7. ᾿Εκκλησιαστικὴ μουσική — ἱστορία, θεωρία, μελοποιήσεις ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΜΟΥΣΙΚΩΝ ΤΗΣ ΨΑΛΤΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ Α

 

ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΜΟΥΣΙΚΩΝ

ΤΗΣ ΨΑΛΤΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ

 

Α

 

Ἀβαγιανὸς Σίµος. ἐγεννήθη τῷ 1839 εἰς Μυτιλήνην καὶ διετέλεσε πρωτοψάλτης ἐν τῷ μητροπολιτικῷ ναῷ Ἀθηνῶν περὶ τὸ 1885. ἐχρημάτισε δὲ καὶ πρωτοψάλτης τῆς Μυτιλήνης εἰς δύο περιόδους, ἀπὸ τοῦ 1860 μέχρι τῆς εἰς ᾿Αθήνας μεταβάσεώς του καὶ μετὰ τὴν ἀποχώρησίν του ἐξ ᾿Αθηνῶν. ἐδίδαξεν ἐπίσης τὴν µου­σικὴν ἐν τῷ σχολαρχείῳ καὶ ἐν τῷ παρθεναγωγείῳ Μυτιλήνης. διεκρίθη ἐπὶ καλλιφωνίᾳ καὶ µουσικῇ ἐµπει­ρίᾳ. ὑπῆρξε μαθητὴς Ἰωάννου τοῦ Βυζαντίου, πρωτοψάλτου τῆς μεγάλης ἐκκλησίας. ἐξέδωκε τῷ 1891, ἐγκρίσει τῆς συνόδου τῆς ἐκκλησίας τῆς Ἑλ­λά­δος, µου­σικὸν βιβλίον ὑπὸ τὸν τίτλον Τριῴδιον, ὑπῆρχε δὲ καὶ ἀνέκ­δο­τον Πεν­τη­κοστάριον αὐτοῦ καὶ πᾶσα ἡ ἀκολουθία τῶν ἐγ­και­νίων. ἀπε­βί­ωσεν ἐν τῇ πατρίδι αὐτοῦ κατὰ τὸν 20ὸν αἰῶνα.

᾿Αβέρκιος Ξενοφωντηνός. ἐγεννήθη τῷ 1877 εἰς τὴν Μικρὰν Ἀσίαν καὶ πρὸ τῆς κουρᾶς του ὠνομάζετο Χρῖστος Μεταλλίδης. τῷ 1879 μετέβη εἰς τὴν μονὴ Ξενοφῶντος τοῦ Ἁγίου Ὅρους, ἔνθα ἐκάρη μοναχὸς τῷ 1899, μετὰ δὲ ἕνα χρόνον ἔλαβε τὸ ἀξίωμα τοῦ προϊσταµένου. ἦτο ἱεροψάλτης γνωστὸς διὰ τὴν δυνατήν του φωνὴν καὶ καλλιγράφος μιμούμενος μὲ τοι­αύ­την ἐπιτυχίαν τὴν γραφὴν τῶν ἐντύπων βιβλίων, ὥστε δύσκολα κατα­λα­βαίνει κανεὶς ὅτι εἶναι γεγραμμένα διὰ χειρός. ἐκαλλιγράφησε 4 μου­σι­κὰ χειρόγραφα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα τὸ ὑπ' ἀριθμὸν 363 ἐδημοσιεύθη. ἐμελο­ποί­η­σε πολυχρονισμοὺς καὶ διαφόρους ὕμνους τοῦ ἁγίου Γεωργίου, ψαλ­λο­μένους ἐν τῇ μονῇ κατὰ τὴν πανήγυριν τοῦ ἁγίου. ἐπίσης ἔγραψεν ἕνα τόμο μὲ πρό­τυπα ἐπιστολῶν. ἀπεβίωσε τῷ 1955.

᾿Αβρααμίδης Εὐθύμιος. ἐπὶ δεκαετίας δεξιὸς ψάλτης τοῦ ναοῦ τῶν ἁ­γίων Πάντων Μακεδονιτίσσης εἰς Λευκωσίαν Κύπρου, ἔνθα ὑπηρετεῖ μέχρι σήμερον (2011).

᾿Αβραμίδης Βασίλειος. ἀναφέρεται περὶ τὸ 1993 ὡς δεξιὸς ψάλτης τοῦ ναοῦ τῶν ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου Πεύκης· πτυχιοῦχος βυζαντινῆς μουσικῆς τοῦ «Ἀπολλωνίου ᾠδείου» Ἀθηνῶν, μαθητὴς τοῦ Γεωργίου Κα­ρα­κάση. ὑπῆρξε μέλος τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου τῆς ὁμοσπονδίας συλ­λό­γων ἱεροψαλτῶν Ἑλλάδος (ΟΜΣΙΕ), 1ος ἀντιπρόεδρος τῆς ἑνώσεως ἱε­ρο­ψαλτῶν Ἀττικῆς καὶ μέλος τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου τῆς «Βυζαν­τινῆς χορῳδίας Ἀττικῆς». ἐκυκλοφόρησε φωνοταινίας ψαλτικῆς.

᾿Αβραμίδης ᾿Ιωάννης. σύγχρονος (2011) μουσικοδιδάσκαλος εἰς ᾠδεῖα καὶ δη­μοσίας μουσικὰς σχολάς, ἀπὸ ἐτῶν δεξιὸς ψάλτης εἰς τὸν ναὸν ἁγίας Πα­ρασκευῆς Νέας Πεν­τέλης, καλλίφωνος καὶ ἐρρυθμότατος, γνώστης τῆς τε ψαλτικῆς τῆς τε ἀνατολικῆς καὶ τῆς εὐρωπαϊκῆς μουσικῆς, διδάσκαλος παραδοσιακῶν μου­σι­κῶν ὀρ­γά­νων (οὐτίου κ.λπ.), σεμνὸς καὶ φέρελπις μουσικός.

᾿Αβραμίδης Νικόλαος. δεξιὸς ψάλτης τοῦ 20οῦ αἰῶνος, μαθητὴς τοῦ Δη­μητρίου Στρατοπούλου. ὑπηρέτησεν εἰς τὸν ἅγιον Νικόλαον Χάλκης.

᾿Αβραμίδης Σάββας. ἱεροψάλτης τοῦ 20οῦ αἰῶνος· ἔψαλλεν εἰς πολ­λοὺς ναοὺς τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ τῶν Ἀθηνῶν (κυρίως εἰς τὰς πε­ρι­οχὰς Φαλήρου καὶ Ἀμφιθέας). ἐκοιμήθη τῷ 1990.

᾿Αβραμόπουλος Παναγιώτης. σύγχρονος ἱεροψάλτης τῶν Πατρῶν, μα­θη­τὴς τοῦ Σπυρίδωνος Γεωργακόπουλου, δεξιὸς ψάλτης εἰς τὸν ναὸν ἀπο­στόλου Παύλου Πατρῶν.

Ἀγαθάγγελος Βατοπεδηνός. μοναχὸς τῆς μονῆς Βατοπεδίου τοῦ Ἁγίου Ὅρους καὶ μελουργός, ζήσας περὶ τὸν 18ον αἰῶνα.

᾿Αγαθάγγελος μητροπολίτης Κυδωνιῶν· βλέπε Παπαθεοδώρου ᾿Αγα­θάγ­γελος.

Ἀγαθοκλῆς Παναγιώτης. µουσικοδιδάσκαλος ἐν Ἀθήναις, ἐξ Αἴνου ὁρµώµενος καὶ ἐν Κῷ ἀνατραφείς. διετέλεσεν ἱεροψάλτης κεντρικοῦ ναοῦ τοῦ Ἄργους καὶ μουσικοδιδάσκαλος ἐν τῇ ἐκεῖσε μουσικῇ σχολῇ, ὅπου ἐξέδωκε τῷ 1855 θεωρητικὸν μεταγράψας τὰ πλεῖστα ἐκ τοῦ θεωρητικοῦ τοῦ Χρυσάνθου, τοῦ ὁποίου ἐπεχείρησε να ἀναπληρώσῃ τὰ ἐλλείποντα. ἐδίδαξεν εἰς πολλοὺς μαθητὰς τὴν πρᾶξιν καὶ θεωρίαν τῆς μουσικῆς. κατὰ τὴν ἐπανάστασιν κατέφυγεν ἐκ τῆς Αἴνου εἰς τὸ Ἅγιον Ὅρος, εἰς δὲ τὰς ἁγιορειτικὰς βιβλιοθήκας παρέδωκε τὴν πολύτιµον µουσικὴν αὐτοῦ βιβλιο­θήκην.

Ἀγάθος Μιχαήλ. γεννήθηκε στὴν Πρέβεζα τὸ 1947, εἶναι πτυχιοῦχος τῆς γεωπονικῆς σχολῆς τοῦ πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ἀπόφοιτος τῆς σχολῆς βυζαντινῆς μουσικῆς τῆς μητροπόλεως Νικοπόλεως καὶ Πρεβέζης, καὶ ἱεροψάλτης στὸν μητροπολιτικὸ ναὸ τοῦ ἁγίου Χαραλάμπους Πρε­βέ­ζης.

Ἀγάθων Κορώνης. ἔζησε περίπου μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1280-1360 καὶ ἦτο μοναχός, κωδικογράφος καὶ μελῳδός, ἀδελφὸς τοῦ Ξένου Ἰωάννου Κορώνη, ποὺ ἔγραψε μαθήματα στὴν Παπαδική. ἡ παλαιότερη μνεία τοῦ ὀνόματός του βρίσκεται στὸν κώδικα ΕΒΕ 2458 (1336), βάσει τῆς ὁποίας συμπεραίνουμε ὅτι ἡ ἐποχὴ τῆς δραστηριότητός του συμπίπτει μὲ ἐκείνην τοῦ ἀδελφοῦ του Ξένου· ὡς πιθανώτερος τόπος τῆς δραστηριότητός του θεωρεῖται Ἅγιον Ὄρος.

Ἀγαλλιανὸς Θεόδωρος. Βυζάντιος τὴν πατρίδα, ζήσας περὶ τὰ ἔτη 1400-1474, ἱερωμένος, μαθητὴς χρηματίσας τοῦ Μάρκου τοῦ Eὐγενικoῦ ἤκµασεν ἐπὶ τῆς βασιλείας Ἰωάννου καὶ Κωνσταντίνου τῶν Παλαιολόγων. ἦτο ἀνὴρ σοφός καὶ λόγιος, δόκιµος ὑµνογράφος καὶ μελῳδὸς καὶ περὶ τὴν µουσικὴν ἐµπειρότατος. ἕνεκα τῆς παιδείας καὶ τῆς ἀρετῆς αὐτοῦ ἐτιµήθη διὰ τριῶν ὀφφικίων, τῶν μεν δύο ἐκκλησιαστικῶν –ἱεροµνήµων καὶ οἰκονόµος τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας– τοῦ δὲ τρίτου βασιλικοῦ –δικαιοφύλαξ τοῦ εὐαγοῦς κλήρου τοῦ παλατίου–. ἦτο ἐπίσης στενὸς φίλος τοῦ πρώτου μετὰ τὴν ἅλωσιν πατριάρχου Γενναδίου τοῦ Σχολαρίου, καὶ ἐπρωτοστάτησε εἰς τὰς ἀντιδράσεις κατὰ τῆς ἑνώσεως τῶν ἐκκλησιῶν τῆς ἀποφασισθείσης εἰς τὴν σύνοδον τῆς Φερράρας-Φλωρεντίας (1439). συνέγραψε πολλά, οὐκ ὀλίγα δὲ καὶ ἐµέλισε. σῴζονται δύο σειραὶ χερουβικῶν αὐτοῦ ἐντέχνων καὶ ἐκτεταµένων. τὰ µουσουργήµατα τοῦ Ἀγαλλιανοῦ ἐκ τῆς ἀρχαίας μεθόδου μετηνέχθησαν εἰς τὴν νέαν. ὁ Ἀγαλλιανὸς εὑρισκόµενος ἐν Κωνσταντινουπόλει κατὰ τοὺς χρόνους τῆς ἁλώσεως καὶ µάρτυς αὐτόπτης τῶν δεινοπαθηµάτων τῶν χριστιανῶν ὑπὸ τοῦ κατακτητοῦ ἔγραψε τῷ 1453 «Χρονικὸν σηµείωµα». κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος ἐκάρη μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Δοσίθεος. διάφορα πονήµατα αὐτοῦ, ὡς λόγοι καὶ ἐπιστολαί, ἀποκεῖνται ἐν χειρογράφω ἐν τῇ Βοδλειανῇ βιβλιο­θήκῃ τῆς Ὀξφόρδης, ἐκκλησιαστικοὶ δὲ ὕµνοι καὶ ἔργον «Περὶ ἐκκλησια­στικῆς μουσικῆς» ἐν τῇ ἐν ῾Ισπανίᾳ βιβλιοθήκῃ τοῦ Ἐσκοριάλ.

Ἀγαλλιανὸς Μανουήλ. δομέστικος καὶ πρωτοψάλτης τῆς Ἁγίας Σοφίας ἐπὶ τῆς βασιλείας Ἰωάννου τοῦ Παλαιολόγου καὶ σπουδαῖος μελουργός. ἀκμάζει περὶ τὰ τέλη τοῦ 13ου αἰῶνος μέχρι τὰ μέσα τοῦ 14ου. ἓν χερουβικὸν καὶ ἄλλα μαθήµατα αὐτοῦ ὑπάρχουν εἰς τὴν Παπαδικήν, τὸ Κρατηµα­τάριον καὶ τὸ Μαθηµατάριον.

Ἀγάπιος ἱεροµόναχος. ἀνὴρ λόγιος ἐκ Μεσολογγίου, µουσικώτατος καὶ μεγαλόφωνος. ἤκµασε κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 18ου αἰῶνος. ἐχρηµάτισε προϊστάµενος τῆς ἐν Γαλατᾷ Κωνσταντινουπόλεως ἐκκλησίας τοῦ ἁγίου Νικολάου, ἔνθα καὶ ἐκήρυττε τὸν θεῖον λόγον.

Ἀγγελίδης Ἀθηνόδωρος. ἱεροψάλτης στὴν περιοχὴ τῆς Μαγνησίας, μὲ ἀκμὴ κυρίως στὸ 1ο ἥμισυ τοῦ 20οῦ αἰῶνος. ἕλκει τὴν καταγωγὴ ἀπὸ τὴν Ἐορδαία Κοζάνης καὶ ἔψαλε κυρίως στὸν ναὸ κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Μακρινίτσας καὶ μετέπειτα στὸν κοιµητηριακὸ ναὸ Ταξιαρχῶν Βόλου. εἶναι ὁ πατέρας τοῦ ἐπίσης ἱεροψάλτου Κωνσταντίνου Ἀγγελίδη.

Ἀγγελίδης Κωνσταντῖνος. γεννήθηκε τὸ 1925 καὶ διετέλεσε ἐπὶ πολλὰ ἔτη δεξιὸς ψάλτης στὸν ναὸ ἁγίου Βασιλείου Βόλου. ὑπῆρξε μαθητὴς τοῦ Ἀλέξανδρου Μαργαριτόπουλου, ἐνῷ πατέρας του ἦταν ὁ ἐπίσης ἱεροψάλ­της Ἀθηνόδωρος ᾿Αγγελίδης.

Ἀγγελόπουλος Γεώργιος. ἱεροψάλτης τοῦ 20οῦ αἰῶνος στὸν Ἄνω Βόλο. διετέλεσε δεξιὸς ψάλτης στὸν ἅγιο Ὀνούφριο καὶ στὸν ναὸ Εὐαγγελιστρίας Νέας Ἰωνίας Βόλου.

᾿Αθανάσιος Ε΄ (Μαργούνιος), πατριάρχης. ἀρχικὰ μητροπολίτης Τουρ­νό­βου (πρὸ τοῦ 1687-1692), στὴν συνέχεια Ἀδριανουπόλεως (1692-1709), καὶ γιὰ μικρὸ διάστημα (1709-1711) οἰκουμενικὸς πατριάρχης ὡς Ἀθανά­σιος Ε΄. ὡς ἐκ­κλησιαστικὸς μουσικὸς ἐνδιαφέρει κυρίως γιὰ τὴν σύνθεσι ἑνὸς χε­ρου­βικοῦ, δύο κοινωνικῶν τῶν κυριακῶν, πολυχρονισμῶν, ἑνὸς «πολυελέου» ὑπὸ τὴν ἔνδειξι «ἐκλογαὶ ἁρμόδιαι εἰς τὴν ἁγίαν Αἰκατε­ρῖ­ναν, ἐκλε­χθεῖ­σαι καὶ τονισθεῖσαι παρὰ κυρίου Ἀθανασίου Τουρνόβου», καὶ προ­πάντων ὡς ποιητὴς ὡρισμένων καλοφωνικῶν εἱρμῶν. ἔχει ἐπίσης ἐξηγήσει τὸ νεκρώσιμο τρισάγιο τὸ λεγόμενο «ἐξ Ἀθηνῶν». ὑπῆρξε μαθη­τὴς τοῦ Μπαλασίου. στὸ ὄνομά του σῴζεται καὶ ἕνα μουσικὸ αὐτόγραφο (Μονῆς Σινά, ἀρ. χφ 1282, Οἰκηματάριο τοῦ Κλαδᾶ, ἔτος 1687), στὸ ὁποῖο σημειώνει ὁ ἴδιος: «Οἱ παρόντες οἶκοι ἐγράφθησαν παρ' ἐμοῦ Ἀθανασίου μητροπολίτου Τουρνόβου Μαργουνίου τοῦ Κρητὸς ὄντος μου εἰς φυλα­κὴν ἀπὸ ἐθελοκακίαν τοῦ πατριάρχου Διονυσίου [Δ΄ τοῦ Μουσε­λίμη]». τὸ αὐτόγραφο αὐτὸ ὑποδεικνύει ἔμμεσα ὅτι ἡ σύνθεσι τῶν καλο­φωνικῶν εἱρ­μῶν, τοῦ ἰδιοτύπου «πολυελέου» καὶ μερικῶν ἀκόμη μελῶν ὀφείλεται στὸν ἐμπερίστατο χρόνο τοῦ περιορισμοῦ του στὸ Σινά. οἱ καλοφωνικοὶ εἱρμοὶ τοῦ Ἀθανασίου ὑπῆρξαν ἀπὸ τοὺς πιὸ διαδεδομένους καὶ προσφιλεῖς, δύο μάλιστα ἐπιβίωσαν καὶ ὣς τὴν ἔντυπη παράδοσι τοῦ καλοφωνικοῦ εἱρμο­λογίου (1835). μὲ τοὺς καλοφωνικοὺς εἱρμούς, τὴν ἐξήγησι τοῦ τρισαγίου καὶ τὰ ὑπόλοιπα μέλη του ὁ πατριάρχης Ἀθανάσιος ἐντάσσεται μέσα στὸ γενικώτερο ἀνανεωτικὸ κλῖμα τῆς πρώτης μεγάλης ἀκμῆς (1650-1720) τῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς μετὰ τὴν ἅλωσι. Ἐπίσης εἶναι ὁ δεύτερος οἰκου­μενικὸς πατριάρχης, μετὰ τὸν Θεοφάνη τὸν Καρύκη (τέλος τοῦ 16ου αἰῶ­νος), ποὺ καταγράφεται ὡς ἐκκλησιαστικὸς μουσικός, καὶ μάλιστα μὲ ἀξι­όλογη καὶ ἐνδιαφέρουσα δραστηριότητα. 

᾿Αθανασίου ᾿Ιωάννης. γεννήθηκε στὴν Χαλκίδα Εὐβοίας τὸ 1981 καὶ εἶναι ἱκανώτατος ἐκτελεστὴς τῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς κατὰ τὸ σεμνὸ καὶ μεγαλοπρεπὲς πατριαρχικὸ ὕφος. ξεκίνησε νὰ μαθαίνῃ ἐκκλησιαστικὴ μουσικὴ ἀπὸ ἕνδεκα ἐτῶν μὲ πρῶτο διδάσκαλο τὸν Γεώργιο Γερογιάννη. τὸ 2000 ἔλαβε τὸ δίπλωμα βυζαντινῆς μουσικῆς ἀπὸ τὸ «Εὐβοϊκὸ ᾠδεῖο» Χαλκίδος μὲ βαθμὸ ἄριστα, ἔχοντας ὡς ἐξεταστὴ τὸν πρωτοψάλτη Μανόλη Χατζημᾶρκο. τὸ 1999 διετέλεσε δομέστιχος στὸν ναὸ Εὐαγγελισμοῦ Θεοτόκου Χαλκίδος, τὸ 2000-2002 λαμπαδάριος στὸν ναὸ ἁγίου Νικολάου Μποῦρτζι Εὐβοίας. τὸ 2002-2009 στὸν ναὸ Κοιμήσεως Θεοτόκου (Κυπριάδου) Ἄνω Πατησίων, καὶ μετὰ τὴν ἐκπλήρωσι τῶν στρατιωτικῶν του ὑποχρεώσεων ἀνέλαβε τὸ 2010 δεξιὸς ψάλτης στὸν ναὸ «῾Ρόδον τὸ ἀμάραντον» τῆς μητροπόλεως Πειραιῶς (2010). παράλληλα διετέλεσε καὶ δομέστιχος τῶν ναῶν ἁγίου Νικολάου Πειραιῶς (2006-2007), ἁγίου Ἐλευθερίου Γκύζη (2007-2009), ἁγίας Τριάδος Πειραιῶς (2010-2011) καὶ ἁγίας Σοφίας Πειραιῶς (2011). ἀπὸ τὸ 2011 εἶναι διωρισμένος δεξιὸς ψάλτης στὸν ἱστορικὸ ναὸ τῆς ἁγίας Αἰκατερίνης Πλάκας Ἀθηνῶν. κατ᾿ ἐπανάληψι ἔχει ἀποσπάσει θετικὰ σχόλια καὶ ἐπαίνους γιὰ τὴν μέχρι τώρα ἐπίδοσί του καὶ προσφορά του στὴν ἐκκλησιαστικὴ μουσική ὅπως· στὶς 21/4/1994 στὴν «Α΄ πανελλήνια διοργάνωσι βυζαντινῆς μουσικῆς καὶ νεότητος», τὸ 2002 στὸ οἰκουμενικὸ πατριαρχεῖο ἀπὸ τὸν οἰκουμενικὸ πατριάρχη Βαρθολομαῖο, στὶς 7/4/2008 σὲ εἰδικὴ ἐκπομπὴ τοῦ ῥαδιοφωνικοῦ σταθμοῦ τῆς ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, καὶ στὶς 12/5/2011 σὲ ἀφιερωματικὴ ἐκπομπὴ τοῦ ρ/σ «᾿Αλήθεια FM» Καλύμνου Δωδεκανήσου. κατὰ τὴν περίοδο 2003-2006 διετέλεσε μέλος τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου τοῦ συλλόγου ἱεροψαλτῶν Εὐβοίας «῾Ο παπα-Γιώργης ῾Ρήγας». ἐπίσης ἔχει λάβει μέρος σὲ ἀρκετὲς μέχρι σήμερα ψαλτικὲς χορωδίες τῆς ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν καὶ τῶν μητροπόλεων Χαλκίδος, Καρυστίας καὶ Φθιώτιδος, καθὼς καὶ σὲ συνέδρια. σήμερα συμμετέχει στὴν ἐκκλησιαστικὴ χορῳδία τοῦ πρωτοψάλτου Γρηγορίου Νταραβάνογλου (ὀφφικιούχου ἄρχοντος μαΐστορος τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας), στὸν ἐπιστημονικὸ βυζαντινὸ χορὸ «῾Ρωμαίικο» ὑπὸ τὸν δομέστιχο αὐτοῦ Γεώργιο Μπιλάλη, καὶ στὴν χορῳδία «Ψαλτικῆς διάκονοι» ὑπὸ τὴν διεύθυνσι τοῦ χοράρχου Ἰωάννου Τσούνη.

Ἀκριβογιάννης Ἰωάννης. σπουδαῖος ἱεροψάλτης τῆς Μαγνησίας μὲ βαθιὰ θεωρητικὴ κατάρτισι καὶ μελοποιὸς μὲ πλούσιο συγγραφικὸ ἔργο. γεννήθηκε τὸ 1924 στὸν ῞Αγ. Βλάσιο Πηλίου καὶ μαθήτευσε στὸν Νικόλαο Καµινάρη καὶ στὸν Ἀλέξανδρο Μαργαριτόπουλο. διετέλεσε ἀριστερὸς καὶ κατόπιν δεξιὸς ψάλτης στὴν γενέτειρά του, ἐνῷ ἀπὸ τὸ 1954 ἦταν πρωτοψάλτης στὸν ναὸ Ἀναλήψεως Βόλου ἐπὶ 44 χρόνια. τὸ μελοποιητικό του ἔργο εἶναι μεγάλο σὲ ὄγκο καὶ ἐξαιρετικὸ σὲ ποιότητα, ἐνῷ ὑπάρχουν καὶ ἠχογραφήσεις του.

Ἀλεξανδρίδης Νικόλαος. διετέλεσε δεξιὸς ψάλτης στὴν κοίµησι Θεοτόκου Μακρινίτσης ὣς τὸ 1950 περίπου. κατόπιν πῆγε στὸν Βόλο καὶ ἴσως ἀργότερα ἔφυγε γιὰ τὴν Ἀθήνα.

Ἀλεξάνδρου Δηµήτριος. ἱεροψάλτης ἀπὸ τὰ Κανάλια Βόλου, ὁ ὁποῖος ἀπεβίωσε σὲ νεαρὴ ἡλικία ἀπὸ ἀνίατη ἀσθένεια στὰ χρόνια τῆς γερμανικῆς κατοχῆς.

᾿Αµακωβίδης Παντελῆς, ἱεροψάλτης τοῦ 20οῦ αἰῶνος, ἀπὸ τοὺς πρώτους μαθητές τοῦ Κυριάκου ᾿Αργυρόπουλου.

᾿Αμφιλόχιος ᾿Αθωνίτης ἱερομόναχος· βλέπε Παπαντωνίου ᾿Αμφιλόχιος.

Ἄνθιµος Σκοπελίτης. ἱερομόναχος ἀπὸ τὴν Σκόπελο, ποὺ διετέλεσε πρωτοψάλτης καὶ ἐφηµέριος τοῦ ναοῦ τοῦ Πρωτάτου γύρω στὸ 1768 (μέχρι τὸ 1788;), κατὰ μαρτυρία τοῦ Καισαρίου Δαπόντε.

᾿Αντίπας ᾿Αθωνίτης ἱερομόναχος· βλέπε Σκανδαλάκης ᾿Αντίπας.

᾿Αντώνιος ὁ ᾿Α­δρι­α­νουπολίτης. λαμπαδάριος τοῦ πρωτοψάλτου Κων­σταν­τί­νου τὴν περίοδο 1822-1827. ἦταν μαθητὴς τοῦ Μανουὴλ Βυζαντίου καὶ τοῦ Γεωργίου τοῦ Κρητός· ἔψαλλε καὶ αὐτὸς ἀπὸ τὴν παλαιὰ μουσικὴ γραφὴ (τὴν ἐξηγηματικὴ) τοῦ Πέτρου, ὅπως καὶ ὁ Κων­σταντῖνος. 40 χρό­νια μετὰ τὸν θάνατο τοῦ λαμπαδαρίου ᾿Αντωνίου ἐξε­δό­θη τὸ ἀναστασιμα­τάριόν του ἐξηγημένο στὴν νέα μέθοδο «παρὰ τοῦ Παναγιώτου Γ. Κηλ­τζανίδου Προυσαέ­ως, ἐν Κωνσταντινουπόλει 1866».

Ἀντώνιος ἱεροµόναχος ἐξ Ἀγράφων. γνώστης τῆς βυζαντινῆς μου­σικῆς, ποὺ διετέλεσε ἐφηµέριος τοῦ ναοῦ τῆς Κοιµήσεως στὴν Γλῶσσα, κεφαλοχῶρι τῆς Σκοπέλου, ἀπὸ τὸ 1833 καὶ μετά. εἶναι γραφεὺς ἑνὸς µουσικοῦ κώδικος, ποὺ σῴζεται στὴν βιβλιοθήκη τοῦ ναοῦ.

Ἀντωνίου Χρῆστος. γεννήθηκε τὸ 1925 στὸν Βόλο. μαθήτευσε στὸν Μανόλη Χατζηµάρκου καὶ ἔλαβε τὸ πτυχίο ἀπὸ τὴν σχολὴ βυζαντινῆς μουσικῆς τῆς μητροπόλεως Δηµητριάδοc. διετέλεσε ἐπὶ χρόνια ἀριστερὸς ψάλτης στὸν ναὸ ἁγίων Θεοδώρων Βόλου, γνωστὸς γιὰ τὸ ἦθός του καὶ τὸν εὐγενικό του χαρακτῆρα.

᾿Απόστολος ᾿Αθανασίου ὁ Βυζάντιος. χαρακτηρίζεται ὡς ἱκανὸς καὶ καλ­λίφωνος μουσικός. ἀπὸ τὸ 1828 ἦταν ἀριστερὸς ψάλτης στὸν ναὸ τοῦ ἁγίου ᾿Ιωάννου τῶν Χίων στὸν Γαλατᾶ Κωνσταντινουπόλεως, ὅταν δεξιὰ ἔψαλλε κάποιος Χρύσανθος. ἀπὸ τὸ 1833 περίπου ἀνέλαβε δεξιὸς ψάλτης, θέσι στὴν ὁποία παρέμεινε μέχρι τὸ 1851, συμπλρώνοντας στὰ ἀναλόγια τοῦ ἴδιου ναοῦ 23 ὁλόκληρα χρόνια. δὲν διευκρινίζεται ἂν τὸ 1851 ἁπλῶς ἀποχώρησε λόγῳ ἡλικίας ἢ ἀσθενείας ἢ ἂν πέθανε.

Ἀποστόλου Ἰωάννης. γεννήθηκε τὸ 1922 στὸν ῾Αλμυρὸ Βόλου. ἀναφέρεται ὡς ἱεροψάλτης, μαθητὴς τοῦ Κωνσταντίνου Κιτρίδη.

᾿Απτόσογλου Νικόλαος. γεννήθηκε περὶ τὸ 1905, καταγόταν ἀπὸ τὴν Μα­γνη­σία τῆς ἐπαρχίας ᾿Εφέσου καὶ ἦταν μαθητὴς καὶ γαμπρὸς τοῦ Μι­χαὴλ Χατζηαθα­νασίου. διετέλεσε πρωτοψάλτης σὲ διάφορους ναοὺς στὴν Κωνσταντι­νούπολι καὶ ἀπὸ τὸ 1964 στὴν ᾿Αθήνα. πέθανε τὸ 1983.

Ἀργυρόπουλος Κυριάκος. γεννήθηκε τὸ 1922 στὴν Νικοµήδεια τῆς Μικρᾶς Ἀσίας μὲ καταγωγὴ ἀπὸ τὸ Σούλι τῆς Ἠπείρου. ὁ πατέρας του ὠνοµαζόταν Κωνσταντῖνος Ἀσήµογλου καὶ ἡ µητέρα του Εὐφροσύνη Ἀσηµα­κοπούλου. ὁ θεῖος του λεγόταν Νικόλαος Ἀργυρόπουλος καὶ ἦταν πρωτοψάλτης στὴν Νικοµήδεια. ἡ οἰκογένειά του ἦρθαν ὡς πρόσφυγες ἀρχικὰ στὸν ῾Αλµυρὸ Μαγνησίας καὶ κατόπιν στὴν Ξάνθη, ὅπου ἐγκατα­στάθηκαν στὸν οἰκισµὸ Μάνδρα Τσεκούρ. διδασκάλους στὴν ψαλτικὴ εἶχε τὸν Ἀναστάσιο Δαβουρτζόπουλο, τὸν µουσικώτατο ἱερέα Νικόλαο Τσιντικό­πουλο, προφανῶς τὸν θεῖό του Νικόλαο ᾿Αργυρόπουλο, καὶ ἄλλους, ἐνῷ ἔλαβε καὶ τὸ πτυχίο τοῦ ἐθνικοῦ ᾠδείου Ἀθηνῶν. μικρὸ παιδί, ἀπὸ τὸ 1928, ἔψαλλε σὲ διάφορους ναούς, ἐνῷ ἀπὸ τὸ 1940 ὑπηρέτησε τὸ ἀνα­λόγιο ὡς διωρισμένος ψάλτης στὴν Ξάνθη, στὸν ῾Αλµυρό, στὴν μητρόπολι Κατερίνης, στὴν Μυτιλήνη, καὶ ἀλλοῦ. τὸ 1950 ἐγκα­τα­στά­θηκε στὸν Βόλο, παντρεύτηκε καὶ διωρίστηκε δεξιὰ στὸν μητροπολιτικὸ ναὸ τοῦ ἁγίου Νικολάου ὣς τὸ 1955, ἀντικαθιστῶντας τοὺς τότε ψάλτες Μανόλη Χατζη­µᾶρκο καὶ Καζάνη, ποὺ εἶχαν ἐπιστρατευθῆ. παράλληλα ἀνέλαβε καὶ διευθυντὴς τῆς σχολῆς βυζαντινῆς μουσικῆς τῆς μητροπόλεως ὣς τὸ 1956. ὅταν ἐπέστρεψε ὁ Μανόλης Χατζημᾶρκος στὸ δεξιὸ ἀναλόγιο τοῦ ναοῦ καὶ στὴν διεύθυνσι τῆς σχολῆς, ὁ ᾿Αργυρόπουλος ἀνέλαβε τὸ ἀριστερὸ ἀναλόγιο, ὅπου παρέµεινε ὣς τὰ βαθιά του γεράµατα, διακρινόµενος γιὰ τὴν σεµνότητα καὶ ἱεροπρέπεια τῆς ψαλµῳδίας του, ἐνῷ συνέχισε νὰ διδάσκῃ στὴν σχολὴ ὡς καθηγητής. δίδασκε τὴν ἐκκλησια­στικὴ μουσικὴ ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ποὺ ἦταν στὴν Ξάνθη καὶ ἀνέδειξε δόκιμους ψάλτες. ὁ πρωτοψάλτης Σερρῶν Σβιντρίδης καὶ ὁ Παντελῆς ᾿Αµακωβίδης εἶναι ἀπὸ τοὺς πρώτους μαθητές του. στοὺς μαθητές του στὸν Βόλο περιλαµ­βά­νονται ὁ Ἰωάννης Βασιλείου, ὁ Σοφοκλῆς Πατακιούτης, ὁ Ἰωάννης Μυλωνᾶς, ὁ Ἰωάννης Μπουρλῶτος (ἢ Μπουρλότος) και ἄλλοι. ἀκόµη διετέλεσε ἐπὶ χρόνια χοράρχης τοῦ Συνδέσµου ἱεροψαλτῶν Βόλου. ὑπῆρξε ἐπίσης ἄριστος καὶ πολυγραφότατος μελουργός, ἐνῷ σῴζονται καὶ ἠχογραφήσεις του. πέθανε στὴν Ἀθήνα καὶ ἐτάφη στὰ Γλυκὰ Νερὰ τὸ 2006.

Ἀργυρόπουλος Νικόλαος. προερχόταν ἀπὸ οἰκογένεια σουλιώτικης καταγωγῆς καὶ ἦταν πρωτοψάλτης στὴν Νικοµήδεια τῆς Μικρᾶς ᾿Ασίας περὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰῶνος. ὑπῆρξε μαθητὴς τοῦ περιωνύμου Γεώργιου ῾Ραιδεστηνοῦ Β΄ (1860-1950), ἐνῷ ἦταν θεῖος τοῦ ἐπίσης ἱεροψάλτου ᾿Αργυρόπουλου Κυριάκου.

Ἀρκουδογιάννης Βλάσιος. ἀναφέρεται ὡς ἱεροψάλτης τοῦ ἁγίου Βλασίου Μαγνησίας περὶ τὸ 1899 μέχρι τὸ 1940 περίπου.