7. ᾿Εκκλησιαστικὴ μουσική — ἱστορία, θεωρία, μελοποιήσεις ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΜΟΥΣΙΚΩΝ ΤΗΣ ΨΑΛΤΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ Χ

 

 ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΜΟΥΣΙΚΩΝ

ΤΗΣ ΨΑΛΤΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ

 

Χ

 

Χαλάτζο­γλου Παναγιώτης. μαθήτευσε ἐν ῾Αγίῳ Ὄρει στὸν Δαμιανὸ τὸν Βατοπεδηνό, ἴσως δὲ καὶ στὸν Ἰβηρίτη μοναχὸ Κοσμᾶ τὸν Μακεδόνα. εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ μνεία του σὲ χειρόγραφο ὡς «λογιωτάτου καὶ μουσικωτάτου». ἀκ­μά­­ζει περίπου κατὰ τὸ διάστημα 1708-1748, ἀναφέ­ρε­ται ὡς «πριμικήριος» (1703) καὶ ὡς «διδάσκαλος» (1708) τοῦ πατριαρ­χεί­ου, ἐνῷ λίγο ἀργότερα ὡς λαμπαδάριος καὶ ὕστερα πρω­το­ψάλτης τῆς μεγάλης ἐκκλησίας (περίπου 1721-1736) εἶναι τὸ πρό­σωπο ποὺ σημα­το­δοτεῖ μία νέα δυ­ναμικὴ περίοδο γιὰ τὴν πο­ρεία τῆς ψαλτικῆς τέχνης ὄχι μόνον γιὰ τὸ πατριαρχεῖο ἀλλὰ καὶ γιὰ ὅλη τὴν ὀρθόδοξη ἐκκλησία, καθὼς ἐγκαινιάζει τὴν μεγάλη σειρὰ τῶν λαμπαδαρίων καὶ πρωτοψαλτῶν τῆς μεγάλης τοῦ Χριστοῦ ἐκ­κλη­σίας, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ δύο περίπου αἰῶνες ὑπῆρ­ξαν ὁ καθορι­στι­κὸς πα­ράγοντας γιὰ τὴν ὁποιαδήποτε διαμόρφωσι καὶ ἐξέ­λιξι στὴν θε­ωρία καὶ πρᾶξι τῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς. ὁ ἴδιος φαίνεται ἐπίσης ὅτι ἐ­δη­μι­ούρ­γησε, κατὰ τὴν προφορικὴ διδακτικὴ καὶ ψαλτική του παράδο­σι, τὶς προϋποθέσεις ποὺ διεμόρφωσαν αὐτὸ ποὺ ἀκόμη μέχρι σήμερα ὀ­νο­μά­ζεται «ὕ­φος καὶ προφορὰ τῆς μεγάλης τοῦ Χριστοῦ ἐκκλη­σίας». ὁ Χαλάτζογλου μαθήτευσε τὴν μουσικὴ στὸ ῞Α­γιον Ὄρος, καὶ κατὰ τὴν πλη­ρο­φορία τοῦ Χρυσάνθου ἡ με­τάβασί του ἐκεῖ κρίθηκε ἀναγκαία, «διότι κατ᾿ ἐ­κεῖ­νον τὸν καιρὸν ἐξέλιπον ἐν Κωνσταντινουπόλει εἰδήμονες ψαλ­μῳ­δοί». τὸ γνωστὸ συνθετικό του ἔργο περιορίζεται στὸν περί­φημο καλοφωνικὸ εἱρμὸ «Ἔφριξε γῆ» (σὲ ἦχο πλ α΄) καὶ σὲ δύο κρα­τή­ματα (στοὺς ἤχους πλ α΄ καὶ βαρύ), μέλη τὰ ὁποῖα εἶχαν καὶ τὰ τρία με­γά­λη διάδοσι ἐπιβιώνοντας μάλιστα ὣς τὸ ἔντυπο καλοφωνικὸ εἰρμολόγιο (1835). κατὰ τὸν Χρύσανθο ὁ Χαλάτζογλου «παραδιδοὺς εἰς τοὺς μαθη­τὰς τὰ μέλη, ἀλλοῦ μὲν συνέτεμνε τινὰς μελῳδίας τῶν θέσεων, ἀλλοῦ δὲ καὶ μετέβαλλεν αὐτάς, ἀφορῶν εἰς τὸ ἡδονικὸν ἐν ταυτῷ καὶ καλ­λωπι­στι­κόν... καὶ ἐντεῦθεν ἐπήγασεν ἡ ὁπωσοῦν διάφορος ἀπαγ­γελία τῶν ἐκκλη­σια­στι­κῶν μελῶν κατὰ τινας θέσεις ἡ τῶν Κωνσταντινου­πο­λιτῶν μουσικῶν διδασκάλων». στὶς νεωτερικές του τάσεις πρέπει νὰ ἐν­τα­χθεῖ καὶ ἡ συγγραφὴ ἐγχειριδίου ὑπὸ τὸν τίτλο «Σύγκρισις τῆς ἀραβο­περ­σικῆς μουσικῆς πρὸς τὴν ἡμετέραν ἐκκλησιαστικήν», στὸ ὁποῖο ἀνα­δει­κνύ­εται βαθὺς γνώστης τοῦ μελικοῦ πλούτου καὶ τῶν δύο αὐτῶν μουσικῶν πα­ραδό­σεων. ὁ Χαλάτζογλου παρὰ τὸ περιωρισμενο συνθετικό του ἔργο, πα­ραμένει ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ σπουδαίους ἐκκλησιαστικοὺς μουσικοὺς τῶν ἀρχῶν τοῦ 18ου αἰῶνος. ἀπεβίωσε τὸ 1748.

Χαλκεόπουλος Γεράσιμος. ἱερομόναχος καὶ φημισμένος μελουργὸς στὴν Κωνσταντινούπολι περὶ τὰ τέλη τοῦ 15ου αἰῶνος.

Χατζηαθανασίου Μιχαήλ. γεννήθηκε στὴν Κάτω Παναγία Σμύρνης τὸ 1881 (κατὰ τὸν Γεώργιο Παπαδόπουλο γεννήθηκε στὴν Κρήτη τὸ 1880) καὶ τὸ 1901 ἐγκαταστάθηκε μονίμως στὴν Κωνσταντινούπολι, ὅπου φοίτησε στὴν Πατριαρ­χι­κὴ Μουσικὴ Σχολὴ κατὰ τὴν περίοδο 1902-1903 μὲ καθη­γη­τὲς τὸν ᾿Ιάκωβο Ναυπλιώ­τη, τὸν Νηλέα Καμαράδο καὶ ἄλλους, καὶ ἀνε­δεί­χθη ὡς καλλίφωνος πρωτοψάλτης καὶ μελοποιός. προσελήφθη στὴν μονὴ Ζωοδόχου Πηγῆς Βαλουκλῆ τὸ 1903. δίδαξε μουσικὴ θεωρία καὶ ὀρθο­γραφία ἐπὶ μία δεκαετία στὴν σχολὴ τοῦ «ἐκκλησιαστικοῦ μουσικοῦ συλλό­γου» καὶ ἐπὶ μία ἑξαετία στὴν θεολογικὴ σχολὴ Χάλκης. ἔψαλλε στὸ Βαλουκλῆ ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν πρῶτα ὡς ἀριστερὸς ψάλτης (1903-1915) καὶ ἀπὸ τὸ 1915 ὡς δεξιὸς μέχρι τὸ 1938, καὶ δημι­ούρ­γησε ἐπίσης βυζαν­τι­νὴ χορωδία. εἶχε πολλοὺς μαθητές, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸν Θρασύβουλο Στανίτσα. πέθανε τὸ 1948 σὲ ἐσχάτη ἔν­δεια. μετὰ τὸν θάνατό του ἐκ­δό­θηκε τὸ 1975 τὸ βιβλίο του «Μουσικὴ Ζωοδοόχος Πηγή», ποὺ περιλαμ­βά­νει κυρίως ὕμνους τῆς λειτουργίας καὶ μία ἐπιλογὴ ἄλλων ἀνεκδότων μαθη­μάτων τοῦ Μ. Χατζηαθανασίου.

    Χατζηθεοδώρου Γεώργιος (τοῦ Ἰωάννου). γεννήθηκε στὴν Ἀθήνα στὶς 28/10/1940. ἀπὸ τὴν ἡλικία τῶν πέντε ἐτῶν μέχρι τὴν στράτευσί του ἔζησε στὴν Κάλυμνο, ὅπου καὶ τελείωσε τὸ γυμνάσιο τὸ 1957. σὲ ἡλικία 14 ἐτῶν ἄρχισε νὰ μαθαίνῃ βυζαντινὴ μουσικὴ μὲ δάσκαλο τὸν ᾿Ελευθέριο Μαστῶ­ρο. κατὰ τὰ ἔτη 1961-1967 σπούδασε στὰ ᾠδεῖα Ἀθηνῶν, καὶ Πειραϊκοῦ Συνδέσμου, καὶ ἔλαβε γιὰ τὴ βυζαντινὴ μουσικὴ πτυχίο ἱεροψάλτου καὶ δίπλωμα μουσικοδιδασκάλου. μετὰ τὸν διορισμό του στὸ δημόσιο συν­έχισε τὶς σπουδές του στὰ ᾠδεῖα «Ἑλληνικὸν Ἀθηνῶν» καὶ «῾Ρω­μανὸς ὁ Μελῳδός», καὶ ἔλαβε γιὰ τὴν εὐρωπαϊκὴ μουσικὴ τὰ πτυχία «εἰδι­κοῦ ἁρμονίας», «ἀντιστίξεως», καὶ «φούγκας». σὲ ἡλικία 16 ἐτῶν διωρίσθηκε ἐπισήμως ὡς ἱερο­ψάλτης. ἐν συνεχείᾳ διετέλεσε πρωτοψάλτης σὲ διάφο­ρες ἐκκλησίες τῶν Ἀθηνῶν (1961-1967, 1973-1976). τοῦ Πειραιῶς, τῆς Πάτμου (1967-1971), τῆς Καλύμνου (1956-1961, 1984-ἕως σήμερα), καὶ τῶν Χανίων (1971-1973, 1976-1984). σήμερα ἐξακολουθεῖ νὰ ψάλλῃ στὸν καθε­δρικὸ ναὸ Παναγίας Κεχαριτωμένης Καλύ­μνου. διετέλεσε καθηγητὴς μου­σικῆς στὴν ἐκκλησιαστικὴ σχολὴ Πάτμου (1967-1971), στὴν ἱερατικὴ σχολὴ Κρήτης (Χανιὰ 1971-1973), στὴν ἀνωτέρα ἱερατικὴ σχολὴ Ἀθηνῶν (1973-1975), στὴν νυκτερινὴ ἱερατικὴ σχολὴ Ἀθηνῶν (1973-1975), στὰ γυμνά­σια 3ο καὶ 5ο Πειραιῶς (1975-1976), καὶ Χανίων 1ο καὶ 5ο (1978-1984), στὴν ἀνωτάτη σχολὴ οἰκιακῆς οἰκονομίας Χανίων (1976-1980), καὶ στὰ γυ­μνάσια 1ο, 2ο, καὶ 3ο Καλύμνου (1984-1992), ἀπὸ ὅπου καὶ συν­τα­ξιοδο­τήθηκε. ἐ­κτὸς ἀπὸ τὰ δημόσια σχολεῖα δίδαξε καὶ στὰ ᾠδεῖα «Βενιζέ­λειον» Χανί­ων (1971-1973, 1976-1984), «Ἑλληνικὸν» Ἀθηνῶν (1973-1976), καὶ «῾Ρωμανὸς ὁ Μελῳδὸς» Πειραιῶς (1991-ἕως σήμερα). δίδαξε ἐπίσης καὶ σὲ σχολὲς μου­σικῆς ποὺ ἵδρυσε ὁ ἴ­διος στὴν Πάτμο (1967-1971), στὰ Χανιὰ (1976 ἕως σήμερα) καὶ στὴν Κάλυμνο (1984 ἕως σήμερα). ἵδρυσε τὸ «μουσικὸ ἐρ­γαστῆρι» τῆς μητροπόλεως Καλύμνου (1984-1998), τὸν σύν­δεσμο ἱεροψαλ­τῶν Χανίων (1975), τοῦ ὁποίου διετέλεσε πρόεδρος ἐπὶ ὀκτὼ ἔτη καὶ ἔχει ἀναγορευθῆ ἐπίσημα ἰσόβιος ἐπίτιμος πρόε­δρός του, καὶ τὴν δημοτικὴ χορῳδία Καλύμνου (1985), τὴν ὁποία διευθύνει μέχρι σήμερα μὲ ἐμ­φανί­σεις σὲ πολλὲς πόλεις καὶ νησιὰ τῆς Ἑλλάδος καὶ στὴν Κύπρο. χρημάτισε πρόεδρος τοῦ ἱεροψαλτικοῦ συλλόγου Καλύμνου γιὰ 16 χρόνια (1974-2000). μαθητές του διακρίνονται σήμερα ὡς καθηγητὲς δημόσιοι λειτουρ­γοί, ἱεροψάλτες καὶ μουσικοί. ἔχει συγγράψει καὶ ἐκδώσει περισ­σότερα ἀπὸ 15 βιβλία καὶ μελέτες μουσικοῦ καὶ λαογραφικοῦ περιεχο­μέ­νου, τὰ ὁποῖα τὸν καθιέρωσαν πανελληνίως στὸν χῶρο τῆς βυζαντινῆς καὶ δημο­τι­κῆς μουσικῆς. μάλιστα τὸ βιβλίο του «Τρα­γούδια καὶ σκοποὶ στὴν Κάλυ­μνο» τιμήθηκε μὲ τὸ βραβεῖο τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν τὸ 1991. συμμετέσχε μὲ ἀνακοινώσεις ἐντὸς καὶ ἐκτὸς Ἑλλάδος σὲ ἐννέα μουσικο­λογικὰ συνέ­δρια. συνέταξε διάφορες, μουσικολογικὲς ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ἐργασίες ποὺ ἔχουν δημοσιευθῆ σὲ ἐπιστημονικὰ περιοδικά, ἐφημερίδες, καὶ τὸ δια­δίκτυο. συνέθεσε μὲ βάση τὴ βυζαντινὴ καὶ τὴ δημοτικὴ μουσικὴ τέσσερα ὀρατόρια καὶ διάφορα χορῳδιακὰ τραγούδια, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἐκτυπωθῆ καὶ κυκλοφοροῦν καὶ σὲ δίσκους ἀκτῖνος. πραγματοποίησε περισσότερες ἀπὸ 200 δημόσιες ἐμφανίσεις διευθύνοντας χορῳδίες βυζαντινῆς καὶ εὐ­ρωπαϊκῆς μουσικῆς –παιδικὲς καὶ μικτὲς μεγάλων–, δίνοντας διαλέξεις κ.ἄ. μία μεγάλη τέτοια ἐμφάνισί του ἦταν στὸ διεθνὲς θρησκευτικὸ φεστιβὰλ Πάτμου, ὅπου παρουσίασε μὲ τὴν δημοτικὴ χορῳδία Καλύμνου τὸ ἔργο του «᾿ῼδὴ εἰς τὴν Ἀποκάλυψιν τοῦ Ἰωάννου» μὲ τὴν συνοδεία τῆς κρατικῆς ὀρχήστρας Ἀθηνῶν. γιὰ τὶς μέχρι σήμερα ὑπηρεσίες του ἔχει τιμηθῆ πολλὲς φορὲς ἀπὸ τὴν ἐκκλησία, δημοτικοὺς ὀργανισμοὺς καὶ ἄλλους φορεῖς, ἐνῷ στὶς 15/2/2009 ἔλαβε τὸ ὀφφίκιον τοῦ «ἄρχοντος μαΐστορος» τῆς μεγάλης τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίας.

Χατζησταμάτης Νικόλαος K.. γεννήθηκε τὸ 1915 ἢ 1917 στὴν Μικρὰ ᾿Ασία καὶ ἐγκαταστάθηκε μονίμως στὴν Χίο τὸ 1922 μετὰ τὴν μικρασιατικὴ καταστροφή. μαθήτευσε τὴν μουσικὴν ἐπὶ δεκαετίαν δίπλα στὸν ἀείμνη­στο Κωνσταντινουπολίτη μουσικοδιδάσκαλο Γεώργιο Π. Βινάκη. τὸ 1942 διωρίσθη λαμπαδάριος καὶ τὸ 1948 πρωτοψάλτης στὸν μητροπολιτικὸ ναὸ Χίου, ὅπου ἔψαλλε μέχρι τὸν νοέμβριον τοῦ 1981. ἐκοιμήθη τὸν φεβρουάριον τοῦ ἔτους 1994.

Χουρμούζιος Χαρτοφύλαξ. ὁ ἐπιλεγόμενος καὶ Γιαμαλῆς. γεννήθηκε περὶ τὸ 1855/1860 στὴν Χάλκη. τὸ ὄνομα τοῦ πατρός του ἦταν Γεώργιος, γι᾿ αὐ­τὸ καὶ σὲ πρώιμες ἀναφορὲς λέγεται Χουρμούζιος <τοῦ> Γεωργίου. ἦ­ταν μαθητὴς τοῦ Ἰακώβου πρωτοψάλτου καὶ τοῦ Γεωργίου τοῦ Κρητός. ἔψαλλεν ὡς δεξιὸς ψάλτης ἐπὶ μίαν ἑξα­ετίαν περίπου (1786-1792) εἰς τὸν ναὸν τοῦ ἁγίου ᾿Ιωάννου τῶν Χίων στὸν Γαλατᾶ Κωνσταντινουπόλεως. σπουδαία εἶναι ἡ συμβολή του στὴν νέα μέθοδο καὶ στὴν μεταγραφὴ τῶν ἀρχαίων μαθημάτωνμ, καθὼς ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς πρωτεργάτες (μαζὶ μὲ τὸν Γρηγόριο καὶ τὸν Χρύσανθο) τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ νέου μουσικοῦ συστήματος τοῦ 1814. πολυσύνθετη προσωπικότητα, ἀθόρυβη, ἀλλὰ δρα­στική. ἀκαταπόνητος ἐξηγητὴς στὴν νέα μέθοδο τῶν παλαιῶν μελῶν, ἐκδότης καὶ ἐπιμελητὴς μουσικῶν βιβλίων, συνθέτης, ψάλτης, διδάσκαλος (μαζὶ μὲ τὸν Γρηγόριο) στὴν τρίτη πα­τρι­αρ­χικὴ μουσικὴ σχολὴ καὶ τέλος ἱκανὸς θεωρητικός. ὁ Χουρμούζιος ἔχει μεταγράψει ὅλα σχεδὸν τὰ εἴδη τῶν μουσικῶν βιβλίων καὶ ὅλα τὰ μέλη, ὅσα ἡ παράδοσι διέσωσε ἀπὸ τὴν πρὸ τῆς ἁλώσεως ἐποχὴ μέχρι τὰ δικά του χρόνια. οἱ ἐξηγήσεις αὐτὲς (34 τόμοι, κατατεθειμένοι σήμερα στὴν Ἐθνι­κὴ Βιβλιοθήκη τῆς Ἑλλάδος) παραμένουν ἀπὸ τὰ πιὸ σημαντικὰ γεγο­νότα στὴν ἱστορία τῆς νεώτερης Ἐκκλησια­στι­κῆς μουσικῆς. ἀποτελοῦν πο­λυτιμότατα κλειδιὰ γιὰ τὴν γνῶσι τῆς παραδοσιακῆς μουσικῆς ὕλης, κυρίως αὐτῆς ποὺ ἐπιβίωσε ἢ γεννήθηκε στὰ χρόνια τῆς τουρκοκρατίας. συγκεκριμένα ἔχει μεταγράψει τὸ παλαιὸ κρατηματάριον (τόμοι 2), μίαν πολυώνυμη ἀνθολογία τῆς παπαδικῆς (τόμοι 3), τὸ συμπληρωματικὸ μαθηματάριόν της (τόμοι 2), τὸ ἀναστασιματάριον τοῦ Χρυσάφη τοῦ νέου, τὸ στιχηράριον τοῦ Γερμανοῦ Νέων Πατρῶν (τόμοι 4), τὸ στιχηράριον τοῦ Χρυσάφη τοῦ νέου (τόμοι 5), τὰ ἅπαντα τοῦ Πέτρου Μπερεκέτου, τὸ παλαιὸ στιχηράριον (τόμοι 4), τὸ ἀναστασιματάριον τοῦ παλαιοῦ στιχηρα­ρίου, τὸ μαθηματάριον τοῦ στιχη­ρα­ρίου (τόμοι 8), τὸ οἰκηματάριον (τόμοι 2) καὶ ἀπὸ τὰ νεώτερα, τὸ ἀνα­στα­σιματάριον καὶ τὸ εἱρμολόγιον τοῦ Πέτρου Πελοποννησίου, τὸ δοξα­στά­ριον τοῦ Ἰακώβου, τὴν συλλογὴ τῶν ἰδιομέλων τοῦ Μανουὴλ πρωτο­ψάλτη, καὶ τὸ λεγόμενο νέον ἀναστασιμα­τάριον. ὡρισμένα ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἔχει ἐπιμεληθῆ καὶ ἐκδώσει ὁ ἴδιος, ὅπως τὸ γνωστὸ «Ταμεῖον Ἀνθο­λογίας» (τόμοι 2, Κωνσταντινούπολις 1824), τὸ «Εἱρμολόγιον τῶν κατα­βα­σιῶν» τοῦ Πέτρου Πελοποννησίου (Κωνσταντι­νού­πολις 1825), τὴν «Συλ­λογὴ τῶν ἰδιομέλων» τοῦ Μανουήλ (Κωνσταν­τι­νού­πολις 1831) καὶ τὸ «Νέ­ον ἀναστασιματάριον» (Κωνσταντινούπολις 1832). ἡ μουσική του δι­δα­σκα­λία πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἀπηχεῖ τὴν πα­τρι­αρχικὴ μουσικὴ παρά­δοσι, ὅπως γίνεται φανερὸ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι μεταγράφει ἢ καταγράφει μέλη τοῦ πατριαρχικοῦ να­οῦ (π.χ. τὴν «Συλ­λογὴ ᾿Ιδιομέλων» τοῦ Μανου­ήλ). ἐπί­σης ἔχει ἐπιμεληθῆ τὴν μεταγραφὴ καὶ τὴν ἔκδοσι τῆς γνωστῆς ἀν­θολογίας ᾀσμάτων ἐξωτερικῆς μουσικῆς «Εὐτέρπη» (Κωνσταντινούπολις 1830) καὶ ὅλες σχεδὸν τὶς ἐκδόσεις (ὣς τὸ 1840) τοῦ κυριωτέρου μαθητοῦ του, τοῦ Θεοδώρου τοῦ Φωκαέως. τὸ συνθετικό του ἔργο ὑπῆρξεν ἐπίσης πλούσιο. μαζὶ μὲ τὸν Γρηγόριο συμπλήρωσαν ὅσα ἀναγκαῖα ἔλειπαν ἀπὸ τὸ ἀναστασιματάριον καὶ τὸ εἱρμολόγιον τοῦ Πέτρου Πελοποννησίου, ἐνῷ ἔχει συνθέσει καὶ ἕνα αὐτοτελὲς «Δοξαστάριον τῶν ἀποστίχων» (1834). ἀπὸ τὰ παπαδικὰ μέλη πρέπει νὰ ἀναφερθοῦν ἕνα Μακάριος ἀνήρ (ἦχος πλ. δ΄), τὰ ἀνοιξαντάρια μελοποιημένα κατὰ δύο τρόπους, «συντετμημένα ἐκ τῶν παλαιῶν» καὶ «ἕτερα σύντομα», τρεῖς πολυέλεοι, ἀντίφωνα, τυπικά, δοξολογίες, λειτουρ­γικά, χερουβικὰ τῆς ἑβδομάδος καὶ τῶν κυριακῶν, κοινωνικὰ τοῦ ἐνιαυτοῦ, τὸ γνωστὸ ὀκτάηχο θεοτοκίο ῾Ρόδον τὸ ἀμάραντον, μαθήματα διάφορα, κρατήματα, καὶ ἄλλα. τέλος πρέπει νὰ πρoστεθῇ ὅτι καθώρισε τοὺς κα­νό­νες τῆς μουσικῆς ὀρθογραφίας καὶ ὅτι συμπληρώθηκε ἀπὸ τὸν ἴδιο ἡ γνωστὴ «Εἰσαγωγὴ» (ἢ μικρὸν θεωρητικὸν) τοῦ Χρυσάνθου «μεταφρα­σθεῖ­σα εἰς τὸ ἁπλoύστερoν καὶ ἐπιδιορθωθεῖσα εἰς πολλὰ ἐλλείποντα». ὁ Χουρμούζιος Χαρτοφύλαξ ὑπῆρξεν ὁ κυριώ­τε­ρος πρακτικὸς στυλoβάτης τῆς νέας μεθόδου, ἐνῷ τὸ ἐξηγηματικό του ἔργο πρέπει νὰ θεωρηθῇ σήμερα ἀνυπoλόγιστης ἐπιστημονικῆς καὶ ἐθνικῆς ση­μασίας.

Χρυσάφης Μανουήλ· βλέπε Μανουὴλ Χρυσάφης ὁ παλαιός.

Χρυσάφης Παναγιώτης· βλέπε Παναγιώτης Χρυσάφης ὁ νέος.