7. ᾿Εκκλησιαστικὴ μουσική — ἱστορία, θεωρία, μελοποιήσεις Μουσικολογικά ἀνάλεκτα 50. Τὸ μάθημα «᾿Εν φωναῖς ἀλαλάξωμεν»

 

ΜΟΥΣΙΚΟΛΟΓΙΚΑ ΑΝΑΛΕΚΤΑ

 

 

50. Τὸ μάθημα «᾿Εν φωναῖς ἀλαλάξωμεν»

 

Διονυσίου Ἀνατολικιώτου

δρος φιλοσοφικῆς σχολῆς Ἀθηνῶν,

μουσικολόγου - τυπικολόγου

symbole@mail.com

 

 

50. Τῇ γ΄ Κυριακῇ τῶν νηστειῶν (τῆς Σταυροπροσκυνήσεως), Ἰωάννου λαμπαδαρίου καὶ πρωτοψάλτου, ἦχος πλ. δ΄, Μαθηματάριον (ἔτους 1851), σ. 531.

 

Ἐν φωναῖς ἀλαλάξωμεν, ἐν ᾠδαῖς μεγαλύνωμεν,

τὸν σταυρὸν τὸν τίμιον ἀσπαζόμενοι,

καὶ πρὸς αὐτὸν ἐκβοήσωμεν·

Σταυρὲ πανσεβάσμιε, καθαγίασον ἡμῶν

τὰς ψυχὰς καὶ τὰ σώματα τῇ δυνάμει σου

καὶ παντοίας ἐκ βλάβης ἐναντίων

διατήρησον ἀτρώτους

τοὺς εὐσεβῶς προσκυνοῦντάς σε.

 

῾Η τελευταία μουσικὴ σύνθεσι τῆς μνημειώδους ἐκδόσεως τοῦ Μα­θηματαρίου (ποὺ ἐκδόθηκε τὸ 1851 ὡς τρίτος τόμος τῆς σειρᾶς Μουσικὴ Πανδέκτη ἐκ τοῦ πατριαρχικοῦ τυπογραφείου ἐν Κωνσταντινουπόλει) εἶναι τὸ μάθημα «᾿Εν φωναῖς ἀλαλάξωμεν» σὲ ἦχο πλ. δ΄. Εἰδικώτερα στὶς τελευταῖες σελίδες 474-539 τοῦ μαθηματαρίου συνάπτεται ἕνα σύγχρονο ἐπίμετρο (το 1851) μὲ 6 μαθήματα νέα, μελοποιηθέντα παρὰ ᾿Ιωάννου λαμπαδαρίου τοῦ καὶ ἐκδότου τῆς ὅλης σειρᾶς, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸ ὑπὸ ἐξέτασιν «᾿Εν φωναῖς ἀλαλάξωμεν». ῞Οπως ἔχω ἀναφέρει καὶ ἀλλοῦ τὰ 6 αὐτὰ μαθήματα γράφτηκαν πρωτοτύπως ἀπευθείας στὴν Νέα Μουσικὴ Μέθοδο, ἐνῷ τὰ προηγούμενα εἶχαν γρα­φῆ στὴν παλαιὰ καὶ εἶχαν μεταφραστῆ στὴν νέα, κυρίως ἀπὸ τὸν Γρηγόριο πρωτοψάλτη ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν Χουρμούζιο χαρτοφύλακα.

Τὸ ἐξεταζόμενο μάθημα εἶναι τὸ πρῶτο προσόμοιο στιχηρὸ τῶν αἴνων τῆς 3ης κυριακῆς τῶν νηστειῶν (κυρ. τῆς σταυροπροσκυνήσεως), σὲ ἦχο δ΄ (λέγετο), πρὸς τὸ «Ὡς γενναῖον ἐν μάρτυσι», μὲ τὸ κείμενο ποὺ παραtίθεται στὴν ἀρχὴ τῆς παρούσης ἀναλύσεως. Πρόκειται γιὰ τὸ μόνο προσόμοιο στιχηρὸ τοῦ παρόντος μαθηματαρίου (τὰ ἄλλα «προσ­όμοια» εἶναι τροπάρια κανόνων καὶ ἀπολυτίκια, ὄχι στιχηρά). Ἂν καὶ τὸ μαθηματάριο ἐξ ὁρισμοῦ περιλαμβάνει κυρίως καλοφωνικὲς μελοποι­ήσεις τῶν ἰδιομέλων στιχηρῶν τοῦ ἔτους, ὅμως ἀπὸ τὴν ἔκδοσι τοῦ 1851 δὲν λείπουν καὶ ἄλλα ποιητικὰ εἴδη εἴτε τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὑμνογρα­φίας ἢ καὶ ἐξωλατρευτικά, ὅπως εἱρμοὶ καὶ τροπάρια, ἀπολυτίκια, ἁπλοὶ στίχοι (ἢ μεγαλυνάρια), καὶ δεκαπεντασύλλαβα ποιήματα.

Οἱ ὅποιες ἐξελίξεις στὴν πατριαρχικὴ καὶ κωνσταντινουπολιτικὴ εὐ­ρύτερα λατρευτικὴ τάξι ἐπηρεάζουν ἀντιστοίχως καὶ τὶς μελουργικὲς ἐργασίες τῶν ἐκκλησιαστικῶν μουσικῶν. ᾿Επὶ παραδείγματι τὰ ἰδιόμε­λα τῆς λιτῆς δὲν προτιμῶνται τόσο ἀπὸ τοὺς νεωτέρους μελοποιούς, πρᾶγμα ποὺ σημαίνει ὅτι δὲν εἶναι πλέον τόσο γνωστὰ στὸ ἐκκλησί­ασμα, ἄρα καὶ ἡ τέλεσις τῆς λιτῆς στὶς ἑόρτιες ἡμέρες σταδιακὰ περιο­ρίζεται ἢ καὶ σπανίζει. ᾿Εξηγεῖται ἔτσι καλλίτερα γιατί ὁ ᾿Ιωάννης προ­τίμησε γιὰ τὴν κυριακὴ τῆς σταυροπροσκυνήσεως νὰ μελοποιήσῃ ἕνα προσόμοιο στιχηρὸ τῶν αἴνων ἀντὶ π.χ. γιὰ τὸ ἰδιόμελο τῆς λιτῆς «῾Ορῶ­σά σε ἡ κτίσις ἅπασα» (πλ. α΄) τῆς ἴδιας κυριακῆς· ἐπιλέχτηκε ἕνας ὕμνος γνωστὸς στὸ ἐκκλησίασμα (λαοφιλής), καὶ ὡς ἐκ τούτου ἡ συγκε­κριμένη μουσικὴ σύνθεσι τοῦ ᾿Ιωάννου ἔχει λαϊκὸ χαρακτῆρα.

῾Η μελοποίησι ὕμνων σὲ ἄλλους ἤχους πέραν τοῦ ἀρχικοῦ τους ἐπί­σης δὲν εἶναι κάτι ἄγνωστο στὴν ἐκκλησιαστικὴ μελοποιία, ὅπως ἔχω ἀναπτύξει ἐκτενέστερα ἀλλοῦ. Εἰδικὰ ὅταν ἕνας ὕμνος μελοποιῆται καλοφωνικῶς ὡς μάθημα, δὲν εἶναι πάντοτε ἀπαραίτητο νὰ μελοποιηθῇ στὸν ἀρχικό του ἦχο, διότι προφανῶς ἀλλάζει καὶ ἡ χρῆσι τοῦ ὕμνου· ὡς καλοφωνικὸ μέλος δὲν θὰ χρησιμοποιηθῇ οὔτε ὡς δοξαστικὸν τοῦ ἑσπε­ρινοῦ ἢ τοῦ ὄρθρου οὔτε ὡς ἀπολυτίκιον οὔτε ὡς τροπάριον κανόνος στὴν συνήθη ἀκολουθία, ἀλλὰ ὡς καλυπτήριος ὕμνος σὲ ἀγρυπνίες, σὲ πανηγύρεις ἢ συνήθως ἐξωλατρευτικῶς. Στοιχούμενος σὲ αὐτὴν τὴν παράδοσι ὁ ᾿Ιωάννης Βυζάντιος ἀπὸ τὰ 6 μαθήματα ποὺ παραθέτει στὴν ἔκδοσι τοῦ 1851 τὰ μισὰ ἔχει ἐπιλέξει νὰ τὰ μελοποιήσῃ σὲ ἦχο διαφορετικὸ τοῦ ἀρχικοῦ τους· τὸ ἰδιόμελο γιὰ τὴν 10η φεβρουαρίου (τοῦ ἁγ. Χαραλάμπους) «῾Η ἐκκλησία σήμερον» (μάθ. 48, σ. 511) σὲ δ΄ ἅγια ἀντὶ τοῦ ἀρχικοῦ β΄ ἤχου· τὸ δοξαστικὸν τῶν αἴνων τοῦ ὁσίου ᾿Αθανασίου τοῦ ᾿Αθωνίτου «Τὸν τῆς ἀθανασίας ἐπώνυμον» (μάθ. 49, σ. 521) σὲ πλ. δ΄ ἀντὶ τοῦ ἀρχικοῦ πλ. β΄ (μηναῖον 5 ἰουλίου καὶ σὲ ὅλες τὶς μελοποιήσεις του ὡς δοξαστικοῦ)· καὶ τέλος τὸ παρὸν προσόμοιον «᾿Εν φωναῖς ἀλαλάξωμεν» (μάθ. 50, σ. 531) σὲ πλ. δ΄ ἀντὶ τοῦ ἀρχικοῦ δ΄ (λεγέτου).

 

Τὸ κείμενον τῆς καλοφωνίας. ἦχος Û Νη

[εἰσαγωγή] Ἐ...χε... ἐν φωναῖ eαις <

[μέλος] ἐν φωναῖ... χαιαι q αι... eαι... χαι... 1

αι...χαι z αι...χαι Q αι...αι z ἐν φωναῖ... eαι...αις X

ἀλαλά... χαα αfαα r α... fα... fα...ξωμε...εν r

ἐν ᾠδαῖ...αις με z εεε eε... γα...αfα...λύ 1 υ... μεγαλύνωμεν q

τὸν σταυρό...οfο... ον το1 ο...ον τί... τὸν τίμιοοfοον <

ἀαfαα ἀσπα...ζό...οfο.. ἀσπαζόμενοι v

καὶ πρὸς αὐτό...οfο... οχο... fο καὶ πρὸς αὐτό... fο... a

ο...οfο...χο... και πρὸς αὐτό...ον q

ἐκβοή... fη...χηηfη... ἐκβοή...η S ηηfηη ἐκβοήσωμε...εν z

Στα...αυρὲ πανσεβάα χα...χα-

πανσεβά...σμι...χι...χι... πανσεβάσμι πανσεβάσμιε <

καθαγία... fα...σοο 1 ο...ον ἡ... fη...μῶν A

τάας ψυυ... τὰς ψυχὰς καί... eαι καὶ τὰ σώματαfα <

τῇ δυνά... fα z α...χα...α S αμει τῇ δυνάμει σου...ου z

καὶ παντοίας ἐκ βλάβης . ἐναντί...χι...χι...ι 0d   ι... ἐναντίων 0d  

διατή...ρησοfοον ἀ...τρώ... ἀτρώτου...ους z

τοὺς εὐσεβῶ...ως προ... fο...προ1

σκυνοῦ...χου...χου προσκυνοῦντάς σε <

[κράτημα] τεετεε (13 φορές) τεετε q τεετεε (4 φορές) τεριρεf

τεετεε (7 φορές) τε 1 τετετε < τε...τετετετε τε...τε τετε <

τε... τετετετε τε...τε... eε <

ερερεεμ τερεμτεριρε ρερε ριρεμτεριρεμ 1

τετεριρε ρερεμ < εριρε ριfριρε ρριρι ριρεμ <

τεετε ριριρε ρερε ρερεμ q

τεετε ριρε ρερε ρερε ριρεμ (2 φορές)

τεριρε ρερουουριρεμ < τεριρε ρερε ριρεμ

τεετεριρερε ρεριρερε ρεριρεμ a

τεετεριρερε ρεριρερε ρεριρεμ q

τεετεριρερε ρεριρερε ρεριρεμ 1

τεετεριρερε ρεριρερε ρεριρε τεετε ρερουου τεριρεμ <

αeεαfα eεeεfα eεeεfα eεfα fαeε <

εριρεμ τεριρε ρουτεριρεμ z

τεετε τεριρε ρερεριρεμ X

τεετερι ρερε ρεριρε ρερεριρεμ S

τεετερι ρερε ρεριρε ρερεριρεμ Q

τεετερι ρερε ρεριρε ρερεριρεμ τεριρε ρερουου τερρεμτεμ <

τεριρε ρερεριρεμ τετε ρεριρε ρερεριρεμ q

                τετε τεριρε ρερεριρεμ 1

τετεριρερε ρεριρεμ τεριρεμ τεριρε ρερε ρερε ρουουτεριρεμ <

[κατακλείς] τοὺς εὐσεβῶς προ... fο... σκυ 1

προσκυνοῦ... ουντας σε < ε...ε (<)

 

Τὸ «᾿Εν φωναῖς ἀλαλάξωμεν» ἀνήκει στὸν μονομερῆ τύπο τῶν κα­λοφωνικῶν συνθέσεων. Ξεκινᾷ μὲ σύντομη μουσικὴ φράσι ὡς εἰσαγω­γή, ἡ ὁποία παραπέμπει στὴν παρακλητικὴ τῶν παλαιῶν μαθημάτων καὶ ἀναπτύσσεται στὶς δύο πρῶτες λέξεις τοῦ κειμένου ᾿Εν φωναῖς, καὶ κυρίως στὴν συλλαβὴ ᾿Εν. Κατόπιν ἐκτυλίσσεται τὸ κείμενο τοῦ προσο­μοίου σὲ καλοφωνικὸ μέλος, ἐπιτηδευμένο καὶ ἔντεχνο, μὲ ἐπαναλήψεις συλλαβῶν καὶ λέξεων, μὲ διάφορους μελικοὺς πλατυσμούς, καὶ μὲ στα­θερὴ ἐναλλαγὴ μεσο-χαμηλότονων καὶ ὀξύτονων θέσεων.

῾Η ἐπιμέρους μελισματικὴ ἀνάπτυξι παρουσιάζεται ἰδιαίτερα περί­τεχνη μὲ μεστὲς καὶ λεπτουργικὰ ἐπεξεργασμένες μουσικὲς φράσεις, καὶ μὲ ἐπαναλαμβανόμενες καλοφωνικὲς θέσεις τοῦ ἤχου, καθὼς συχνὰ χρησιμοποιοῦνται ὡς σχήματα πλοκῆς ἡ ἐπαλληλία ὁμοίων γραμμῶν, τὸ κλιμακωτὸ σχῆμα ἐν ἀναβάσει ἢ ἐν καταβάσει, καὶ ἡ ἔξαρσις ὡρισμέ­νων λέξεων καὶ φράσεων. ᾿Επὶ παραδείγματι συναντοῦμε τὴν προσφιλῆ τεχνικὴ τῆς μιμήσεως πρὸς τὰ νοούμενα μὲ τὴν ὀξυκόρυφη ἀνάβασι στὴν κορυφὴ τῆς διαπασῶν τοῦ πλ. δ΄ σὲ φράσεις ὅπως ᾿Εν φωναῖς – ἐν ᾠδαῖς – ἐκβοήσωμεν – τῇ δυνάμει σου.

Γιὰ τὴν φράσι καὶ παντοίας ἐκ βλάβης χρησιμοποιεῖ μία σύντομη θέσι σὲ μαλακὸ χρῶμα (β΄ ἦχος), ἡ ὁποία συνιστᾷ μία στιχηραρικὴ πα­ρεμβολὴ μέσα στὸ παπαδικὸ μέλος, γιὰ νὰ συνεχίσῃ στὴν λέξι ἐναντίων μὲ μία χαρακτηριστικὴ χρῆσι τοῦ σκληροῦ χρώματος (πλ. β΄), προκειμέ­νου νὰ ἀποδώσῃ τὴν ἐναντίωσι καὶ τὸν κίνδυνο τῆς ἐχθρικῆς ἐνέργειας. Οἱ στιχηραρικὲς παρεμβολὲς δὲν εἶναι κάτι σπάνιο στὸ μαθηματάριο· ἀντιθέτως συναντῶνται συχνὰ στὶς καλοφωνικὲς μελοποιήσεις στιχηρῶν, προέρχονται ἀπὸ τὸ παλαιὸ ἀργὸ στιχηράριο, ἀποτελοῦν μία σημαντικὴ ἔνδειξι τῆς ἀρχικῆς προελεύσεως τῶν μαθημάτων, ἐνῷ σύμφωνα μὲ κά­ποιες ἐνδείξεις χειρογράφων ὡρισμένες στιχηραρικὲς θέσεις μαθημάτων ἐκτελοῦνται «ἀπὸ χοροῦ». Στὸ παρὸν μάθημα ἄλλες τέτοιες στιχηρα­ρικὲς παρεμβολὲς μποροῦμε νὰ διακρίνουμε καὶ στὶς μουσικὲς φράσεις «ἐν ᾠδαῖς», «τὸν σταυρὸν τὸν τίμιον», «πανσεβάσμιε καθαγίασον ἡμῶν τὰς ψυχὰς καὶ τὰ σώματα», «διατήρησον ἀτρώτους», καὶ στὴν κατάληξι «τοὺς εὐσεβῶς».

Μετὰ τὴν ὁλοκλήρωσι τοῦ κειμένου καὶ πρὶν ἀπὸ τὸ τέλος τῆς συν­θέσεως ἀναπτύσσεται ἕνα ἐκτενὲς κράτημα, οὐσιαστικὰ διθεματικό, Τετε καὶ Τεριρεμ, παρ᾿ ὅλον ποὺ στὸ μέσον περίπου τοῦ 2ου θέματος παρεμβάλλεται καὶ μία σύντομη φράσι Ανενα. Τὸ μέλος τοῦ κρατήμα­τος εἶναι ἐπίσης σὲ ὕφος θριαμβικὸ καὶ περίτεχνο, μὲ πλούσια καὶ πυ­κνὴ μελῳδικότητα, καὶ προσθέτει σχεδὸν 40% στὴν ἔκτασι τοῦ μαθήμα­τος, ἀλλὰ ὡς πρὸς τὴν χρονικὴ διάρκεια προσθέτει μόνον περὶ τὸ 25%, διότι ἐκτελεῖται σὲ συντομωτέρα χρονικὴ ἀγωγή. Σύμφωνα δὲ μὲ τὸν διδάσκαλο Χρύσανθο τὸν ἐκ Μαδύτων στὰ κρατήματα «ἡ ἀγωγὴ τοῦ χρόνου ταχύνεται εἰς τὸ διπλάσιον» (Θεωρητικὸν Μέγα §428).

Μετὰ τὸ κράτημα ἀκολουθεῖ τὸ τέλος τῆς συνθέσεως (κατακλείς), ποὺ εἶναι ἐπανάληψι τῆς τελευταίας φράσεως Τοὺς εὐσεβῶς προσκυ­νοῦντάς σε μὲ τὸ ἴδιο σχεδὸν μέλος, ἐλάχιστα τροποποιημένο κυρίως μὲ τὴν προσθήκη μιᾶς ἐκτενοῦς καταληκτηρίου θέσεως.

Τὸ μάθημα ἐκτείνεται μελῳδικῶς ἀπὸ τὸν κάτω δι μέχρι τὸν ἄνω βου ( τοι ἀπὸ τὸν δι τῆς ὑπάτης μέχρι τὸν βου τῆς νήτης)· σχεδὸν σὲ δύο κλίμακες, παρὰ ἕναν φθόγγο. ῞Οπως ὅλα τὰ παπαδικὰ μέλη καὶ ἰδίως τὰ καλοφωνικά, καὶ τὸ «᾿Εν φωναῖς ἀλαλάξωμεν» ἐκτελεῖται σὲ ἀργὴ χρονικὴ ἀγωγή, ἡ ὁποία προσδίδει σοβαρότητα καὶ μεγαλοπρέπει­α στὸ μέλος· στὸ κράτημα ὅμως σημειώνεται μεταβολὴ τῆς χρονικῆς ἀγωγῆς, καθὼς προαναφέραμε, ὥστε νὰ ψαλῇ σὲ χρόνο ταχύτερο, ἐνῷ στὴν κατακλεῖδα ἐπανέρχεται ἡ ἀρχικὴ βραδύτερη χρονικὴ ἀγωγή. ῾Επομένως ἔχουμε δύο χρονικὲς μεταβολές, στὴν ἀρχὴ καὶ στὸ τέλος τοῦ κρατήματος. Σχετικῶς μὲ τὴν χρονικὴ ἀγωγὴ καὶ τὶς μεταβολές της ὁ Δ. Παναγιωτόπουλος («Θεωρία καὶ Πρᾶξις», σ. 148) σημειώνει· «῾Η διαφο­ρὰ τῆς ἀγωγῆς προσδίδει εἰς τὴν μελῳδίαν καὶ διάφορον ἦθος. Καὶ αἱ μὲν βραδεῖαι ἀγωγαὶ συνιστῶσιν ἦθος συσταλτικὸν ἢ ἡσυχαστικόν, αἱ δὲ ταχεῖαι διασταλτικόν». «Εἶναι δὲ βέβαιον ὅτι, ὅταν ἡ χρονικὴ ἀγωγὴ προσαρμόζεται καλῶς εἰς τὸ ὅλον νόημα καὶ ἦθος τῆς ψαλμῳδίας, καθι­στᾷ αὐτὴν πολὺ ἐκφραστικωτέραν». Πράγματι τὸ συνολικὸ ἄκουσμα τῆς παρούσης συνθέσεως εἶναι ἐξαιρετικὰ πρωτότυπο, εὔρυθμο καὶ ἡδύ.

Γιὰ νὰ κατανοήσουμε καλλίτερα κάποιες ἀκόμη παραμέτρους τοῦ μαθήματος, εἶναι χρήσιμο νὰ θυμηθοῦμε ὅτι ὁ ᾿Ιωάννης διετέλεσε ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν καὶ διαδοχικῶς δομέστικος (1824-1831), λαμπαδάριος (1831-1855) καὶ τέλος πρωτοψάλτης τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ ᾿Εκκλη­σίας (1855-†1866). Γιὰ τὸ 1855 ἀναφέρεται ὅτι ἀνέλαβε τοποτηρητὴς τῆς πρωτοψαλτίας, ἀφοῦ πρῶτα παραιτήθηκε ὁ Κωνσταντῖνος Βυζάν­τιος, καὶ κατόπιν περὶ τὸ 1862 πρωτοψάλτης. Στὴν πραγματικότητα ὅμως ὁ ᾿Ιωάννης εἶχε ἀναλάβει ἀνεπισήμως τοποτηρητὴς ἀπὸ πολὺ νω­ρίτερα καὶ μᾶλλον ἀπὸ τὸ 1849, ὅπως ἐξάγεται ἀπὸ τὸν κώδικα 362 τοῦ Ταμείου τοῦ Πατριαρχικοῦ Ναοῦ, ὅπου σημειώνεται ὅτι στὴν περίο­δο 1849-1855 ἐλάμβαναν ὁ μὲν γέρων Πρωτοψάλτης Κωνσταντῖνος (ὁ Βυζάντιος) 450 γρόσια, ὁ δὲ Γιάγκος (δηλαδὴ ὁ ᾿Ιωάννης Βυζάντιος ἢ Νεοχωρίτης) ἐπίσης 450 γρόσια, ὁ δὲ λαμπαδάριος 400 γρόσια. Ἄρα τὴν ἐποχὴ ποὺ ἐξεδίδετο ἡ Μουσικὴ Πανδέκτη ὁ ᾿Ιωάννης ἀσκοῦσε ἤδη καθήκοντα τοὐλάχιστον πρωτοψάλτου· προφανῶς ὁ Κωνσταντῖνος θὰ προσήρχετο ἀκόμη στὸ ἀναλόγιο καὶ θὰ ἔψαλλε ὄχι πάντοτε ἀλλὰ σὲ λίγες ἑορτὲς καὶ πατριαρχικὲς χοροστασίες, ὅσο τοῦ ἐπέτρεπαν ἡ ἡλικία καὶ ἡ ὑγεία του· ὁ δὲ ᾿Ιωάννης θὰ συνέψαλλε μαζί του ἢ θὰ τὸν ἀντι­καθιστοῦσε ἀναλόγως. Καὶ ἐπειδὴ ὁ Κωνσταντῖνος δὲν εἶχε ἀκόμη πα­ραιτηθῆ, ὁ ᾿Ιωάννης φερόταν ἀκόμη ὡς λαμπαδάριος, ἂν καὶ κατ᾿ οὐσίαν πρωτοψάλτης. Τὰ στοιχεῖα αὐτὰ συνηγοροῦν στὸ ὅτι ὁ ᾿Ιωάννης μελο­ποίησε τόσο τὸ «᾿Εν φωναῖς ἀλαλάξωμεν» ὅσο καὶ τὰ ἄλλα μαθήματά του ποὺ περιέχονται στὸ Μαθηματάριον τοῦ 1851 πρὸ τοῦ 1849 (πιθα­νώτατα τὴν περίοδο 1831-1849). Ἄρα πρόκειται γιὰ μουσικὴ ἀπόλυτα ἔντεχνη καὶ προσωπική, ταυτόχρονα ὅμως συλλογικὴ καὶ λαϊκή, ποὺ ἀνταποκρίνεται ἄριστα στὸ ἐκσυγχρονιστικὸ καὶ ἀνανεωτικὸ πνεῦμα τοῦ α΄ ἡμίσεος τοῦ 19ου αἰῶνος.

᾿Εκτὸς ἀπὸ τὴν μακρὰ θητεία του στὰ πατριαρχικὰ ἀναλόγια ὁ ᾿Ιω­άννης εἶχε καὶ πλούσια δραστηριότητα ὡς ἐκδότης πολλῶν μουσικῶν βι­βλίων (᾿Αναστασιματάριον, Εἱρμολόγιον, Ταμεῖον ᾿Ανθολογίας, Σύνοψις Καλοφωνικῶν Εἱρμῶν, τετράτομη μουσικὴ Πανδέκτη), κάποια ἀπὸ τὰ ὁποῖα καθιερώθηκαν στὸ ψαλτικὸ ῥεπερτόριο μέχρι σήμερα. ῞Ολες αὐ­τὲς οἱ ἐμπειρίες τὸν προίκισαν ἀσφαλῶς μὲ βαθιὰ γνῶσι τοῦ πλούσιου μουσικοῦ ὑλικοῦ, ποὺ εἶχαν καταθέσει οἱ κορυφαῖοι ἐκκλησιαστικοὶ μουσικοὶ πρὶν ἀπὸ αὐτόν, ἐνῷ ταυτόχρονα εἶχε ζυμωθῆ μὲ τὴν αὐθεν­τικὴ πατριαρχικὴ ἀλλὰ καὶ τὴν εὐρύτερη κωνσταντινουπολιτικὴ ψαλτικὴ παράδοσι, ἡ ὁποία εἶχε ἀφομοιώσει, ἰδίως κατὰ τοὺς 18ο καὶ 19ο αἰῶ­νες, καὶ ἀρκετὰ στοιχεῖα ἐξωτερικά, πιὸ ἔντεχνα καὶ λαϊκότροπα, τὰ ὁ­ποῖα εὐνοοῦνταν καὶ ἀπ᾿ τὸ περιρρέον πολιτισμικὸ καὶ αἰσθητικὸ κλῖμα τῆς ἐποχῆς.

῞Ολα αὐτὰ τὰ στοιχεῖα τὰ χρησιμοποιεῖ δυναμικά, ὅταν μελοποιῇ τὸ «᾿Εν φωναῖς ἀλαλάξωμεν», καθὼς στὸ ἐν λόγῳ μάθημα διακρίνεται ἡ ἔντεχνη σύζευξι παραδοσιακῶν καὶ νεωτερικῶν δομικῶν καὶ ἄλλων μελῳδικῶν στοιχείων καὶ φράσεων. Γνωρίζει ἐπαρκῶς καὶ χρησιμοποιεῖ μὲ χαρακτηριστικὴ ἄνεσι καθιερωμένες καλοφωνικὲς θέσεις παλαιοτέ­ρων μελοποιῶν, ἀλλὰ συχνὰ τὶς παραθέτει ἀναλελυμένες ἐν μέρει, καὶ μάλιστα κατὰ τὸ ὕφος τοῦ δασκάλου του πρωτοψάλτου Κωνσταντίνου Βυζαντίου. Πολλὲς φορὲς ἀναλύει κάποιο κλάσμα ἢ κάποια πεταστὴ ἢ διασκευάζει ἐντέχνως καὶ ἐπιτυχῶς τὴν ἔναρξι ἢ τὴν κατάληξι κάποιας θέσεως, προκειμένου νὰ τὴν συναρμόσῃ μὲ κάποια ἄλλη. Οἱ ἀναλύσεις καὶ διασκευές του αὐτὲς γίνονται χωρὶς ἀκρότητες, χωρὶς νὰ χρειάζεται νὰ καταφεύγῃ σὲ ἐξεζητημένες «ἀναλύσεις» μὲ συσσωρευμένα δίγοργα καὶ τρίγοργα, τὰ ὁποῖα ἄλλωστε ἀπουσιάζουν (ὑπάρχει μόνο ἕνα δίγορ­γο σὲ ὅλο τὸ μάθημα).

᾿Επίσης ὁ ᾿Ιωάννης ἀποφεύγει τὶς πολλὲς καὶ συχνὲς ἐναλλαγὲς κατὰ γένος καὶ κατὰ ἦχο καὶ μένει κυρίως στὶς ἠχοχρωματικὲς ἀναπτύξεις τοῦ πλ. δ΄· ὑπάρχουν ἐλάχιστες θέσεις μαλακοῦ ἢ σκληροῦ χρώματος, λίγες μουσικὲς φράσεις μὲ κίνησι ἅγια ἢ λεγέτου, 3-4 θέσεις μὲ τὸ μέ­λος νὰ κινῆται στὸν ἄνω ζω ἢ στὴν κάτω ἀντιφωνία του, ἐνῷ κάποια περάσματα σὲ ποιότητα α΄ ἤχου ἢ στὴν τριφωνία τοῦ fαfα εἶναι πολὺ σύντομα καὶ λειτουργοῦν κυρίως ὡς μεταβατικοὶ σύνδεσμοι γιὰ ἄλλες μελῳδικὲς γραμμὲς ποὺ καταλήγουν συνήθως στὴν βάσι τοῦ νη. Γενικὰ ἡ χρῆσι παλαιῶν καθιερωμένων μελῳδικῶν σχημάτων, οἱ μέτριες καὶ σεμνὲς ἀναλύσεις του ὅσο καὶ οἱ λίγες καὶ μᾶλλον συγκρατημένες ἐναλ­λαγὲς ἤχων καὶ γενῶν δίνουν στὸ μάθημα μία παλαιότροπη χροιά, χωρὶς αὐτὸ νὰ ἀναιρῇ τὸν νεωτερικὸ γιὰ τὴν ἐποχή του χαρακτῆρα.

Τὸ σύνολο τοῦ μαθήματος ἀποπνέει ἕνα αἴσθημα χαρᾶς καὶ θριάμ­βου γιὰ τὴν δύναμι τοῦ σταυροῦ, ἀλλὰ συνάμα καὶ μία ἱκεσία καὶ βάσι­μη ἐλπίδα γιὰ τὴν διαφύλαξι τῶν πιστῶν ἀπὸ κάθε βλαπτικὴ ἐνέργεια τῶν ἐναντίων. Πίσω ἀπὸ αὐτὲς τὶς φράσεις (κειμένου καὶ μέλους) θὰ πρέπει ἴσως νὰ διακρίνουμε κάποιους συμβολικοὺς ὑπαινιγμούς, οἱ ὁποῖοι προφανῶς δὲν εἶναι καθόλου τυχαῖοι, ἀλλὰ ἀνταποκρίνονται σὲ ἕνα εὐρύτερο αἴσθημα ἀνάλογο τῶν συνθηκῶν τοῦ καιροῦ καὶ τοῦ τό­που· ὁ ῾Ρωμιὸς πατριαρχικὸς μελουργὸς ἐκφράζει μὲ τὸν τρόπο του τὴν χαρὰ ὅλων τῶν ῾Ρωμιῶν γιὰ τὴν ἐπιτυχία τῆς ἑλληνικῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1821, ποὺ ὡδήγησε στὴν ἀπελευθέρωσι ἑνὸς μέρους τοῦ γένους, εὔ­χεται νὰ διαφυλαχθοῦν ἄτρωτα καὶ τὰ ὑπόλοιπα μέλη τὰ ἀκόμη ὑπό­δουλα, καὶ προσδοκᾷ μία ἐπικείμενη θριαμβευτικὴ παλιγγενεσία ὅλου τοῦ γένους τῶν ᾿Ορθοδόξων.

 

 

ΚΥΡΙΩΤΕΡΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

    Χειρόγραφα. Κῶδιξ 4 τῆς Γενναδείου Βιβλιοθήκης ᾿Αθηνῶν, 14ου αἰῶνος. * ᾿Αρχει­οφυλάκιον Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, Κώδικες Ταμείου τοῦ Πατριαρχικοῦ Ναοῦ 362 (τῶν ἐτῶν 1842-1862) καὶ 365 (τῶν ἐτῶν 1864-1878). * Κῶδιξ Mingana greek 5, περὶ τὸ 1812, εἱρμολόγιον, παλαιᾶς μεθόδου. * Χειρόγραφο ΕΒΕ 3473, ἔτους 1832, ἀνθολογία Ματθαίου ᾿Εφεσίου τοῦ Βατοπεδινοῦ, νέας μεθόδου. * Χειρόγραφο UABM3, ἔτους 1841, ἀναστασιματάριον καὶ ἀνθολογία, νέας μεθόδου. * Κῶδιξ, ᾿Αποστόλου Κώνστα, περὶ τὸ 1830, συλλογὴ Χάρη Συμεωνίδη, Δοξαστάριον ἐνιαυτοῦ καὶ κινητῶν ἑορτῶν Πέτρου Πελο­ποννησίου, νέας μεθόδου. * Χειρόγραφον Λήμνου, ἰδιωτικὴ συλλογή, δοξαστικὸ «Πηγὴν ἰαμάτων», ἴσως μέσα 19ου αἰ., νέας μεθόδου, αὐτοψία καὶ προσωπικὴ φωτογράφισι.

    Ἔντυπα βιβλία καὶ δημοσιεύματα. Παρακλητική. * Τριῴδιο. * Πεντηκοστάριον. * Μηναῖα τῶν 12 μηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ. * Μέγα ῾Ωρολόγιον. * Μικρὸν ῾Ωρολόγιον, ἐπιμελείᾳ Δ. ᾿Ανατολικιώτου, ἐκδόσεις Παπαδημητρίου, ᾿Αθῆναι 1998. * ᾿Αγαπίου ἱερομονάχου καὶ Νικοδήμου μοναχοῦ, «Πηδάλιον», ἐκδόσεις Παπαδημητρίου. * Γεωργίου Ε. ῾Ραιδεστηνοῦ, «Πεντηκοστάριον», ἐν Κωνσταντινουπόλει 1886. * Τυπικὸν Μεγάλης ᾿Εκκλησίας ὑπὸ Γε­ωργίου Βιολάκη, Κωνσταντινούπολις 1888. * Βασιλείου Στεφανίδου, «Ἐκκλησιαστικὴ Ἱ­στορία», ἐκδόσεις Παπαδημητρίου. * R. A. Fletcher, Three Early Byzantine Hymns and Their Place in the Liturgy of the Church of Constantinople, Byzantinische Zeitschri 51 (1958). * Π. Ν. Τρεμπέλα, Λειτουργικοὶ τύποι Αἰγύπτου καὶ ᾿Ανατολῆς. * Egon Wellesz, «A History of By­zantine Music and Hymnography», 2nd edition, Oxford, 1961. * Θρησκευτικὴ καὶ ᾿Ηθικὴ ᾿Εγκυκλοπαιδεία (Θ.Η.Ε.). * «Μουσικὸς πανδέκτης», ἐκδόσεις «Ζωή», ᾿Αθῆναι 1977. * N. B. Tωμαδάκη, « βυζαντινὴ ὑμνογραφία», Ἀθῆναι 1965 καὶ Θεσσαλονίκη 1993. * Τοῦ ­δίου, « Ἀκάθιστος Ἑορτὴ καὶ ὑμνολογία της», Ἀθῆναι 1964. * K. Mητσάκη, «Bυζαντι­νὴ Ὑμνογραφία», Ἀθήνα, 1971 καὶ 1985. * Βλασίου Φειδᾶ, «᾿Εκκλησιαστικὴ ῾Ιστορία», τό­μος Α΄. * ᾿Ιωάννου Φουντούλη, «Λογικὴ λατρεία». * Τοῦ ἰδίου «Λειτουργικὴ Α΄». * Τοῦ ἰ­δίου, «᾿Απαντήσεις εἰς λειτουργικὰς ἀπορίας», τόμοι 5. * Δοσιθέου Παρασκευαΐδου, μονα­χοῦ Κατουνακιώτου, «Μικρὰ ᾿Οκτώηχος», Φυλὴ ᾿Αττικῆς 1992. * Τυπικὸν Γεωργίου ῾Ρήγα, Θεσσαλονίκη 1994. * Κ. Σιαμάκη, Λάθος ὁ ἑορτασμὸς τῆς χιλιετηρίδος ἕναν χρόνο νωρί­τερα, ᾿Αθήνα 21/7/2000. * Margot Fassler, The First Marian Feast in Constantinople and Jeru­salem: Chant Texts, Readings, and Homiletic Literature. The Study of Medieval Chant: Paths and Bridges, East and West, In Honor of Kenneth Levy (Cambridge, 2001). * Terzopoulos K., Athens, Gennadius MS 4: observations on the hymnography, chant notation and ordo in a Pentekostarion and Menaion Fragment from the 14th century, in Cahiers de l’Institut du Moyen-Âge Grec et Latin (Université de Copenhague), 81 (2012), pp. 1-10. * π. Kωνσταν­τίνου Tερζοπούλου, δρος βυζαντινῆς μουσικολογίας, καὶ Σπυρίδωνος Kοντογιάννη, ὁμοτ. καθηγητοῦ παν/μίου Ἀθηνῶν, Ἀνέκδοτα τροπάρια στὸ χειρόγραφο ἀρ. 4 τῆς Γενναδείου βιβλιοθήκης τῆς Ἀμερικανικῆς Σχολῆς Κλασσικῶν Σπουδῶν, Ἀθήνα. [ = Terzopoulos K. and Kontogiannes Sp., Unpublished troparia in the MS No. 4 of the Gennadius Library of the American School of Classical Studies, Athens]. * Διονυσίου ᾿Ανατολικιώτου, ῾Η πραγματικὴ ἡμερομηνία τῆς τοῦ Χριστοῦ γεννήσεως, «Συμβολὴ» 15(2006),17· «᾿Εκκλησιολόγος» Πα­τρῶν 17/12/2011. * Τοῦ ἰδίου, Καὶ πάλι γιὰ τὴν πραγματικὴ ἡμερομηνία τῆς τοῦ Χριστοῦ γεννήσεως, «᾿Εκκλησιολόγος» Πατρῶν 11/2/2012. * Τοῦ ἰδίου, «Σιναϊτικὸν Τυπικὸν 2015» (π.ἡ.).

    [᾿Επίσης ἰσχύει καὶ ἐδῶ ἡ βιβλιογραφία ποὺ παρατίθεται στὴν μελέτη γιὰ τὸ μάθημα «Περίζωσαι», ὑπ᾿ ἀριθμὸν 3.]

 

 

 

Δημοσίευσι 11/11/2017 (στὴν ἱστοσελίδα τῆς Συμβολῆς)