ Ὑψηλοτάτου ἡμῶν Αὐθέντου πάσης Οὐγγροβλαχίας Κυρίου Κυρίου Ἀλεξάνδρου Νικολάου Σούτσου Βοεβόδα. Ἀρχι­ε­ρατεύοντος τοῦ Πανιερω­τάτου Μητροπολίτου Οὐγγροβλαχίας Κυρίου Διονυσίου. Ἐκ­δο­θὲν σπουδῇ μὲν ἐπιμόνῳ τοῦ μουσικολογιωτάτου κυρίου Πέτρου τοῦ Ἐφεσίου, Φι­λο­τί­μῳ δὲ προκαταβολῇ τοῦ Παν­ευ­γενεστάστου ἄρχοντος μεγάλου Βορνίκου Κυρίου Γρη­­γορίου Μπαλλιάνου. Ἐν τῷ τοῦ Βου­κου­ρεστίου νεοσυστάτῳ τυπογραφείῳ 1820» (περισσότερα βλ. Γεωργίου Ι. Χα­τζη­θεοδώρου, Βιβλιογραφία, ὅ.π. σελ. 57-58 καὶ στὸν πρό­λογο).

[14] Ὁ Γρηγόρης Ἀναστασίου πιθανολογεῖ ὅτι τὴ συμπίληση αὐτὴ ἴσως νὰ εἶχε κάμει ὁ Πέτρος, γιὰ νὰ ἀνταποκριθεῖ στὴν τότε ψαλτικὴ πράξη (βλ. Γρηγορίου Ἀναστασίου, «Ἡ Βυζαντινὴ μουσική», ὅ.π. σελ. 101). Πάντως καὶ τὸ ἔτος 1791 συναντοῦμε κώδικα ποὺ περιέχει πλῆ­ρες καὶ ἀμιγὲς τὸ ἀργοσύντομο Ἀναστασιματάριο τοῦ Πέτρου (κεκραγάρια, στιχηρὰ ἑ­σπέ­ρια, ἀπό­στιχα, δογματικὰ δοξαστικὰ τοῦ ἑσπερινοῦ, πασαπνοάρια, στιχηρὰ τῶν αἴνων, τὰ ια΄ ἑω­θινὰ δοξαστικά) [χφ. Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης ἀρ. 970, γραφέας ὁ Νεόφυτος Δού­κας].

[15] Σχετικὰ μὲ τὶς ἐκδόσεις τῶν Ἀναστασιματαρίων καὶ γενικότερα τῶν βιβλίων τῆς βυζαν­τινῆς μουσικῆς μέχρι καὶ τὸ 1899, βλ. Γεωργίου Ι. Χατζηθεοδώρου, Βιβλιογραφία τῆς βυ­ζαντινῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς, Περίοδος Α΄ (1820-1899), Πατριαρχικὸν Ἵδρυμα Πα­τε­ρικῶν Μελετῶν, Θεσσαλονίκη 1998.

[16] Τὸ βασικὸ περιεχόμενο στὴ χειρόγραφη παράδοση τοῦ  Ἀναστασιματαρίου τοῦ Πέτρου λαμπαδαρίου εἶναι τά: Κεκραγάρια καὶ οἱ στιχολογίες τοῦ Π. Βυζαντίου· καὶ σὲ σύν­το­μο συλλαβικὸ («εἱρμολογικὸ») μέλος, στιχηρὰ καὶ ἀπόστιχα τοῦ ἑσπερινοῦ, πασαπνο­ά­ρια καὶ στιχηρὰ τῶν αἴνων τοῦ ὄρθρου, καὶ στὸ τέλος τὰ ἕνδεκα ἑωθινά.

[17] Βλ. στὸν πρόλογο τοῦ βιβλίου 9-10 ἄ.ἀ. [Περισσότερα βλ. Γεωργίου Ι. Χατζηθεοδώρου «Βιβλιογραφία», ὅ.π., σελ. 27-28 καὶ 57-58].

[18] Σύντομα («Εἱρμολογικά») τά: Ἦχος γ΄ ἀπόστιχα, αἶνοι, στιχηρὰ τῶν αἴνων – Ἦχος δ΄ ἀπό­στιχα – Ἦχος πλ. α΄ ἀπόστιχα – Ἦχος πλ. β΄ ἀπόστιχα, β΄ δογματικὸ δοξαστικό – Ἦχος βαρὺς ἀπόστιχα, αἶνοι, στιχηρὰ τῶν αἴνων – Ἦχος πλ. δ΄ ἀπόστιχα στιχηρὰ τῶν αἴ­νων. Ἀκόμα καὶ τὰ κεκραγάρια καταχωροῦνται μὲ τὴ διασκευὴ τοῦ Πέτρου Βυζαντίου, γιατὶ τὰ εἶχε ἀφήσει ἀτόνιστα ὁ Πέτρος λαμπαδάριος.

[19] «Μουσικὴ Βιβλιοθήκη διῃρημένη εἰς τόμους καὶ περιέχουσα Ἁπάσης τῆς ἐνιαυσίου Ἀ­κο­λου­θίας τὰ μαθήματα τῶν ἀρχαίων Ἐπὶ τῆς Βυζαντινῆς ἐποχῆς καὶ μετ’ αὐτὴν Μου­σικο­δι­δασκάλων Μετὰ προσθήκης τῶν μέχρι τοῦδε ἀνεξηγήτων, ἐκδίδεται ἐγκρίσει καὶ ἀδείᾳ τῆς Α. Θ. Παναγιότητος καὶ τῆς Ἱερ. Συνόδου, Παρὰ τῶν μουσιδιδασκάλων τῆς Πατριαρ­χι­κῆς Σχολῆς τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς, Ἀναλώμασιν τῶν αὐτῶν τε καὶ τῶν φιλο­μού­σων συνδρομητῶν. Τόμος δεύτερος. Ἐν τῇ πατριαρχικῇ τυπογραφίᾳ, τῇ δι­ευ­θυνομένῃ Ὑπὸ τοῦ Κ. Β. Καλλίφρονος  ͵α ω ξ η΄  1868 – Ἀναστασιματάριον μελο­ποι­ηθὲν παρὰ Πέτρου τοῦ Πελοποννησίου». [Γιὰ περισσότερα, βλ. Γ. Ι. Χατζηθεοδώρου, Βιβλιογραφία, ὅ.π., σελ. 149-150]

[20] Τὸ Ἀναστασιματάριο αὐτῆς τῆς σειρᾶς ἐπανεκδόθηκε ἀναστατικὰ καὶ ἀπὸ τὸ Πατριαρ­χι­κὸ Ἵδρυμα Πατερικῶν Μελετῶν τῆς Μονῆς Βλατάδων Θσσαλονίκης, τὸ 1999, μὲ πρό­λο­γο καὶ ἐπιμέλεια τοῦ μουσικολόγου  καθηγητῆ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀντωνίου Ἀλυγιζάκη.

[21] «Νέον Ἀναστασιματάριον κατὰ τὸ τοῦ Πέτρου τοῦ Πελοποννησίου, ἐντολῇ τῆς Μ. Ἐκ­κλη­σίας ἐκπονηθὲν κατὰ τὸ πρωτότυπον ὑπὸ τῶν διδασκάλων τῆς πατριαρχικῆς Σχολῆς καὶ ἐγκριθὲν ὑπὸ τῆς Μ. Ἐκκλησίας, ἐκδίδοται νῦν συμπεπληρωμένον καὶ ἐρ­ρυθ­μισμένον ὑπὸ Κωνσταντίνου Σακελλαρίδου Θετταλομάγνητος. Ἐν Ἀθήναις, ἐκδότης Σπυρίδων Κου­σου­λίνος, Τυπογραφεῖον βιβλιοπωλεῖον Κουσουλίνου καὶ Ἀθανασιάδου, παρὰ τῷ ναῷ τῶν ἁγίων Θεοδώρων, 1890».

[22] «Πέτρου Πελοποννησίου Ἀναστασιματάριον (Ἑσπερινός). ᾿Επιμέλεια, ἐπεξεργασία Πα­να­γιώτης Θ. Παππᾶς», Ἀθῆναι 1998.

[23] «Πέτρου Πελοποννησίου, Ἀναστασιματάριον (Ὄρθρος). Ἐπιμέλεια, ἐπεξεργασία Πανα­γιώτης Θ. Παππᾶς», Ἀθῆναι 1998».

[24] «Μουσικοδιδασκάλων Πατριαρχικῆς Σχολῆς Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς, Μουσικὴ Βι­βλι­ο­θήκη, Τόμος πρῶτος, Ἀναστασιματάριον τῆς ψαλτικῆς παραδόσεως τοῦ ΙΕ΄ αἰῶ­νος». Ἐπιμέλεια-πρόλογος Ἀντώνιος Ε. Ἀλυγιζάκης, Πατριαρχικὸν Ἵδρυμα Πατερικῶν Μελετῶν, Θεσσαλονίκη  1999.

[25] «Ἀναστασιματάριον νέον, Περιέχον τὰ Ἀναστάσιμα τοῦ Ἑσπερινοῦ, Ὄρθρου, καὶ Λειτουργίας, μετὰ τῶν Ἀναστασίμων Κανόνων, Μαρτυρικῶν καὶ Νεκρωσίμων τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, Τῶν τε Ἑωθινῶν, καὶ τῶν συντόμων Τιμιωτέρων· Τὰ πάντα καθὼς τὴν σήμερον ψάλλονται εἰς τὸ Πατριαρχεῖον· Μεταφρασθέντα εἰς τὸ νέον τῆς Μου­σικῆς σύστημα παρὰ τοῦ διδασκάλου Χουρμουζίου Χαρτοφύλακος, ῾Ενὸς τῶν ἐ­φευ­ρετῶν τοῦ ῥηθέντος συστήματος, Ἤδη δ’ ἐκδοθέντα εἰς τύπον παρ’ αὐτοῦ, καὶ τοῦ Κυ­ρίου Θεοδώρου Φωκαέως, Ἀναλώμασιν τῶν ἰδίων, καὶ τῶν Φιλομούσων Συν­δρο­μη­τῶν. Ἐν τῇ Βρεταννικῇ Τυπογραφίᾳ Ἰσὰκ δὲ Κάστρο, Εἰς Γαλατᾶν τῆς Κωνσταν­τι­νου­πό­λεως, 1832».

[26] «Ἀναστασιματάριον Ἀργὸν καὶ Περιέχον τὰ Ἀναστάσιμα τοῦ Ἑσπερινοῦ, Ὄρθρου καὶ Λειτουργίας, Μετὰ τῶν Ἀναστασίμων Κανόνων, Ἀργῶν Καταβασιῶν, Τιμιωτέρων, Κατα­νυ­κτικῶν, Μαρτυρικῶν καὶ Νεκρωσίμων, μετὰ τῶν  ἕνδεκα Ἑωθινῶν ἐν τῷ τέλει. με­λο­ποιηθὲν παρὰ Πέτρου λαμπαδαρίου τοῦ Πελοποννησίου, καὶ ἤδη ἐπιδιορθωθὲν μετὰ προσ­θήκης, παρὰ Κωνσταντίνου πρωτοψάλτου τῆς τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκ­κλη­σίας. Νῦν τρίτον ἐκδοθὲν εἰς τύπον παρὰ Θεοδώρου Παπᾶ Παράσχου Φωκαέως. Ἀνα­λώ­μασιν τοῦ τε ἰδίου καὶ τῶν φιλομούσων συνδρομητῶν. Ἐν Κωνσταντινουπόλει. Ἐκ τῆς Τυπογραφίας τῶν ἀδελφῶν Ἰγνατιαδῶν, ͵αωλθ΄ 1839».

[27] Βλ. παρακάτω ὑποσημείωση 28.

[28] Αὐτὸ συνεξεδόθη μὲ τὸ ἀργοσύντομο Ἀναστασιματάριο, ἀλλὰ μὲ δική του ἀρίθμηση καὶ  τίτλο: «Ἀναστασιματάριον σύντομον μελοποιηθὲν παρὰ Πέτρου λαμπαδαρίου τοῦ Πε­λο­πον­νησίου, ἐξηγηγθὲν παρὰ Γρηγορίου πρωτοψάλτου τῆς τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκ­κλη­­σί­ας, νῦν πρῶτον ἐκδοθὲν εἰς τύπον παρὰ Θεοδώρου Παπᾶ Παράσχου Φωκέως. Ἀ­να­λώμασι δὲ τοῦ τε Ἰδίου καὶ τῶν φιλομούσων συνδρομητῶν. Ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐκ τῆς τυ­πο­γρα­φίας τῶν ἀδελφῶν Ἰγνατιαδῶν ͵α ω λ θ΄. 1839» (Περισσότερα βλ. Γε­ωρ­γίου Ι. Χατζηαθεοδώρου, Βιβλιογραφία, ὅ.π. σελ. 58-59 καὶ στὸν πρόλογο).

[29] Σημειώνω ὅτι τὰ ἀπόστιχα τοῦ ἑσπερινοῦ στὸν ἦχο πλ. α΄ στὸ μὲν ἀργὸ καταχωρήθηκαν ἀνακόλουθα μὲ τὸ σύντομο εἱρμολογικὸ μέλος τους, ἐνῷ στὸ σύντομο μὲ τὴ μελοποίησή τους ἀπὸ τὸν Φωκαέα σὲ ἀργὸ στιχηραρικὸ μέλος.

[30] «Ἀναστασιματάριον Νέον Ἀργοσύντομον Περιέχον τὰ Ἀναστάσιμα τοῦ Ἑσπερινοῦ, Ὄρ­θρου καὶ Λειτουργίας, μετὰ τῶν ἕνδεκα Ἑωθινῶν ἐν τέλει. Μελοποιηθὲν παρὰ Πέ­τρου Λαμπαδαρίου τοῦ Πελοποννησίου, καὶ ἐπιδιορθωθὲν μετὰ προσθήκης παρὰ τῶν πρω­­το­ψαλτῶν τῆς τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας Γρηγορίου καὶ Κωνσταντίνου. Ἤδη δὲ τὸ πρῶτον μετενεχθὲν εἰς τὸ Λέσβιον Σύστημα παρὰ Νικολάου Ἱερωνυμίδου Κυ­πρίου. Καὶ ἐπιδιορθωθὲν παρὰ Γεωργίου Λεσβίου Τοῦ ἐφευρετοῦ τῆς Μεθόδου. Ἀ­να­­λώμασι τοῦ ἰδίου καὶ τῶν φιλομούσων συνδρομητῶν. Ἐν Ἀθήναις, ἐκ τῆς τυπο­γρα­φίας Λ. Παπαδοπούλου καὶ ᾿Ι. Λεωνίδου. 1840».

[31] Στὸ βιβλίο αὐτὸ τὰ Κεκραγάρια, Δογματικὰ Δοξαστικά, Αἶνοι, Ἑωθινὰ καταχωροῦνται ἀργὰ (ἀργοσύντομα) στιχηραρικά· ὅλα τὰ ἄλλα, δηλαδὴ στιχηρὰ ἑσπερινοῦ, ἀπόστιχα, κα­θί­σματα, ἀναβαθμοί, στιχηρὰ τῶν αἴνων, μακαρισμοὶ κ.λπ. καταχωροῦνται σύντομα στι­χη­ρα­ρικὰ («εἱρμολογικά»).

[32] Βλ. «Εἰσαγωγὴ εἰς τὸ Θεωρητικὸν καὶ Πρακτικὸν τῆς Μουσικῆς Τέχνης τοῦ Λεσβίου Συστήματος συντεθεῖσα Πρὸς χρῆσιν τῶν σπουδαζόντων αὐτὴν παρὰ Γεωργίου Λε­σβίου Τοῦ ἐφευρετοῦ τῆς μεθόδου. Ἐν Ἀθήναις, ἐκ τῆς τυπογραφίας Λ. Παπαδο­πού­λου καὶ ᾿Ι. Λεωνίδου 1940».

[33] «Ἀναστασιματάριον Ἀργοσύντομον […] Ἀναλώμασι Σταυράκη Α. Ἀναγνώστου […] Ἐν Ἀθή­ναις, ἐκ τοῦ τυπογραφείου Π. Β. Μωραϊτίνη (ἐν ὁδῷ ῾Αγ. Μάρκου καὶ Μιλ­τιά­δου). 1865».

[34] «Ἀναστασιματάριον Ἀργὸν καὶ Σύντομον περιέχον τὰ ἀναστάσιμα τοῦ ἑσπερινοῦ, ὄρθρου καὶ λειτουργίας μετὰ τῶν ἀναστασίμων κανόνων, ἀργῶν καταβασιῶν, τιμιω­τέ­ρων, συντόμων δοξολογιῶν μετὰ τῶν ἑωθινῶν αὐτῶν, κατανυκτικῶν, μαρτυρικῶν καὶ νε­κρωσίμων. Μελοποιηθὲν παρὰ Πέτρου λαμπαδαρίου τοῦ Πελοποννησίου καὶ ἤδη ἐπι­δι­ορθωθὲν μετὰ προσθήκης παρὰ Ἰωάννου λαμπαδαρίου τῆς τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκ­κλη­σίας. Νῦν τὸ τέταρτον εἰς τύπον ἐκδοθὲν παρὰ τοῦ αὐτοῦ Ἰωάννου λαμπαδαρίου ἰδίοις ἀναλώμασιν. Ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἐκ τῆς τυπογραφίας Θαδαίου Διβιτζιάν, 1846».

[35] «Μουσικὴ Μέλισσα περιέχουσα τὸ Ἀργὸν καὶ Σύντομον Ἀναστασιματάριον, Τὰ στι­χη­ρὰ ἰδιόμελα ἁπασῶν τῶν Δεσποτικῶν καὶ Θεομητορικῶν ἑορτῶν, καὶ τῶν ἑορ­τα­ζο­μέ­νων ἐν­δό­ξων ἁγίων τοῦ ἐνιαυτοῦ, τῶν δώδεκα μηναίων, Τριωδίου καὶ Πεντηκοσταρίου· ἔτι δὲ ἐ­πι­τομὴν ἀνθολογίας ἑσπερινοῦ ὄοθρου, καὶ λητουργίας(sic), Βασιλείου τοῦ Με­γάλου, Ἰ­ωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, καὶ Γρηγορίου τοῦ Διαλόγου. Νῦν πρῶτον ἐκ­δί­δε­ται εἰς Τόμους  τρεῖς [τελικὰ ἐκδόθηκαν τέσσερεις], παρὰ Θεοδώρου Π. Π. Φωκαέως, ἀνα­λώ­μα­σι τοῦ ἰδίου καὶ τῶν φιλομούσων συνδρομητῶν. Τόμος πρῶτος. Ἐν Γαλατᾷ τῆς Κων­σταντινουπόλεως, ἐκ τῆς τοῦ Κάστρου τυπογραφίας». Βλ. Γ. Ι. Χατζη­θεο­δώ­ρου, Βιβλιογραφία, ὅ.π., σελ. 34-95, 98.

[36] «Μουσικὴ Μέλισσα περιέχουσα τὸ Σύντομον Ἀναστασιματάριον, Ἤτοι ἓν Μακάριος Ἀνήρ, Ἀργοσύντομον (sic), τὰ κατ’ ἦχον Ἀναστάσιμα τοῦ Ἑσπερινοῦ μετὰ τῶν Δογ­μα­τικῶν, Ἀποστίχων καὶ Αἴνων, τὰ Κατανυκτικὰ καὶ Μαρτυρτικὰ μετὰ τῶν Νε­κρω­σίμων Δοξαστικῶν. Νῦν πρῶτον ἐκδίδεται εἰς Τόμους Τρεῖς [τελικὰ ἐκδόθηκαν τέσσερεις], παρὰ Θεοδώρου Π. Π. Φωκαέως, ἀναλώμασι τοῦ ἰδίου καὶ τῶν Φιλομούσων Συνδρο­μη­τῶν. Τόμος δεύτερος. Ἐν Γαλατᾷ Κωνσταντινουπόλεως. Ἐκ τῆς τοῦ Κά­στρου Τυπο­γρα­φίας. 1847».

[37] «Τὸ ἥμισυ ἀργὸν καὶ τὸ ἥμισυ σύντομον Ἀναστασιματάριον ἐμελοποίησε ὁ Πέτρος λαμ­παδάριος ὁ Πελοποννήσιος καὶ ἐκαλλώπισαν Ἰάκωβος, Πέτρος ὁ Βυζάντιος, Μα­νουήλ, Γρηγόριος καὶ Κωσταντῖνος οἱ Πρωτοψάλται· Τὸ δὲ ἥμισυ σύντομον ἀνε­πλή­ρω­σε ὁ Πέτρος ὁ Βυζάντιος καὶ τὸ ἥμισυ ἀργὸν Θεόδωρος ὁ Φωκαεύς, ὁ ἐκδότης τῆς πα­ρού­σης Βίβλου. Τὰ στιχηρὰ ἰδιόμελα ἐκαλλωπίσθησαν παρ’ ὅλων τῶν ῥηθέντων μου­σι­κῶν, μετηνέχθησαν ἀπὸ τὴν παλαιὰν εἰς τὴν νέαν γραμμὴν παρὰ Χουρμουζίου Χαρ­το­φύλακος, καὶ ἐπεθεωρήθησαν κατὰ τὸν χρόνον καὶ ῥυθμὸν παρὰ Θεοδώρου Φωκαέως, ἐπιδιορθώσαντος κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ τὸ ῥηθὲν Ἀναστασιματάριον, καὶ πολλὰ προσθέντος, ὡς φαίνονται ἐν τῷ πίνακι τῆς παρούσης βίβλου» [Περισσότερα βλ. Γ. Ι. Χατζηθεοδώρου, Βιβλιογραφία, ὅ.π. σελ. 80].

[38] Γιὰ τὸν Ζαφειρόπουλο βλ. περισσότερα, Ἀχιλλεὺς Χαλδαιάκης, «Ἀπὸ τὴν ἱστορία τῆς Νε­οελ­ληνικῆς Μουσικῆς Τέχνης: Ζαφείριος Ζαφειρόπουλος ὁ Σμυρναῖος», στὸ «Βυζαντι­νο­μουσικολογικά», Ἀθήνα 2010, σελ. 277-718.

[39] «Ἀναστασιματάριον Νέον, Τονισθὲν Ὑπὸ Πέτρου Λαμπαδαρίου τοῦ Πελοποννησίου, περιέχον Τὰ κεκραγάρια, τὰ Ἀναστάσιμα τοῦ Ἑσπερινοῦ, Ὄρθρου καὶ Λειτουργίας, με­τὰ τῶν Ἀναστασίμων Εὐλογηταρίων τε Ἀναβαθμῶν καὶ Κανόνων, Ἀργοσυντόμων Κα­ταβασιῶν, Τιμιωτέρων, Κατανυκτικῶν, Μαρτυρικῶν τε Νεκρωσίμων, τῶν Ἀναστασίμων Ἐξαποστειλαρίων, τῶν Ἕνδεκα Ἑωθινῶν, τῶν Εἱρμολογικῶν Δοξολογιῶν Μανουὴλ πρω­το­ψάλτου, καὶ τὸν Πεντάφωνον Βαρὺν ἦχον Γεωργίου τοῦ Κρητός. Ἐπεξεργασθὲν δὲ ἤδη καὶ ἐπιδιορθωθὲν Κατ’ ἀναλυτικώτερον, ἐμμελέστερον καὶ κανονικώτερον τρόπον κατά τε τὴν γραφὴν καὶ τὸ μέλος Ὑπὸ Ζ. Α. Ζαφειροπούλου, καθηγητοῦ τῆς ἐκκλη­σια­στι­κῆς μουσικῆς καὶ πρωτοψάλτου τῆς καθεδρικῆς ἐκκλησίας, Τύποις ἐκδίδεται συν­δρομῇ τῆς Βασιλικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν φιλομούσων ὁμογενῶν. Ἀθήνησιν, ἐκ τοῦ τυπογραφείου Χ. Ν. Φιλαδελφέως. (Παρὰ τῇ Πύλῃ τῆς ἀγορᾶς, ἀριθ.420.1853»).

[40] «Ἀναστασιματάριον Σύντομον Εἱρμολογικόν, μελοποιηθὲν Ὑπὸ Πέτρου Λαμπαδαρίου τοῦ Πελοποννησίου, Ἐξηγηθὲν δὲ Ὑπὸ Γρηγορίου Πρωτοψάλτου· ἐκδίδοται ἤδη ἐπε­ξερ­γασίᾳ καὶ ἐπιδιορθώσει, Κατ’ ἀναλυτικώτερον, ἐμμελέστερον καὶ κανονικώτερον τρό­πον κατά τε τὴν γραφὴν καὶ τὸ μέλος Ὑπὸ Ζ. Α. Ζαφειροπούλου, Καθηγητοῦ τῆς ἐκ­κλησιαστικῆς μουσικῆς καὶ πρωτοψάλτου τῆς καθεδρικῆς ἐκκλησίας. Ἀθήνησιν, ἐκ τοῦ τυπογραφείου Χ. Ν. Φιλαδελφέως. (Παρὰ τῇ Πύλῃ τῆς ἀγορᾶς, ἀριθ.420.1853»).

[41] Τὶς ἐξαιρετικῆς σημασίας αὐτὲς πληροφορίες, βλ. στὸν πρόλογο τοῦ βιβλίου, σελ. ι΄-ιβ΄.

[42] Βλ. σελ. 382.

[43] «Μουσικὴ Βιβλιοθήκη τῆς ἐν Ἀθήναις Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς Σχολῆς Α.Β.Τ. Βιβλίον Δ΄, Νεώτατον Ἀναστασιματάριον, Τονισθὲν τὸ πρῶτον ῾Υπὸ Πέτρου τοῦ Πελο­πον­νησίου, ἐπεξεργασθὲν καὶ ἀναλυθὲν ὑπὸ Ζ. Ζαφειροπούλου, περιέχον Τὰ κε­κρα­γά­ρια, τὰ Ἀναστάσιμα τοῦ Ἑσπερινοῦ, Ὄρθρου καὶ Λειτουργίας κατ’ ἦχον, μετὰ τῶν Ἀναστασίμων Εὐλογηταρίων Ἀναστ. Ἐξαποστειλαρίων, Ἕνδεκα Ἑωθινῶν, Εἱρμολογικῶν Δοξολογιῶν Μανουὴλ πρωτοψάλτου, καὶ τὸν Πεντάφωνον Βαρὺν ἦχον Γεωργίου τοῦ Κρη­τός. Ἐπεξεργασθὲν δὲ ἤδη καὶ ἐπιδιορθωθὲν Κατ’ ἁπλούστερον, ἐμμελέστερον καὶ κανονικώτερον τρόπον κατά τε τὴν γραφὴν καὶ τὸ μέλος Ὑπὸ Ἀνδρέου Β. Τσι­κνοπούλου μουσικοδιδασκάλου. Ἐκδίδοται δαπάνῃ Ν. Μιχαλοπούλου. Ἐν Ἀθήναις παρὰ τῷ ἐκδότῃ Ν. Μιχαλοπούλῳ. Ὁδὸς Αἰόλου – Μεγάλη οἰκία Μελᾶ, ἀριθ. 5, 1895».

[44] «Ἀναστασιματάριον Σύντομον Εἱρμολογικὸν μελοποιηθὲν Ὑπὸ Πέτρου Λαμπαδαρίου τοῦ Πελοποννησίου, καὶ ἐξηγηθὲν ὑπὸ Γρηγορίου Πρωτοψάλτου, ἀναλυθὲν δὲ ὑπὸ  Ζ. Α. Ζαφειροπούλου, ἐπεξεργασθὲν ἤδη καὶ ἐπιδιορθὲν κατ’ ἀναλυτικώτερον, ἐμμε­λέ­στερον καὶ κανονικώτερον τρόπον, κατά τε τὴν γραφὴν καὶ τὸ μέλος ὑπὸ Α. Β. Τσικνοπούλου, μουσικοδιδασκάλου καὶ Διευθυντοῦ τῆς ἐν Ἀθήναις Μουσικῆς Σχολῆς. Ἐν Ἀθήναις, παρὰ τῷ ἐκδότῃ Ν. Μιχαλοπούλῳ. Ὁδὸς Αἰόλου – Μεγάλη οἰκία Μελᾶ ἀριθ. 5, 1895».

[45] «Ἀναστασιματάριον Ἀργὸν καὶ Σύντομον Μελοποιηθὲν παρὰ Πέτρου Λαμπαδαρίου καὶ ἐξηγηθὲν παρὰ Γρηγορίου Πρωτοψάλτου τῆς τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας, Ἐ­παυ­ξη­θὲν δὲ καὶ μετὰ πάσης ἐπιμελείας διορθωθὲν παρὰ Θεοδώρου Π. Π. Φωκαέως, ἐκ­δίδεται νῦν τὸ τέταρτον εἰς τόμους δύο παρὰ τοῦ Υἱοῦ αὐτοῦ Κωνσταντίνου καὶ συν­τροφίας Μωϋσῆ δὲ Κάστρου. Τόμος πρῶτος. Ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἐκ τῆς Τυπο­γρα­φίας Μωϋσῆ δὲ Κάστρου, ἐν Γαλατᾷ  ͵α ω ν ε΄ 1855».

[46] «Ἀναστασιματάριον Σύντομον Μελοποιηθὲν παρὰ Πέτρου Λαμπαδαρίου καὶ ἐξη­γη­θὲν παρὰ Γρηγορίου Πρωτοψάλτου τῆς τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας, Ἐπαυξηθὲν δὲ καὶ μετὰ πάσης ἐπιμελείας διορθωθὲν παρὰ Θεοδώρου Π. Π. Φωκαέως, ἐκδίδεται νῦν τὸ τέ­ταρ­τον εἰς τόμους δύο παρὰ τοῦ Υἱοῦ αὐτοῦ Κωνσταντίνου καὶ συντροφίας Μω­ϋσῆ δὲ Κάστρου, τόμος δεύτερος. Ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἐκ τῆς Τυπογραφίας Μω­ϋσῆ δὲ Κά­στρου, ἐν Γαλατᾷ  ͵α ω ν ε΄  1855».

[47] «Ἀναστασιματάριον Νέον Ἀργὸν καὶ Σύντομον περιέχον Τὰ Ἀναστάσιμα τοῦ Ἑσπερινοῦ, Ὄρθρου, καὶ Λειτουργίας μετὰ τῶν Ἀναστασίμων Κανόνων, Ἀργῶν Καταβασιῶν, Τιμιωτέρων συντόμων, Δοξολογιῶν μετὰ τῶν Ἑωθινῶν αὐτῶν, Κατανυ­κτι­κῶν, Μαρτυρικῶν, Νεκρωσίμων, τῶν τριῶν ἐννάτων ᾿ῼδῶν, τὰ τῆς Κυριακῆς τῶν Βαΐ­ων, τῆς Κυριακῆς τοῦ Θωμᾶ καὶ τῆς Ἀναλήψεως, καὶ τῶν τριῶν Κανόνων τῆς Παρα­κλή­σεως καὶ τοῦ Ἀκαθίστου. Μελοποιηθὲν παρὰ Πέτρου λαμπαδαρίου τοῦ Πελοποννησίου, Καὶ ἤδη ἐπιδιορθωθὲν μετὰ προσθήκης παρὰ Ἰωάννου Πρωτοψάλτου τῆς τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας. Νῦν τὸ πέμπτον εἰς τύπον ἐκδοθὲν ἀναλώμασιν. Ἐν Κων­σταν­τι­νου­πόλει, τύποις Σ. Ἰγνατιάδου. 1858».

[48] Ἀπὸ τὴν ἔκδοση τοῦ 1899 καὶ μετὰ βλ. «Ἀναστασιματάριον σύντομον Ἰωάννου Πρω­το­ψάλτου τῆς τοῦ Χ.Μ.Ἐκκλησίας»!!!

[49] «…παρετήρησα μεγάλην διαφορὰν καὶ ἔλλειψιν ἀκριβείας εἰς τὴν μεθερμήνευσιν, ὅ­περ οὐχὶ μικρὸν διαφθείρει τὴν γνησιότητα καὶ τὴν χάριν τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ ὕφους. Διὰ τοῦτο ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ ἀσχοληθῶ εἰς τὴν ἀκριβῆ μεθερμήνευσιν τῶν ἀρχαίων Ἐκκλησιαστικῶν μελῶν, ἀρχόμενος ἀπὸ τοῦ παρόντος Ἀναστασιματαρίου…» [Βλ. πρό­λο­γο τοῦ βιβλίου, σελ. ε΄].

[50] Βλ. Γεωργίου Χατζηθεοδώρου, Βιβλιογραφία, ὅ.π. σελ. 145.

[51] «Νέον Ἀναστασιματάριον μελοποιηθὲν Παρὰ τοῦ Μουσικοδιδασκάλου λαμπαδαρίου Πέτρου τοῦ Πελοποννησίου. Συνταχθὲν δὲ κατὰ τὸ ὕφος τῆς τοῦ Χριστοῦ  Μ. Ἐκ­κλη­σίας παρὰ τοῦ Μουσικολογιωτάτου λαμπαδαρίου Ἀντωνίου τοῦ ἐξ Ἀρδιανοῦ κατὰ τὴν τρίτην Ἐξήγησιν. Νῦν δὲ ἀκριβῶς ἐξηγηθὲν εἰς τὴν νέαν <Μέθοδον> παρὰ τοῦ Παναγ. Γ. Κηλτζανίδου Προυσαέως. Ἐν Κωσταντινουπόλει, ἐκ τοῦ τυπογραφείου Σ. Ἰγνα­τιά­δου. 1866».

[52] Ἀφαιρέθηκε ἡ ἀκολουθία τοῦ Ἀκαθίστου, ἡ ἀκολουθία τῆς Μικρῆς καὶ Μεγάλης Πα­ρά­κλησης, τὸ μάθημα «Τὸν ἥλιον κρύψαντα» καὶ οἱ καταβασίες «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου» σὲ διπλὸ χρόνο τοῦ Ἰωάννη.

[53] Βλ. στὸν πρόλογο τῆς πέμπτης ἐκδόσεως, Ἀθῆναι 1972, σελ. 5.

[54] Βλ. στὴν προμετωπίδα τοῦ βιβλίου.

[55] Στὸ κάτω μέρος τῆς προμετωπίδας καταχωρεῖται ἡ πατριαρχικὴ σφραγῖδα τοῦ ἔτους 1901!!!

[56] «Μουσικὸν Ἐγκόλπιον», 1879.

[57] «Νεώτατον Μουσικὸν Ἐγκόλπιον», 1894.

[58] «Ἀναστασιματάριον Ἀργὸν καὶ Σύντομον περιέχον Τὰ Ἀναστάσιμα τοῦ Ἑσπε­ρι­νοῦ, Ὄρθρου καὶ Λειτουργίας, μετὰ τῶν Ἀναστασίμων Κανόνων, Ἀργῶν Κα­τα­βασιῶν, Τι­μι­ω­τέρων, Ἀργῶν καὶ Συντόμων, Δοξολογιῶν μετὰ τῶν Ἑωθινῶν αὐτῶν, Κατανυκτικῶν, Μαρ­τυρικῶν, Νεκρωσίμων, τοῦ Κανόνος τῆς μικρᾶς καὶ μεγάλης Παρακλήσεως τῆς Θε­οτόκου, καὶ τῆς Νεκρωσίμου Ἀκολουθίας μεθ’ ὅλης τῆς τάξεως, καὶ πολλὰ ἄλλα ἀναγ­καῖα ἀνέκδοτα. Μελοποιηθέντα μὲν ἐν τῇ ἀρχαίᾳ Μεθόδῳ παρὰ Κωνσταντίνου Πρω­τοψάλτου, Μετενεχθέντα δ’ εἰς τὴν Νεωτέραν, παρὰ Στεφάνου Λαμπαδαρίου τῆς τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας. Νῦν πρῶτον ἐκδίδεται παρὰ Κ. Ν. Πρωτοψάλτου καὶ Χ. Γ. Παπαδοπούλου. Ἐν Κωνσταντινουπόλει. Ἐκ τοῦ πατριαρχικοῦ τυπογραφείου, Διευ­θυνομένου παρὰ Στεφάνου Λαμπαδαρίου. 1863».

[59] «Χρηστομάθεια Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς περιέχουσα πᾶν ὅ,τι ἀναγκαῖον τῷ ἱερο­ψάλ­τῃ, καὶ ἐγχειρίδιον πρὸς διδασκαλίαν ὑπὸ Ἰωάννου Θ. Σακελλαρίδου Τεταρτοετοῦς φοιτητοῦ τῆς Φιλοσοφίας. Μέλους τοῦ ἐν Ἀθήναις Ἐκκλησιαστικοῦ Μουσικοῦ Συλλό­γου. Ἐν Ἀθήναις, ἐκ τοῦ τυπογραφείου Χ. Ν. Φιλαδελφέως, 1880».

[60] «Νεώτατον Ἀναστασιματάριον πλῆρες Ἀργὸν καὶ Σύντομον, μελοποιηθὲν μὲν παρὰ διαφόρων διδασκάλων παλαιῶν τε καὶ νεωτέρων, ἐπεξεργασθὲν δὲ ἤδη παρὰ Νικολάου Γεωργίου Πρωτοψάλτου Σμύρνης, Ἀδείᾳ τοῦ Αὐτ. Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, ὑπ’ ἀρ. 561 καὶ ἡμ. 22 Μουχαρὲμ 1307. Ἰδιοκτήτης Νικόλαος Γ. Βλαντιάδης, ἐκδόται ᾿Ι. Κα­τρᾶς καὶ ᾿Ι. Καρακιζῆς. Τῇ ἐπιμελείᾳ καὶ ἐπιστασίᾳ τοῦ Μαθητοῦ αὐτοῦ καὶ  Μουσι­κο­διδασκάλου  Γεωργίου ᾿Ινέλη. Σμύρνη, τυπογραφεῖον “Ἀμαλθείας” 1899».

[61] «᾿Αναστασιματάριον νέον, σύντομον, εὔρυθμον καὶ κατὰ τὸ νόημα συντεθέν, παρ’ ἐμοῦ Διονυσίου Βατάχου τοῦ ἐκ Παλαιῶν Πατρῶν τῆς ἐν Πελοποννήσῳ ᾿Αχαΐας, Προ­τροπῇ τοῦ εὐγενεστάτου ἄρχων(sic) Παχάρνικου κυρίου Στεφάνου Πέλιου. Προς χά­ριν τῶν ἐν Βουκουρεστίῳ φιλομούσων, ἐν μηνὶ ἰουλίῳ τοῦ ͵αωθ΄ ἔτους».

[62] Γιὰ τὴ σπουδαιότατη αὐτή ἔκδοση βλ. περισσότερα: Adriana Sirli, «The Anastasimatarion, Bucharest 1986» καὶ στὸν πρόλογο τοῦ βιβλίου.