7. ᾿Εκκλησιαστικὴ μουσική — ἱστορία, θεωρία, μελοποιήσεις Μουσικολογικά ἀνάλεκτα 2. Τὸ μάθημα «Ἄνωθεν οἱ προφῆται»

 

2. Τὸ μάθημα «Ἄνωθεν οἱ προφῆται»

 

 

Διονυσίου Ἀνατολικιώτου

δρος φιλοσοφικῆς σχολῆς Ἀθηνῶν,

πτυχιούχου κοινωνικῆς θεολογίας

symbole@mail.com

 

 

2. «Ἄνωθεν οἱ προφῆται», Ἰωάννου τοῦ Κουκουζέλους, ἦχος βαρύς, Μαθηματάριον (ἔτους 1851), σ. 5.

 

Ἄνωθεν οἱ προφῆται σὲ προκατήγγειλαν, κόρη·

στάμνον, ῥάβδον, πλάκα, κιβωτόν, λυχνίαν, τράπεζαν,

ὄρος ἀλατόμητο[ν], χρυσοῦν θυμιατήριον

καὶ σκηνὴ[ν] κ[α]1 πύλην ἀδιόδευτον,

παλάτιον καὶ κλίμακα καὶ θρόνον2 τοῦ βασιλέως·

σέ, κόρη, προκατήγγειλαν ἄνωθεν οἱ προφῆται.

 

Τὸ παρὸν ἐξυμνητικὸ θεοτοκίο ὡς κείμενο δὲν ἀποτελεῖ ὕμνο τῆς ἐκκλησίας, ἀλλὰ εἶναι εἰδικὸ ποίημα, ποὺ πιθανὸν γράφτηκε γιὰ νὰ ἐξυ­πηρετήσῃ συγκεκριμένους μελοποιητικοὺς σκοποὺς στὰ πλαίσια τῆς κα­λοφωνικῆς μελοποιίας. Κατ᾿ ἀρχὰς κρίνονται ἀναγκαῖες δύο φιλολογι­κὲς παρατηρήσεις ὡς πρὸς τὸ κείμενο, καὶ συγκεκριμένα στὰ σημεῖα ὅπου ἔχουν τεθῆ οἱ ἐκθέτες 1 καὶ 2.

1) Σὲ ἕνα ἐκτενὲς τμῆμα τοῦ μαθήματος ἡ λέξι «καὶ» γράφεται «κι» προφανῶς ἐκ παραναγνώσεως. Στὸ θέμα θὰ ἐπανέλθουμε, διότι ἐπηρεάζει τὴν ἀνάπτυξι καὶ μορφολογικὴ διερεύνησι τοῦ μέλους.

2) Τὸ μάθημα ἔχει τὴν λέξι «θρόνον» σὲ ὀνομαστικὴ «θρόνος» (τὸ ὁποῖο εἶναι ἀσύντακτον), καὶ ἐκτελεῖται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἔτσι, διότι συνήθως ὅλη ἡ βαρύτης δίδεται μονομερῶς στὴν ἐκτέλεσι τοῦ μέλους, καὶ δὲν δίδεται ἡ πρέπουσα σημασία στὸ κείμενο, στὰ «λόγια» τῶν μαθημάτων. ῞Οπως ὅμως διαπιστώνει κανεὶς ἀπὸ τὴν μελέτη αὐτῶν τῶν ἐκτενέστατων καὶ «μεγίστων» παπαδικῶν συνθέσεων, ἀκόμη καὶ ἐδῶ τὸ μέλος ἔχει σκοπὸ νὰ ὑπηρετήσῃ τὸν λόγο καὶ νὰ ἐξάρῃ τὰ νοή­ματα τοῦ κειμένου.

 

Σχετικὰ μὲ τὸ εἰδικὸ αὐτὸ ποίημα καὶ ἀπὸ ποῦ ἄντλησε ὁ ποιητὴς τὶς ἔννοιες καὶ λέξεις ποὺ χρησιμοποιεῖ μποροῦμε νὰ ἔχουμε ὑπόψει μας ὅτι παραπλήσιο περιεχόμενο ἔχουν οἱ ἀκόλουθοι ὕμνοι.

α) Τὸ θεοτοκίον ἐξαποστειλάριον τῆς 9ης ᾿Οκτωβρίου

Σὲ οἱ προφῆται ἅπαντες, παρθένε, προηγόρευσαν

στάμνον καὶ ῥάβδον καὶ πλάκα καὶ ἀλατόμητον ὄρος

καὶ κιβωτὸν καὶ τράπεζαν, λυχνίαν χρυσαυγίζουσαν·

ἡμεῖς δέ σε Θεοτόκον ἀξίως ἀνευφημοῦμεν.

β) Τὸ θεοτοκίον ἐξαποστειλάριον τῆς 30ῆς ᾿Οκτωβρίου

Σὲ κιβωτὸν καὶ τράπεζαν προφῆται προηγόρευσαν,

στάμνον καὶ ῥάβδον καὶ ὄρος καὶ τόμον ἐγγεγραμμένον,

παλάτιον καὶ κλίμακα καὶ γέφυραν μετάγουσαν

εἰς ὕψος θείας γνώσεως·

ἡμεῖς δέ σε Θεοτόκον ἀξίως ἀνευφημοῦμεν.

γ) ῾Η ἀρχὴ τοῦ θεοτοκίου τοῦ πλ. α΄ ἤχου (ἀποστίχων)

Ναὸς καὶ πύλη ὑπάρχεις,

παλάτιον καὶ θρόνος τοῦ βασιλέως,

παρθένε πάνσεμνε...

Προφανῶς αὐτοὶ οἱ ὕμνοι (ἢ ἄλλοι παρόμοιοι) ἀπετέλεσαν τὴν πηγὴ συνθέσεως τοῦ κειμένου τοῦ καλοφωνικοῦ μαθήματος.

 

῾Η ἀρχικὴ φράσι «Ἄνωθεν οἱ προφῆται» εἶναι ἐπίσης τίτλος καθιε­ρωμένης εἰκονογραφικῆς παραστάσεως. Στὸ Βυζαντινὸ καὶ Χριστιανικὸ Μουσεῖο ᾿Αθηνῶν ὑπάρχει τὸ ἔκθεμα ὑπ᾿ ἀριθμὸν ΒΧΜ: 001700, τὸ ὁποῖο εἶναι ἀρχιερατικὸς σάκκος· ἄμφιο ἀρχιερέως, τοῦ ὁποίου ἡ προέ­λευσι ἀνάγεται στὸ αὐτοκρατορικὸ ἐνδυματολόγιο. ῞Οπως ἀναφέρεται σὲ σχετικὸ κείμενο τοῦ ὡς ἄνω μουσείου, ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ «σάκκου» στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἀμφίεσι μαρτυρεῖται μόλις ἀπὸ τὸν 15ο αἰῶνα, δη­λαδὴ περίπου ἕναν αἰῶνα μετὰ τὴν σύνθεσι τοῦ ὡς ἄνω μαθήματος. ῾Ο σάκκος εἶναι ἕνας κοντὸς φαρδὺς χιτώνας σχήματος Τ, μὲ κοντὰ καὶ πλατιὰ μανίκια καὶ ἀρχικὰ χρησιμοποιήθηκε κυρίως ὡς πατριαρχικὸ ἔνδυμα, ἀλλὰ λίγο ἀργότερα γενικεύθηκε ἡ χρῆσί του καὶ ἀπὸ τοὺς ὑπόλοιπους ἐπισκόπους. ῾Ο σάκκος τοῦ Βυζαντινοῦ Μουσείου φέρει καὶ στὶς δύο ὄψεις του κεντητὲς παραστάσεις. Στὴν πίσω ὄψι ἀναπτύσ­σεται τὸ εἰκονογραφικὸ θέμα «Ἄνωθεν οἱ προφῆται», ποὺ εἰκονίζει τὴν ἔνθρονη βρεφοκρατοῦσα Θεοτόκο νὰ τὴν πλαισιώνουν προτομὲς προφη­τῶν μέσα σὲ ἑλικοειδεῖς βλαστούς, ἐνῷ πάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι της εἰκονί­ζεται ἑξαπτέρυγο χεροὺβ νὰ κρατᾷ δύο ῥιπίδια. ῾Η παράστασι ἐπιγρά­φεται· ΜΑΡΙΑ ΚΥΡΙΑ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ. ῾Η ἴδια περίπου σύνθεσι συν­αντᾶται σπανίως καὶ σὲ φορητὲς εἰκόνες.

 

῾Ως πρὸς τὴν μορφολογία του πρέπει νὰ σημειωθῇ ὅτι τὸ παρὸν μάθημα ἔχει δύο κρατήματα (καὶ ἕνα ἤχημα σὲ δύο μέρη)· παρουσιάζει δὲ τὴν ἑξῆς μορφή·

[κείμενο] Ἄνωθεν οἱ προφῆ- οἱ προφῆται

σὲ προ- σὲ προκατήγγει- σὲ προκατήγγειλαν,

σὲ προκατήγγειλαν κό- ἄνωθεν σέ, κόρη·

στάμνο- στάμνον, ῥάβδο- ῥάβδον, πλά-,

ῥάβδον, πλάκα, κιβω- κιβωτόν,

λυχνίαν, τράπε-, λυχνίαν, τράπεζαν·

πάλιν· στάμνον, ῥάβδον ῥάβδον, πλά[κ]α,

τράπεζαν, λυχνίαν, κιβω-, λυχνίαν, κιβωτόν,

ὄρο- ὄρος ἀ-, ὄρος ἀλατόμη-, ὄρος ἀλατόμητο[ν],

χρυσοῦν θυμια- θυμιατήρι- θυμιατήριον

καὶ- καὶ σκηνὴ[ν] κ[= καὶ ;]

[ἤχημα] κιι κιι νιι κιι

[σύντομο κράτημα] εριρερου τερε ριρε ρουτε τερε

ριρρεριρεμ τεριρεριρινρι ρεριρερε

ρουτε ρεριρε ρουτε τερεριρρεριρεμ

[ἐπιστροφὴ στὸ ἤχημα] κιι νιι ιι κιι κιινιι κιι ιινιι

[ἐπιστροφὴ στὸ κείμενο] [καὶ ;] πύλην ἀδι- ἀδιόδε-

πύλην ἀδιόδευτον, παλάτι- παλάτιον παλάτι- παλάτιον

καὶ κλίμα- καὶ κλίμακα καὶ θρόνος [= θρόνον] τοῦ βασιλέως·

προκατήγγειλάν σε κό- σὲ κόρη οἱ προφῆ- προφῆται

[κράτημα ἐκτενὲς] τετετε τετετε νεριριρρεμ

τετε τετε νεριριρρεμ τεμτεριρεν

τετετερε εριρρεριρεμ... τερρερεμ...

ριιρρε ριιρρε ριιρρεριρινριρεμ... ριριρερερεμ

κουμ κουμ τερε εριριρε ρερουου τεριρεμ

[ἐπιστροφὴ στὸ κείμενο] σὲ προκατήγγειλαν

ἄνωθεν οἱ προφῆ- οἱ προφῆται, οἱ προφῆται.

 

Καὶ τὰ δύο κρατήματα εἶναι συνημμένα καὶ ἀδιαχώριστα μὲ τὸ ὑπόλοιπο μέλος τοῦ μαθήματος, δηλαδὴ δὲν δύνανται οὔτε νὰ παραλει­φθοῦν οὔτε νὰ ἀποκοποῦν καὶ νὰ αὐτονομηθοῦν οὔτε νὰ ψαλοῦν σὲ ἄλλο μάθημα κατὰ βούλησιν· δεῖγμα προφανῶς τῆς ἀρχαιότητος τῆς συνθέσεως.

Στὸ 1ο κράτημα (τὸ σύντομο) ἔχουμε μία περίπτωσι ἀναγνωστικοῦ λάθους, ὅπως ἤδη ἐπισημάνθηκε καὶ στὴν ἀρχή, καθὼς καὶ μία ὄχι συν­ηθισμένη ἀνάμιξι ἠχήματος μὲ τερερισμὸ ποὺ ἀξίζει νὰ ἀναφερθοῦν. Τὸ κείμενο τοῦ μαθήματος σὲ ἐκεῖνο τὸ σημεῖο ἔχει καὶ σκηνὴν καὶ πύλην ἀδιόδευτον. Τὸ ἤχημα κιι παρεμβάλλεται μεταξὺ τῶν λέξεων σκηνὴν καὶ πύλην ἀντικαθιστῶντας τὸν σύνδεσμο καί, ὁ δὲ σύντομος 1ος τερερισμὸς παρεμβάλλεται μὲ τὴν σειρά του ἀνάμεσα στὸ ἤχημα, ὥστε τὸ ὅλο κράτημα νὰ διαιρῆται φυσικὰ σὲ τρεῖς βραχύτατες στάσεις·

1: ἤχημα κι,

2: τερερισμός,

3: ἤχημα κι.

᾿Επίσης ἡ λέξι σκηνὴν γράφεται χωρὶς τὸ τελικὸ ν (σκηνή), ὁπότε τὸ ἤχημα κιι ἔρχεται σὰν φυσικὴ συνέχεια τῆς τελευταίας συλλαβῆς. Ἔτσι προβάλλει ἐδῶ τὸ ἑξῆς ἐρώτημα· τὸ ἤχημα κι εἶναι πράγματι ἤχημα ἢ μήπως πρόκειται γιὰ κάποια παρανάγνωσι τοῦ χειρογράφου και σὲ κι; Καὶ ἐπειδὴ ἔχουμε τὸ σχῆμα ἤχημα - τερερισμὸς - ἤχημα, μήπως τὴν πρώτη φορὰ εἶναι πράγματι ἤχημα, ἀλλὰ τὴν δεύτερη (μετὰ τὸ κράτημα δηλαδὴ) εἶναι παρανάγνωσι τοῦ και, ἡ ὁποία εὐνοήθηκε ἴσως καὶ ἀπὸ τὸ ἤχημα ποὺ προηγεῖται;

Θὰ ἦταν παράτολμο νὰ ἐπιχειρηθῇ νὰ δοθῇ κάποια ἀπάντησι σ᾿ αὐ­τὰ τὰ ἐρωτήματα, ἐφόσον δὲν ἔχουμε στὴν διάθεσί μας τὸ πρωτόγραφο τοῦ ἴδιου τοῦ Κουκουζέλη, τὸ ὁποῖο ἴσως θὰ διαφώτιζε περισσότερο τὰ πράγματα. Πάντως ἡ πορεία τοῦ μέλους στὸ σημεῖο αὐτὸ μᾶλλον ὑπο­δηλώνει ὅτι ἡ ὅποια παρανάγνωσι τοῦ και σὲ κι πρέπει νὰ ἔγινε σὲ πο­λὺ πρώιμο στάδιο, ἂν ὄχι ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν μελοποιό, προφανῶς ἀπὸ τοὺς ἀμέσως ἑπόμενους ἀντιγραφεῖς, ὅπως ἄλλωστε φαίνεται καὶ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ ἴδιο ἀκριβῶς πρόβλημα ὑπάρχει τόσο στὴν ἐξήγησι τοῦ Γρηγορίου ὅσο καὶ στὴν τοῦ Χουρμουζίου. ᾿Απὸ τὴν σύγκρισι τῶν δύο αὐτῶν ἐξηγήσεων ἴσως προκύπτῃ τοὐλάχιστον μία δυνατότητα πι­θανῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ ἐλλείποντος καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν λέξι πύλην.

Ἂν καὶ τὸ μάθημα εἶναι σὲ ἦχο βαρύ, τὸ 1ο κράτημα (ἤχημα + τερερισμὸς) κινεῖται κυρίως σὲ λέγετο, γιὰ νὰ καταλήξῃ στὸν πα, ποὺ ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ἦταν κατάληξι καὶ τοῦ βαρέος (ὁ ὁποῖος συμπεριφε­ρόταν ἐν πολλοῖς ὡς πρωτόβαρυς).

Τὸ 2ο καὶ ἐκτενὲς κράτημα τοῦ ἐν λόγῳ μαθήματος εἶναι μονοθε­ματικό (τεριρὲμ) καὶ ξεκινᾷ ἀπὸ τὴν βάσι τοῦ βαρέος (ζω), χρησιμοποι­εῖ μελικὲς φόρμες ἄνανες, λεγέτου καὶ ἅγια καὶ καταλήγει ὁμαλὰ (ἂν καὶ κάπως ἀπρόσμενα γιὰ τὴν σημερινὴ ἀντίληψι τῶν ἤχων) στὴν βάσι τοῦ νεάγιε (πλ. δ΄ – νη). ῾Η τελικὴ φράσι μάλιστα τοῦ κρατήματος δη­λώνεται μὲ συντομώτατο ἤχημα κουμ κουμ στὴν βάσι τῆς μελῳδίας (νη).

 

Σημείωσις. ῾Η βιβλιογραφία ποὺ χρησιμοποιήθηκε γιὰ τὰ ἀνωτέρω στοιχεῖα ἀνα­φέρεται ἀναλυτικῶς στὶς ἐκτενέστερες ἐργασίες μου γιὰ τὰ μαθήματα 3 («Περίζω­σαι»), 9 («᾿Αγαλλιάσθω ὁ Δαυίδ») καὶ 50 («᾿Εν φωναῖς ἀλαλάξωμεν»).

 

 

Δημοσίευσι 11/11/2017 (στὴν ἱστοσελίδα τῆς Συμβολῆς)