7. ᾿Εκκλησιαστικὴ μουσική — ἱστορία, θεωρία, μελοποιήσεις ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΜΟΥΣΙΚΩΝ ΤΗΣ ΨΑΛΤΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ Κ

 

 ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΜΟΥΣΙΚΩΝ

ΤΗΣ ΨΑΛΤΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ

 

Κ

 

Κακουλίδης Γεώργιος. διακεκριμένος καλλίφωνος πρωτοψάλτης, μὲ σεμνὸ ἱεροπρεπὲς καὶ παραδοσιακὸ ἐκκλησιαστικὸ ὕφος, καθηγητὴς τῆς βυζαντινῆς μουσικῆς, χοράρχης καὶ συγγραφεὺς πλειάδος μουσικῶν ἐκδόσεων. γεννήθηκε στὴν Δράμα ἀπὸ γονεῖς πρόσφυγες τοῦ Πόντου τὸ 1935 καὶ ἀπὸ μικρὴ ἡλικία μυήθηκε στὴν ψαλτικὴ τέχνη ἀπὸ τὸν πατέρα του Ἰωάννη, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε κατ' ἐπάγγελμα ἱεροψάλτης. ἐν συνεχείᾳ συμπλήρωσε τὶς σπουδές του δίπλα στὸν ἀείμνηστο ἀδελφό του Νικόλαο, καλλίφωνο καὶ ταλαντοῦχο μουσικό. παρακολούθησε ἐπίσης ἐπὶ ἕξι χρόνια θεωρητικὰ μαθήματα βυζαντινῆς καὶ δημοτικῆς μουσικῆς κοντὰ στὸν μουσικοδιδάσκαλο Σίμωνα Καρρᾶ. τὸ 1963 ἵδρυσε στὴν Ἀθῆνα τὴν «βυζαντινὴ ἐκκλησιαστικὴ χορωδία» καὶ τὸ 1975 ἵδρυσε τὴν 20μελῆ μικτὴ ποντιακὴ χορῳδία, καταγράφοντας συγχρόνως τὰ τραγούδια ἀπὸ γέροντες καὶ παλαιοὺς τραγουδιστὲς σὲ βυζαντινὴ σημειογραφία, γιὰ πιστότερη ἀπόδοσι τῆς ἀκουστικῆς δημοτικῆς μας παραδόσεως. ἀπὸ τὸ 1977 ὑπῆρξε τακτικὸς συνεργάτης τοῦ κρατικοῦ ραδιοφώνου καὶ τῆς τηλεοράσεως σὲ ἐκπομπὲς βυζαντινῆς καὶ δημοτικῆς μουσικῆς. ἀπὸ τὸ 1984 μέχρι σήμερα ἔχει ἐκδώσει δεκατρία μουσικὰ βιβλία, ἐνῷ ἔχει κυκλοφορήσει καὶ εἰδικὰ μουσικὰ φυλλάδια, περισσότερα ἀπὸ 60, μὲ πλήρεις ἀκολουθίες γιὰ ἑορτές, μνῆμες ἁγίων, μυστήρια κ.λπ.. ὅλα τὰ μουσικά του συγγράμματα ὑπάρχουν καὶ ἠχογραφημένα ἀπὸ τὸν ἴδιο καὶ τὴν χορῳδία του. ἔχει διδάξει βυζαντινὴ καὶ δημοτικὴ μουσικὴ σὲ διάφορες πόλεις τῆς χώρας καὶ ἔχει δώσει συναυλίες στὴν ῾Ελλάδα καὶ τὸ ἐξωτερικό. μὲ τὴν ὑποδειγ­μα­τικὴ φιλοπονία του καὶ ὑπευθυνότητα γιὰ τὴν λειτουργικὴ μουσική μας παράδοσι ἔχει προσφέρει ἕνα ἀξιόλογο καὶ σημαντικὸ μουσικὸ ἔργο γιὰ τὴν καθόλου ἑλληνικὴ μουσική.

Καλομοίρης Δημήτριος. γεννήθηκε στὴν Ἀθήνα τὸ 1966 καὶ εἶναι ἔγ­γαμος μὲ δύο θυγατέρες. τυγχάνει ἀπόφοιτος τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ λυ­κείου Ἀθηνῶν καὶ τῆς ἀνωτάτης ἐκκλησιαστικῆς ἀκαδημίας Ἀθηνῶν, καὶ μόνιμος διοικητικὸς ὑπάλληλος τοῦ δήμου Ἀχαρνῶν. διδάχθηκε τὴν ἐκκλη­σιαστικὴ μουσικὴ ἀπὸ τὸν πρωτοψάλτη Ἐμμανουὴλ Χατζημᾶρκο, φοίτησε στὸ «ἑλ­ληνικὸ ᾠδεῖο» Ἀθηνῶν, εἶναι κάτοχος πτυχίου καὶ διπλώματος βυζαν­τινῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς καὶ ἀνεδείχθη ἀκριβὴς καὶ παραδο­σιακὸς ἐκτε­λεστὴς τῶν ἐκκλησιαστικῶν ὕμνων. ἀνέλαβε δεξιὸς ψάλτης σὲ ἡλικία 17 ἐτῶν στὸν ναὸ ἁγίου Βλασίου Ἀχαρνῶν, ὅπου ὑπηρέτησε ἐπὶ 17 συναπτὰ ἔτη. τὸ 2000 ἀνέλαβε πρωτοψάλτης στὸν μη­τρο­πολιτικὸ ναὸ ἁγίου Δημη­τρί­ου Κηφισιᾶς, ὅπου ὑπηρετεῖ ἕως σήμερα. διδάσκει βυζαντινὴ μουσικὴ στὸ δημοτικὸ ᾠδεῖο Ἀχαρνῶν καὶ στὸ δημοτικὸ ᾠδεῖο Ἄνω Λιοσίων, ἐνῷ ἀπὸ τὸ 2011 διωρίστηκε διευθυντὴς στὴν σχολὴ βυζαντινῆς μουσικῆς τῆς μητροπόλεως Μεσογαίας καὶ Λαυρεω­τικῆς. ἔχει ἀναπτύξει ἔντονη δραστη­ριότητα στὸν χῶρο τῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς μὲ πλούσιο συγγραφικὸ ἔργο, συναυλίες ἐντὸς καὶ ἐκτὸς Ἑλλάδος, ἠχογραφήσεις καὶ κυκλοφορία ψηφιακῶν δίσκων, καθὼς ἐπίσης καὶ μὲ συμμετοχὴ σὲ ῥα­διοφωνικὲς ἐκπομπὲς τῆς κρατικῆς ἑλληνικῆς ῥαδιοφωνίας, ἐνῷ ἔχει λάβει μέρος σὲ τρία διεθνῆ συνέδρια μουσικολογίας στὴν Ἀθήνα ὡς ἐκπρόσωπος τῆς πάλαι μητροπόλεως Ἀττικῆς. περὶ τὸ 1989 ἵδρυσε ἐκκλησιαστικὴ χορωδία μὲ μαθητὲς καὶ συνεργάτες του μὲ σκοπὸ τὴν μελέτη καὶ προβολὴ τῆς βυζαντινῆς μουσικῆς κατὰ τὴν αὐστηρὴ παράδοση. ἡ χορῳδία ἀπαρτίζεται ἀπὸ περίπου 40 ἐνεργὰ μέλη καὶ ἀνανεώνεται διαρκῶς ἀπὸ νέους μαθητές, ἐνῷ ἀναπτύσσει ἔντονη μουσικὴ δραστηριότητα στὴν Ἑλλάδα καὶ στὸ ἐξωτερικό.

᾿Αθανάσιος Καραμάνης (1911-2012).  διεθνῶς ἀναγνωρισμένη πολυτάλαντη καὶ πολυσύνθετη προσωπικότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας μουσικῆς παραδόσεως· καλλίφω­νος πρωτοψάλτης, ἐπιδέξιος ἐκτελεστὴς τοῦ δημοτικοῦ τραγου­διοῦ (ἰδίως τοῦ τοπικοῦ τῆς ἑλληνικώτατης Μακεδονίας μας), γνώστης ἐπίσης καὶ τῆς ἀνατολικῆς μουσικῆς, ἐγκρατέστατος θεωρητικὸς καὶ μουσι­κοδιδάσκαλος, συγγραφεὺς καὶ ἐκδότης μουσικῶν βιβλίων, μελοποιὸς καὶ διασκευαστής, χοράρχης καὶ παραγωγὸς μουσικῶν φωνοταινιῶν καὶ δίσκων. γεννήθηκε τὸ 1911 στὸ χωριὸ Κρηνίδα ἢ Βιτάστα Σερρῶν καὶ ἦταν τὸ τελευταῖο παιδὶ (ἕβδομο) πολύτεκνης οἰκογε­νείας. σὲ ἡλικία μόλις 5 ἐτῶν ἔμεινε ὀρφανὸς ἀπὸ πατέρα. ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ δημοτικοῦ σχολείου ἄρχισε νὰ μαθαίνῃ καὶ ἐκκλησια­στικὴ μουσική, ὁπότε φάνηκε ἡ καλλιφωνία του. ἀπὸ 16 ἐτῶν ἔψαλλε ἐπισήμως σὲ διάφορους ναοὺς στὶς περιοχὲς Σερρῶν, Δράμας, Καβάλας, Βεροίας, Θεσσαλονίκης, Πύργου Ἠλείας, μέχρι ποὺ τελικὰ τὸ 1952 ἀνέλαβε πρωτοψάλτης καὶ χοράρχης τοῦ μητροπολιτικοῦ ναοῦ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ στὴν συμπρωτεύουσα, ἀπ’ ὅπου παραιτήθηκε τὸ 1983. εἶχε διάφορους δασκάλους στὴν ψαλτική, ἀλλὰ ἰδιαίτερα ἔμαθε τὸ «πατριαρ­χικὸ» ὕφος ἀπὸ Κωνσταντινουπολῖτες ψάλτες καὶ κυρίως ἀπὸ τὸν Κων­σταντῖνο Πρίγγο, τοῦ ὁποίου ὑπῆρξε συστηματικὸς ἀκροατής. μὲ τὴν σειρά του διετέλεσε καὶ ὁ ἴδιος διδάσκαλος τῆς ψαλτικῆς τέ­χνης καὶ ἵδρυσε στὴν Θεσσαλονίκη τὸ φροντιστήριο «Ἅγιος Δημήτριος» μαζὶ μὲ τοὺς Χρύσανθο Θεοδοσόπουλο, Ἀβραὰμ Εὐθυμιάδη, καὶ Χαρίλαο Ταλιαδῶρο. γιὰ δεκαετίες ὅλοι σχεδὸν οἱ ψάλτες τῆς Βορείου ῾Ελλάδος, ἀλλὰ καὶ πλεῖστοι ὅσοι ἀπὸ τὶς ἄλλες περιοχὲς τῆς χώρας, καθὼς καὶ πολ­λοὶ χειροτονημένοι ἢ ὑποψήφιοι κληρικοὶ περνοῦσαν ἀπὸ τὴν διδακτικὴ αἴθουσα καὶ τὸ ἀναλόγιο τοῦ ᾿Α. Καραμάνη. μαθητές του στόλισαν τὰ ἀναλόγια τῶν ναῶν τῆς Βορείου ῾Ελλάδος, ἀκόμη καὶ τῆς ᾿Ηπείρου, τῆς Θεσσαλίας, τῶν Νησιῶν, καὶ τῆς Πελοποννήσου. ἀπὸ τὸ 1955 καὶ μέσα σὲ 10 ἔτη περίπου κατήρτισε δύο ἐκδοτικὲς μουσικὲς σειρές («Νέα Μουσικὴ Συλλογὴ» καὶ «Νέα Μουσικὴ Κυψέλη»). ἐξέδωσε ἐπίσης περίπου 40 φωνοταινίες (κασέττες), 10 δίσκους μακρᾶς διαρκείας καὶ μία φωνοταινία (κασέττα) μὲ δημοτικὰ τραγούδια τῆς Μακεδονίας. ἐπίσης εἶχε πραγματοποιήσει καὶ πολλὲς ἰδιωτικὲς ἠχογραφήσεις (παλιότερα σὲ πομ­πίνες), τὶς ὁποῖες ἔδινε σὲ διάφορους μαθητές του, φίλους του ἢ συναδέλ­φους του. ἐπιπλέον πολλοὶ μαθητές του καὶ ἄλλοι φιλόμουσοι τὸν ἠχογραφοῦσαν μὲ μαγνητόφωνο στὸν ναὸ τὴν ὥρα ποὺ ἔψελνε ἢ ἀπὸ ῥαδιοφωνικὲς καὶ τηλεοπτικὲς ἀναμεταδόσεις. τιμήθηκε κατὰ τὴν διάρκεια τῆς σταδιοδρομίας του κυρίως μὲ τὴν ἀποδοχὴ τοῦ ἔργου του ἀπὸ τὸν ψαλτικὸ κόσμο· ἀλλὰ καὶ πολυάριθμοι ψαλτικοὶ καὶ μουσικοὶ σύλλογοι καὶ ἄλλοι φορεῖς σὲ ῾Ελλάδα καὶ ἐξωτερικὸ τὸν τίμησαν μὲ μετάλλια, διπλώματα, τιμητικὲς συναυλίες καὶ ἄλλες ἐκδηλώσεις. στὶς 21 μαΐου 1977 ἔλαβε ἀπὸ τὴν ἱερὰ σύνοδο τὸν ἔπαινο τῆς ἐκκλησίας τῆς ῾Ελλάδος. τὸ 1979 τὸ ὑπουργεῖο πολιτισμοῦ τοῦ ἔδωσε τιμητικὴ ἰσόβια σύνταξι. τὸ οἰκουμενικὸ πατριαρχεῖο τὸ 1981 τοῦ ἀπένειμε τὸ «ὀφφίκιον» τοῦ ἄρχον­τος πρωτοψάλτου τῆς ἀρχιεπισκοπῆς Κωνσταντινουπόλεως. τὴν δευτέρα 4/11/1991 ὁ ᾿Α. Καραμάνης σὲ ἡλικία 80 ἐτῶν τιμήθηκε σὲ εἰδικὴ ἐκδήλωσι ἀπὸ τὸν «Πα­τραϊκὸ ῞Ομι­λο βυζαντινῆς καὶ παραδοσιακῆς μουσικῆς». ἀπὸ τὶς πιὸ πρόσφατες τιμητικὲς ἐκδηλώσεις στὸ πρόσωπό του ἦταν στὴν Δράμα τὸ 2000 σὲ συναυλία τῆς χορῳδίας «Δομέστικοι τῆς Δράμας», καὶ στὶς 2 φεβρουαρίου 2008 στὴν Βέροια. τὴν κυριακὴ 12 αὐγούστου 2012 στὴν Θεσσαλονίκη ἐγκατέλειψε τὰ ἐπίγεια καὶ πρόσκαιρα, πλήρης ἡμερῶν, σὲ ἡλικία 101 ἐτῶν. ἡ προσωπικότητά του, τὸ τάλαντό του, τὸ τεράστιο διδακτικό, συγ­γραφικό, ψαλτικὸ καὶ ἐκδοτικὸ ἔργο του σφράγισαν τὴν ψαλτικὴ τέχνη τοῦ 20οῦ αἰῶνος ὄχι μόνον στὴν ῾Ελλάδα ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλες ὁμόδοξες ἐκκλη­σίες τοῦ ἐξωτερικοῦ, καθὼς ἀπετέλεσαν (καὶ ἀποτελοῦν μέχρι σήμερα) σημεῖο ἀναφορᾶς καὶ πηγὴ ἐμπνεύσεως πολλῶν γενεῶν ἱεροψαλτῶν, ῾Ελλή­νων, ὁμογενῶν καὶ ξένων. ὁ ᾿Αθανάσιος Καραμάνης ὑπῆρξε ἕνα μουσικὸ φαινόμενο, τὸ ὁποῖο οἱ ἡμέτεροι μουσικοὶ δὲν τὸ ἔχουν ἀκόμη διερευνήσει καὶ ἑρμηνεύσει ἐπαρκῶς, καὶ ἐναπόκειται στοὺς ψάλτες, ἱστορικούς, μουσι­κολόγους καὶ μουσικοφίλους τῶν ἑπομένων χρόνων νὰ ἀσχοληθοῦν συστη­ματικὰ μὲ τὸ ἔργο του καὶ νὰ ἀποτιμήσουν τὴν συνολικὴ προσφορά του.

Κατσικλῆς Δηµήτριος. σύγχρονος ἱεροψάλτης στὸν Βόλο καὶ βοηθὸς χοράρχης στὴν χορῳδία τοῦ «συνδέσµου ἱεροψαλτῶν Βόλου».

Κέιβελης Ἰωάννης· βλέπε Ζωγράφος Ἰωάννης ὁ Κέιβελης.

Κηλτζανίδης Παναγιώτης Προυσαεύς. ἀπὸ τοὺς σημαντικώτερους ψάλτες καὶ μου­σι­κο­διδα­σκάλους τοῦ 19ου αἰῶνος· γεννήθηκε στὴν Προύσα μεταξὺ 1811-1818, ἔ­ψα­λε σὲ διάφορους ναοὺς τῆς Κωνσταντινουπόλεως, γνώστης τῆς παλαιᾶς παραση­μαν­τι­κῆς, μὲ πλού­σια ἐκδο­τικὴ προσφορὰ μουσικῶν ἔργων. ἀνέδειξε πολλοὺς μαθητὲς καὶ πέθανε τὸ 1896. ἦταν ἐπίσης δεινὸς γνώστης τῆς ἐξωτερικῆς μουσικῆς καὶ ἄριστος θεωρητικὸς αὐτῆς. γενικῶς φαίνεται ὅτι ἦταν ἐξέχων θε­ω­ρη­τι­κὸς μουσικοδι­δά­σκαλος τῆς ἐποχῆς.

Κλάββας (Κυριακοῦ) Κωνσταντῖνος. γεννήθηκε τὸ 1852 καὶ διετέλεσε πρωτοψάλτης στὸν μητρο­πο­λι­τι­κὸ ναὸ ᾿Αδριανουπόλεως περὶ τὸ 1875. ὅταν ὁ ᾿Ιάκωβος Ναυπλιώτης, μὲ τὸν ὁποῖο εἶ­χε ἄριστη συνεργασία, ἔγινε λαμ­παδάριος, ὁ Κωνσταντῖνος Κλάββας ἔγινε 1ος δομέστικος (1905-1911). τὸ 1911 προήχθη σὲ λαμπαδάριο τῆς μεγάλης ἐκκλησίας μὲ πρω­το­ψάλ­τη τὸν Ναυπλιώτη. τὸ 1916 ἀπε­χώρησε λόγῳ ἀσθενείας· ἀπεβίωσε στὶς 2 Δε­κεμ­­βρίου 1917. ἐπειδὴ ὁ Γ. Παπαδόπουλος στὶς μὲν «Συμβολὲς» τὸν ἀνα­φέρει μόνον μὲ τὸ ἐπώ­νυ­μο (πατρώνυμο;) Κυριακοῦ, στὴν δὲ «᾿Επισκό­πησι» μόνον μὲ τὸ Κλάββας, δημιουργήθηκε σύγ­χυσις καὶ ὡρισμένοι θεώ­ρησαν ὅτι πρόκειται γιὰ δύο πρόσωπα. φτὴν ταύτισι τὴν κάνει ὁ ἴδιος ὁ Γ. Παπαδόπουλος στὸ «Λεξικό» του καὶ ἄλλοι μετὰ ἀπὸ αὐτόν.

Κλα­δᾶς ᾿Ιωάννης. αὐ­το­κρατορικὸς ψάλτης, ποὺ ἤκμα­σε τὸν 14ο αἰῶνα.

ΚοκκώδηςΚουρσουλούδης ᾿Ιωακίμ (ἐσφαλμένος τύπος ᾿Ιωακείμ). γεν­νήθηκε τὸ 1802 στὴν Καλ­λι­μασιὰ Χίου, ἀλλὰ ἔμεινε ὀρ­φα­νὸς ἐκ πατρός· τὸ βαπτιστικό του ἦτο ᾿Ιωάννης. ὅταν ἦταν στὴν ἐφηβικὴ ἡλικία, ἦρθε στὴν Κων­σταντινούπολι γιὰ σπουδές, ἐνῷ πα­ραλ­λήλως ἐρ­γα­ζόταν σὲ ἀρτοποιεῖο καὶ ἔ­ψαλλε ὡς κανονάρχης στὸν ἅγιο ᾿Ιωάννη τῶν Χίων ἐπὶ δεξιοῦ ψάλτου Πέτρου Γεωργίου τοῦ Βυζαντίου (πιθανὸν με­τα­ξὺ τῶν ἐτῶν 1818-1820). ἀκο­λού­θησε τὸ ἱερατικὸ στά­διο, ἐξελέγη οἰκουμενικὸς πα­τριάρχης γιὰ πρώτη φορὰ στὶς 4 ὀκτω­βρίου 1860 ὡς ᾿Ιω­α­κὶμ Β΄ καὶ πα­ρέ­μεινε στὸν θρό­νο μέχρι τὸ 1863. ἐπαν­ε­ξελέγη γιὰ δεύ­τε­ρη φορὰ στὶς 23 νο­εμβρίου 1873 «παραμείνας ἄχρι τοῦ θα­νάτου του» 5 αὐ­γού­στου 1878. με­σού­σης τῆς δευ­τέρας θητείας του προσέ­λα­βε τὸν Γε­ώρ­­γι­ο Βιολάκη ὡς πρω­τοψάλτη τοῦ πα­τριαρχείου.

Κορώνης Ξένος (Ξενοφῶν). πρωτο­ψάλ­της τῆς ῾Αγίας Σοφίας, ποὺ ἔζη­σε καὶ ἤκμασε τὸν 14ο αἰ­ῶ­να. ἔχει σωθῆ μὲ τὸ ὄνομά του ἕνα ἀργὸ «δύ­να­μις».

Κορώνης Ἀγάθων. βλέπε ᾿Αγάθων Κορώνης.

Κουκουζέλης ᾿Ιωάννης. ὀνομαστὸς αὐ­το­κρατορικὸς ψάλτης, ποὺ ἤκμα­σε τὸν 14ο αἰῶνα.

Κουρσουλούδης ᾿Ιωακίμ· βλέπε ΚοκκώδηςΚουρσουλούδης ᾿Ιωακίμ.

Κούτρας Στέφανος· βλέπε Μωυσιάδης Στέφανος.

Κωνσταντᾶς Γρηγόριος. γεννήθηκε στὴν Σάμο τὸ 1812 καὶ πέθανε τὸ 1896. γνώριζε καὶ τὴν παλαιὰ καὶ τὴν νέα παρασημαντικὴ καὶ διετέλεσε μα­θητὴς τῶν Χουρ­μουζίου Χαρτοφύλακος, Θεοδώρου τοῦ Φωκαέως, Κων­σταντίνου τοῦ Βυζαντίου καὶ Πέ­τρου Συμεὼν τοῦ Ἁγιο­τα­φί­του. ἐκτὸς ἀπὸ ψάλτης ὑπηρέτησε καὶ ὡς διδάσκαλος καὶ διευθυντὴς σχολείων καὶ σὲ ἄλ­λες θέσεις ποὺ ἀπαιτοῦσαν ἱκανὴ γραμ­ματομάθεια. χα­ρακτηρίζεται λόγιος μουσικοδιδάσκαλος, μελοποίησε πολλὰ ἔργα ἀλλὰ καὶ ἑρμήνευσε πολλὰ μαθήματα ἀπὸ τὴν παλαιὰ παρασημαντικὴ στὴν νέα.

Κωνσταντῖνος ὁ ἐξ ᾿Αγχιάλου. σπουδαῖος μουσικὸς τοῦ τέλους τοῦ 16ου αἰῶνος, φερόμενος συχνὰ ὡς πρωτοψάλτης, ἄγνωστον ὅμως ποῦ. τὸ ἔργο του ὑπῆρξε πολὺ διαδεδομένο στὰ χειρόγραφα. ἐμελοποίησε ᾀσμα­τικὰ τρισάγια, θεοτοκία, κρατήματα, μαθήματα τοῦ στιχηραρίου, στίχους καλο­φωνικούς, χερουβικά, κοινωνικὰ τῶν κυριακῶν, καὶ ἄλλα. τὸ ἀρι­στούργη­μά του εἶναι ἡ ὀκτάηχος Τιμιωτέρα, γνωστὴ ὡς «πάνυ ἔντεχνος», τὸ πρῶ­το βεβαιωμένο ἱστορικῶς ὀκτώηχο μέλος τῆς μορφῆς αὐτῆς, καὶ τῆς ὁποίας σῴζεται μᾶλλον τὸ αὐτόγραφο (Λέσβος, Μονὴ Ὑψηλοῦ, ἀρ. χφ 48). τὸ ἔργο τοῦ Κωνσταντίνου τοῦ ἐξ Ἀγχιάλου ἀξιολογεῖται ὡς καινοτόμο, διότι ἤδη στὸ τέλος τοῦ 16ου αἰῶνος, ἀντικατοπτρίζει μία καινούργια μου­σικὴ πραγματικότητα.

Κων­σταν­τῖ­νος ὁ Βυζάντιος. ἡ θητεία του στοὺς πα­τριαρ­χι­κοὺς χοροὺς ξεκινᾷ ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ πρωτοψάλτου Μανουὴλ τοῦ Βυ­ζαντίου, γι᾿ αὐτὸ καὶ ἀναφέρεται κυρίως ὡς μαθητὴς τοῦ Μα­νουήλ. διετέλεσε τοὐλάχιστον ἐπὶ μία πεν­τα­ετία 2ος δομέστικος μέχρι τὸ 1805 καὶ 1ος μετὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο, πρᾶγμα ποὺ σημαίνει ὅτι θὰ πρέπει νὰ ἦταν ἐντε­λὴς καὶ ἐμβριθὴς ψάλ­της, ὅταν συνέψαλλε μὲ τὸν τό­τε πρωτο­ψάλτη Μανουήλ. τὸ 1819 ἔγινε λαπαδάριος καὶ τὸ 1821, σὲ ἡλικία 45 ἐτῶν, πρωτοψάλτης τῆς μεγάλης ἐκκλησίας. ὁ Κωνσταντῖνος μὲ τὴν μεγαλειώδη προ­σ­ω­πικότητά του καὶ τὸ ἀπα­ρά­μιλ­λο μουσικό του ταλέντο ἔμελε νὰ σφρα­γίσῃ τὴν μου­σικὴ παρά­δο­σι τοῦ πα­τρι­αρ­χείου καὶ νὰ ἀναγνωριστῇ αὐ­θεν­τικὸς ἑρμη­νευ­τὴς καὶ βασι­κὸς δια­μορ­φωτὴς τοῦ λεγομένου πατρι­αρ­χικοῦ ὕφους ἀλλὰ καὶ τῆς ἐκ­κλη­σια­στικῆς εὐ­ταξίας τῶν ἀκολουθιῶν ποὺ τελοῦνται στὸν πα­τρι­αρ­χικὸ ναό· ὑπῆρξε ἕνας σημαντικὸς σταθμὸς γιὰ τὴν ἐκκλη­σι­α­στικὴ μουσικὴ ὄχι μόνον τῆς ἐπο­χῆς του ἀλλὰ καὶ τῶν μετέπειτα χρόνων. στὴν θέσι τοῦ πρω­το­ψάλ­του θὰ παραμείνῃ μέχρι τὸ 1855, ἐνῶ ὁ θάνατος θὰ τὸν βρῆ πλήρη ἡμερῶν τὸ 1862.

Κωνσταντῖνος Ε´, πατριάρχης· βλέπε Βαλλιάδης Κωνσταντῖνος.