7. ᾿Εκκλησιαστικὴ μουσική — ἱστορία, θεωρία, μελοποιήσεις ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΜΟΥΣΙΚΩΝ ΤΗΣ ΨΑΛΤΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ Σ

 

ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΜΟΥΣΙΚΩΝ

ΤΗΣ ΨΑΛΤΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ

 

Σ

 

Σαββόπουλος Κωνσταντῖνος. ἦταν μαθητὴς τοῦ Στεφάνου Μωυσιάδη καὶ 1ος δομέστικος τῆς μεγάλης ἐκκλησίας (1871-1882). διετέλεσε καὶ πρω­τοψάλτης τῆς μητροπόλεως Κρήτης (μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1850-1856). ἀρρώστησε σοβαρὰ καὶ νοση­λεύτηκε στὸ νοσοκομεῖο τοῦ Μπαλουκλῆ, ὅπου τελικῶς ἔχασε πρόωρα τὴν μάχη μὲ τὸν θάνατο τὸ 1882 σὲ ἡλικία ἄνω τῶν 60 ἐτῶν.

Σαλαμάνης Ἀθανάσιος. γεννηθηκε στὴν Κομοτηνὴ τὸ 1947. μαθή­τευσε τὴν μουσικὴ κοντὰ στοὺς μουσικοδιδα­σκάλους Κυριαζῆ Κυριαζῆ καὶ Κωνσταντῖνο Γαϊτανίδη καθὼς καὶ στὴν σχολὴ τοῦ συλλόγου ἱεροψαλτῶν Θεσσαλονίκης. τὸ 1968 ἔψαλλε στὸν ἅγιο Θεράποντα Θεσσαλονίκης, ἐνῷ ἀπὸ τὸ 1974 εἶναι πρωτοψάλτης στὸν μητροπολιτικὸ ναὸ κοιμήσεως θεοτόκου Κομοτηνῆς. ἀπὸ τὸ 1975 εἶναι πρόεδρος καὶ χοράρχης τοῦ συνδέσμου ἱεροψαλτῶν Θρᾴκης, καθηγητὴς βυζαντινῆς μουσικῆς στὴν σχολὴ τῆς μητροπόλεως Μαρωνείας καὶ Κομοτηνῆς, ἐνῷ κατὰ τὴν περίοδο 1987-1990 δίδαξε παραδοσιακὴ μουσικὴ στὸν μορφωτικὸ ὅμιλο Κοσμίου Κομοτηνῆς καὶ σχημάτισε Παιδικὴ Πειραματικὴ Χορωδία. τὸ 1984 τιμήθηκε ἀπὸ τὸν μητροπολίτη Μαρωνείας Δαμασκηνὸ μὲ τὸ ὀφφίκιον τοῦ «ἄρχοντος πρωτοψάλτου». πολυσχιδὴς προσωπικότης καὶ ἀκούραστος, ἔχει πραγματο­ποιήσει χορῳδιακὲς συναυλίες σὲ διάφορες περιοχὲς τῆς ῾Ελλάδος, ἔχει διδάξει στὸ διεθνὲς σχολεῖο ἑλληνικῆς γλώσσας καὶ πολιτισμοῦ στὸ Καστελόρριζο γιὰ τὴν ἑλληνικὴ μουσικὴ καὶ τὸν ἑλληνικὸ πολιτισμὸ σὲ ἀνθρώπους ἐπιπέδου· παρὰ ταῦτα λέγει ταπεινοφρόνως καὶ χαριτολογῶν ὅτι «ἐγὼ δὲν εἶμαι δάσκαλος, εἶμαι ἴσως ὁ παλιότερος μαθητής». ἔχει διδάξει τὴν μουσικὴ σὲ περισσότερους ἀπὸ 1000 μαθητές, μεταξὺ τῶν ὁποίων οἱ Ἠλίας Παπάζογλου, Δημήτριος Χατζησταμάτης, καὶ ἄλλοι.

Σαραντεκκλησιώτης Γεώργιος. γεννήθηκε τὸ 1843 στὴν Θρᾴκη. ἦταν μαθητὴς τοῦ πρωτοψάλτου τῆς μονῆς ᾿Ι­βή­ρων μο­να­χοῦ Ζωσιμᾶ καὶ γνώστης τῆς ἀραβοπερσικῆς μουσικῆς. ἀπὸ τὸ 1864 μέ­χρι τὸν θάνατό του τὸ 1891 ἔψαλλε στοὺς κεντρικώτερους ναοὺς τῆς Κων­σταν­τι­νου­πόλεως. πολλὰ ἀπὸ τὰ μαθήματά του εἶναι καὶ σήμερα ἐν χρήσει.

Σβιντρίδης ...(;), πρωτοψάλτης Σερρῶν, ἀπὸ τοὺς πρώτους μαθητὲς τοῦ Κυριάκου ᾿Αργυρόπουλου.

Σβιντρίδης Γεώργιος. γεννήθηκε στὴν Κομοτηνὴ τὸ 1941 καὶ ἀπὸ τὴν ἡλικία τῶν 8 ἐτῶν περίπου ἀποκαλύφθηκε ἡ ἱδιαίτερη κλίσι του στὴν ψαλτικὴ τέχνη. παρακολούθησε τὰ πρῶτα μαθήματα ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς στὴν Κομοτηνὴ καὶ ἀργότερα στὸ ἐκκλησιαστικὸ λύκειο Ξάνθης. τελειοποίησε τὸ ὕφος του κοντὰ στὸν ᾿Αθανάσιο Καραμάνη στὴν Θεσσαλονίκη. τὸ 1963 ἔψαλλε στὸν ναὸ Ἁγίας Κυριακῆς Ἀλεξανδρου­πόλεως, ἐνῷ τὸ 1977 προσελήφθη στὸν μητροπολιτικὸ ναὸ Ἁγίου Νικολάου ὡς πρωτοψάλτης, ὅπου ὑπηρέτησε μέχρι λίγον καιρὸ πρὸ τοῦ θανάτου του. ἡ προσφορὰ καὶ δρᾶσί του στὴν βυζαντινὴ μουσικὴ ἦταν πολυσήμαντη καὶ πολυποίκιλη. διετέλεσε διδάσκαλος τῆς μουσικῆς, ἱδρυτὴς μουσικῶν συλλόγων καὶ τμημάτων καὶ χοράρχης μὲ ἐμφανίσεις στὴν Ἑλλάδα καὶ τὸ ἐξωτερικό. κοιμήθηκε τὸν ἰανουάριο τοῦ 2002. σῴζονται ἠχογραφήσεις του.

Σγουρόπουλος Γεώργιος. δομέστικος στὴν Κωνσταντινούπολι κατὰ τὰ μέσα τοῦ 15ου αἰῶνος.

Σεραφὶμ μητροπολίτης Σισανίου καὶ Σιατίστης καὶ εἶτα Γάνου καὶ Χώρας· βλέπε Σκαρούλης Σεραφίμ.

Σκανδαλάκης ᾿Αντίπας. ᾿Αθωνίτης ἱερομόναχος ποὺ γεννήθηκε τὸ 1955 στὴν Λουτροπηγὴ τῆς Καρδίτσας (Σμόκοβο Ἀγράφων)· τὸ βαπτιστικό του εἶναι Ἐμμανουήλ. εἶναι ἀπόφοιτος τῆς ῾Ριζαρείου ἐκκλησιαστικῆς σχολῆς, ὅπου καὶ διδάχθηκε ἀρχικὰ τὴν μουσικὴ ἀπὸ τὸν Δημήτριο Παναγιω­τό­πουλο Κοῦρο. συμπλήρωσε τὶς μουσικές του σπουδὲς κοντὰ στὸν Θεό­δωρο Χατζηθεοδώρου καὶ τὸν Ἀβραὰμ Εὐθυμιάδη. ἐκάρη μοναχὸς τὸ 1974 στὴν μονὴ Προυσοῦ Εὐρυτανίας, ὅπου ἔμεινε μέχρι τὸ 1980· στὴν συνέχεια μετέβη στὴν μονὴ Δοχειαρίου ῾Αγίου Ὄρους (1980-1997) καὶ κα­τόπιν στὸ ἰβηριτικὸ κελλίον τῆς ἁγίας Ἄννης στὶς Καρυές. μέσα στὸ κλῖμα καὶ τὴν παράδοσι τοῦ ῾Αγίου Ὅρους ἀφωσιώθηκε ὁλοκληρωτικὰ στὴν ψαλτικὴ τέχνη καὶ διδάχθηκε ἐπιπλέον τὴν μουσικὴ ἀπὸ τοὺς παλαιοὺς σπουδαίους ᾿Αθωνῖτες ψάλτες· τὸν Διονύσιο Φιρφιρῆ (μὲ τὸν ὁποῖο καὶ συνέψαλλε συχνά), τὸν Γαβριὴλ Μακκαβὸ καὶ τὸν Ἰωάννη τοῦ κελλίου τοῦ ῾Ραβδούχου. ἦταν πρῶτος ψάλτης στὴν μονὴ Δοχειαρίου καὶ μὲ πυκνὴ συμμετοχὴ (σήμερα ἀδιάλειπτη) στὶς ἀγρυπνίες καὶ τὶς πανηγύρεις τῶν κελλιῶν καὶ τῶν μοναστηριῶν. πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς ἕνας ἀπὸ τοὺς σπουδαιοτέρους τῆς νεωτέρας γενεᾶς τῶν ῾Αγιορειτῶν ψαλτῶν μὲ πλούσιο φυσικὸ τάλαντο, γνῶσι τοῦ παραδοσιακοῦ ψαλτικοῦ τρόπου, καὶ μὲ ὕφος ἐπίσης στιβαρὸ καὶ ἀρχαιοπρεπές, μελισματικό, ἔντεχνο καὶ ἡδύ.

Σκαρούλης Σεραφίμ (ἐσφαλμένος τύπος Σεραφείμ). γεννήθηκε στὴν Κάλυμνο τὸ 1852 καὶ φοίτησε στὴν θεο­λο­­γικὴ σχολὴ Χάλκης, ἀπὸ ὅπου ἔλαβε πτυχίο τὸ 1880. ἀμέσως μετὰ ὁ πατρι­άρ­χης ᾿Ι­ωακὶμ Γ΄ τὸν προσέ­λαβε στὴν ὑπηρεσία τοῦ οἰκουμενικοῦ πατριαρχείου στὸ Φα­νάρι το­ποθε­τῶντάς τον 2ο δομέστικο, καθὼς ἦταν καλλίφωνος, ἐνῷ παράλληλα χειροτο­νή­θη­κε καὶ διά­κο­νος. ἀπὸ τὸν πατριαρχικὸ ναὸ ἀποχώρησε στὶς 24 μαΐου 1881, ὅταν χειροτονήθηκε πρεσβύτερος καὶ μετέβη στὸ ῞Αγιον Ὄρος, ἐνῷ τὸ ἑπόμενο ἔτος στάλ­θη­κε στὴν ῾Ρωσία ὡς ἡγούμενος τοῦ ἐκεῖ μετοχίου τοῦ οἰκουμενικοῦ πατριαρχείου. ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν Κωνσταντινού­πολι τὸ 1893 καὶ στὶς 4 μαΐου 1900 ἐξελέγη μη­τρο­πολίτης Σι­σανίου καὶ Σιατίστης. στὶς 14 Μαΐου 1909 μετετέθη στὴν μητρόπολι Γάνου καὶ Χώρας, ὅπου καὶ παρέμεινε μέχρι τοῦ θανάτου του στὶς 31 ᾿Ιουλίου 1913.

Στανίτσας Θρασύβουλος. Γεννήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολι τὸ 1910 καὶ ὑπηρέτησε ἀποκλειστικὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ψαλμῳδία, καὶ μάλιστα στὴν παραδοσιακή της ἔκφρασι. εἶχε δασκάλους στὴ μουσική, καὶ μέσα στὸ κλῖμα τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τὸν Δημήτριο Θεραπειανό, τὸν Μιχαὴλ Χατζηαθανασίου, τὸν Δημήτριο Βουτσινᾶ, τὸν Γιάγγο Βασιλειάδη καὶ τὸν Ἰωάννη Παλάση. ἔψαλλε διαδοχικὰ σὲ πολυάριθμες ἐκκλησίες, στὸν ἅγιο Μηνᾶ, στὴν Ἀνάληψη καὶ στὸν ἅγιο Κωνσταντῖνο στὰ Ὑψωμαθειά (ὣς τὸ 1929), ὅπου, ὡς γνωστόν, ἔψαλλε καὶ ὁ Πέτρος Μπερεκέτης, στὸν ἅγιο Νικόλαο τοῦ Γαλατᾶ (1929-1939), καὶ τέλος στὸν πατριαρχικὸ ναό, ἀρχικὰ ὡς λαμπαδάριος (1939-1959) καὶ στὴ συνέχεια ὡς πρωτοψάλτης (1959-1964), ὁπότε καὶ ἀπελάθηκε ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολι. ἔκτοτε ἔζησε στὴν Ἀθήνα, ὅπου καὶ ἔψαλλε (1966-1981) στὸν ἅγιο Δημήτριο Ἀμπε­λο­κήπων. πέθανε τὸ 1987. ὁ Θρασύβουλος Στανίτσας ἦταν ὁ διάδοχος μιᾶς μα­κρόχρονης παραδόσεως σπουδαίων πρωτοψαλτῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ πατριαρχείου ποὺ ξεκινᾷ ἀπὸ τὸν Παναγιώτη τὸν Χαλάτζογλου (ἀρχὲς τοῦ 18ου αἰῶνος). μὲ τὸν Κωνσταντῖνο Πρίγγο ὡς πρωτοψάλτη καὶ ὡς λαμ­πα­δάριος ὁ ἴδιος ἐλάμπρυναν ἐπὶ μίαν εἰκοσαετία (1939-1959) τὸν πατριαρ­χικὸ ναό. πρόκειται γιὰ μία μεγάλη σύγχρονη φωνὴ τοῦ ἑλληνισμοῦ. ψάλ­της μὲ πλούσιο καὶ βαθὺ αἴσθημα, λαμπρὴ ἄρθρωσι, δωρικὸ καὶ πειθαρ­χημένο ὕφος, ἐξαιρετικὴ τεχνική, γνώστης μεγάλος τοῦ παραδοσιακοῦ τρό­που ψαλμῳδίας, ἔντεχνος ὡστόσο καὶ ἀπόλυτα προσωπικός. ἡ ἀνάμνησι τοῦ τρόπου ποὺ ἔψαλλε παραμένει ἀκόμη πολὺ ζωηρὴ σὲ ὅλους τους παλαιοὺς καὶ νεώτερους ψάλτες. ἠχογραφημένα ἔργα του εἶναι· 1) τὸ ὀκτάηχον Θεοτόκε παρθένε τοῦ Πέτρου Μπερεκέτου, 2) ἕνας μεγάλος ἀριθ­μὸς καλοφωνικῶν εἱρμῶν, 3) ὡρισμένα κρατήματά τους, 4) διάφορα ἐκκλησιαστικὰ μέλη στὸν δίσκο ποὺ συνοδεύει τὸ βιβλίο «Χειρόγραφα Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς 1453-1820» (Ἀθήνα 1980, ἔκδοσι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζας τῆς Ἑλλάδος), 4) τὸ ἔξοχο τριαδικὸ Δόξα. Ἡ ὑπεράρχιος θεότης ἀπὸ τὸν πολυέλεο Δοῦλοι Κύριον σὲ ἦχο πλ α΄ τοῦ Πέτρου Πελο­ποννησίου (στὴ σειρὰ «Βυζαντινοὶ καὶ μεταβυζαντινοὶ μελουργοί», ἀρ. 4, τοῦ Ἱδρύματος Βυζαντινῆς Μουσικολογίας) 5) διάφορες χορῳδιακὲς ἐκτε­λέσεις μὲ χορῳδίες ποὺ διευθύνονται ἀπὸ τὸν Θρασύβουλο Στανίτσα (ἐπίσης στὴν ὡς ἄνω σειρὰ τοῦ Ἱδρύματος Βυζαντινῆς Μουσικολογίας), καὶ 6) μεγάλος ἀριθμὸς φυσικῶν ἠχογραφήσεων ἐν ὥρᾳ ἀκολουθίας λιγώτερο στὸν πατριαρχικὸ ναὸ καὶ κυρίως στὸν ἅγιο Δημήτριο ᾿Αμπελοκή­πων καὶ σὲ ἄλλους ναούς.

Στέφανος (ἐπώνυμον Μι­χα­ὴλ) ὁ Βυζάντιος. 1ος δομέστικος (1850-1856) καὶ κατόπιν λαμπαδάριος (1856-1862) τῆς μεγάλης ἐκκλησίας. μα­θη­τὴς ἐκ τῶν ἀ­ρί­στων τοῦ πε­ριωνύμου Κων­­σταν­τίνου τοῦ Βυζαντίου ἀλλὰ καὶ τοῦ Χουρμουζίου Χαρτοφύλακος, καὶ συν­ε­χι­στὴς τοῦ πατρι­αρ­χικοῦ ὕφους. συνεργάστηκε μὲ τὸν ᾿Ιωάννη τὸν Νεοχωρίτη στὴν ἔκδοσι τῆς «Μου­σι­κῆς Παν­δέ­κτης». ἀ­πο­σύρθηκε ἀπὸ τὰ καθήκοντά του λόγῳ ἀσθε­νείας τὸ 1863 καὶ τὸν ἑπόμενο χρό­νο (1864) πέθανε.

Σταυράκης πρωτοψάλτης· βλέπε Γρηγοριάδης Σταῦρος ἢ Σταυράκης.

Στογιάννης Νικόλαος (καὶ Στωγιάννης ἢ Στογιάννος ἢ Στογιάννοβιτς). γεννή­θηκε κατὰ τὴν πρώτη δεκαετηρίδα τοῦ 19ου αἰῶνος στὴν Κωνσταντι­νούπολι. ἦταν μαθητὴς τοῦ πρω­το­ψάλ­του Κωνσταντίνου τοῦ Βυζαντίου καὶ ἔψαλλε στὸν πατριαρχικὸ ναὸ γιὰ 50 χρόνια· ἐχρη­μά­τισε λαμπαδάριος τῆς μεγάλης ἐκκλη­σίας ἀπὸ τὸ 1871 ἕως τὸ 1888 ἐπὶ πρωτοψαλτῶν Γεωρ­γίου ῾Ραιδεστηνοῦ καὶ Γεωργίου Βιολάκη. ἐπίσης ὑπη­ρέ­τη­σε καὶ ὡς δά­σκαλος ἐπὶ 38 ἔτη (1833-1871) στὸ δημοτικὸ σχολεῖο Φαναρίου. πέθα­νε τὸ 1893. στοὺς μαθητές του ὁ γιός του ᾿Ιωάννης Λαμπαδαρίδης, ἐπί­σης ἱεροψάλτης.

Σφήκας Λεωνίδας. Γεννήθηκε στὴν Χίο τὸ 1921. δάσκαλός του ὑπῆρξεν ὁ περίφημος Κωνσταντινουπολίτης μουσικὸς Γεώργιος Βινάκης (μαθητὴς τοῦ πρωτοψάλτου τῆς μεγάλης τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίας Γεωργίου ῾Ραιδεστηνοῦ Β΄). πρωτοψάλτης γιὰ τριάντα χρόνια (1945-1975) στὴν ἁγία. Ἄννα (Καπέλα) Χίου καὶ στὴν συνέχεια (1975-1995) σὲ πολλοὺς ναοὺς τῶν Ἀθηνῶν (ἅγιος Γεώργιος Νέας Ἰωνίας, ἅγιος Νικόλαος Γλυφάδας, ἅγιος Σώστης Συγγροῦ, ἅγιος Νικόλαος Καλλιθέας). ἀπεβίωσε τὸν ἰανουάριο τοῦ 2000 ἰδιωτεύοντας στὴν Χίο. ὡς ψάλτης εἶχε ἠχηρὸ καὶ ἰδιόφωνο ἠχό­χρωμα, ἦταν ὑψίφωνος, ἀπέδιδε τὰ μέλη πιστὰ κατὰ τὸν τρόπο καὶ τὴν παράδοσι τῆς Κωνσταντινουπόλεως μὲ μεγάλη ἀφοσίωσι στὸ δίδαγμα τοῦ δασκάλου του, ἀλλὰ καὶ μὲ προσωπικὴ συναισθηματικὴ μέθεξι καὶ ἀπό­κλι­σι πρὸς ἕνα σθεναρὸ καὶ μεγαλόπρεπο ὕφος. ἠχογραφημένες ἑρμηνεῖές του· 1) καλοφωνικοὶ εἱρμοί, 2) πλήρης ἡ σειρὰ τῶν κατ᾿ ἦχον κρατημάτων τοῦ καλοφωνικοῦ εἱρμολογίου (Κων­σταντινούπολις 1835, σ. 189-262), 3) ὡρισμένοι πολυέλεοι, ὅπως τοὺς διδάχθηκε καὶ τοὺς συνέψαλ­λε μὲ τὸν σπουδαῖο δάσκαλό του, 4) διάφορα μέλη σὲ παλαιὸ (1975) συμβατικὸ δίσκο 33 στροφῶν μὲ τὸν τίτλο «Βυζαντινοὶ ἐκκλησιαστικοὶ ὕμνοι», ὅπου καὶ δύο στίχοι ἀπὸ τὸ ὀκτάηχο Θεοτόκε παρθένε τοῦ Μπερεκέτη σὲ μίαν ἐνδιαφέρουσα ἐκτέλεσι μὲ ἔντονο λαϊκότροπο ὕφος.