1. Βίβλος Θέματα εἰσαγωγῆς ᾿Εσφαλμένοι ἰσχυρισμοὶ γιὰ τὸ κατὰ ᾿Ιωάννην εὐαγγέλιο [2017]

 

᾿Εσφαλμένοι ἰσχυρισμοὶ

γιὰ τὸ κατὰ ᾿Ιωάννην εὐαγγέλιο

 

Διονυσίου ᾿Ανατολικιώτου

δρος φιλοσοφικῆς σχολῆς Ἀθηνῶν,

πτυχιούχου κοινωνικῆς θεολογίας

symbole@mail.com

 

Καθὼς μὲ τὸ τέλος τῆς ἑορτίου περιόδου τοῦ Πεντηκοσταρίου λήγει καὶ ἡ καθημερινὴ ἀνάγνωσι στὴν θ. λειτουργία περικοπῶν ἀπὸ τὸ κατὰ ᾿Ιωάννην εὐαγγέλιο, εἶναι εὐκαιρία νὰ κάνουμε μία σύντομη ἀναφορὰ σὲ θέματα σχετικὰ μὲ τὸ θεολογικώτερο ἀπὸ τὰ τέσσερα εὐαγγέλια.

 

Τὴν ἐποχὴ ποὺ ἤμουν φοιτητής (δηλαδὴ πρὶν ἀπὸ 30 χρόνια περί­που), ὑπῆρχαν καθηγητὲς τῆς βιβλικῆς θεολογίας καὶ ἀπὸ τὶς δύο θεο­λογικὲς σχολὲς τῶν πανεπιστημίων ᾿Αθηνῶν καὶ Θεσσαλονίκης, ποὺ ἰ­σχυρίζονταν ὅτι «τὶς θαυμαστὲς πράξεις τοῦ ᾿Ιησοῦ χαρακτηρίζει μόνον ὁ ᾿Ιωάννης ὡς σημεῖα».  Μένει κανεὶς μὲ τὴν ἐντύπωσι ὅτι οἱ ἄλλοι τρεῖς εὐαγγελιστὲς μιλοῦν γιὰ «θαύματα» καὶ μόνον ὁ ᾿Ιωάννης τὰ ὀνο­μάζει σημεῖα (᾿Ιω 2:11, 18, 23· 3:2· 4:54· 6:2, 14, 26· 12:37· 20:30).  Σέ­βομαι βεβαίως τὸ ἔργο τῶν καθηγητῶν μου καὶ συχνὰ καταφεύγω στὰ συγγράμματά τους, ὥστε νὰ ὠφελοῦμαι ἀπὸ τὴν σοφία τους καὶ τὴν δι­δασκαλία τους.  Ὅμως φίλος μὲν Πλάτων, φιλτάτη δ᾿ ἡ ἀλήθεια.  Καὶ ἡ ἀλήθεια ἐδῶ εἶναι ὅτι καὶ στὰ 4 εὐαγγέλια ἡ λέξι «θαῦμα» εἶναι ἐντε­λῶς ἀνύπαρκτη, ἐνῷ ἀντιθέτως γίνεται λόγος καὶ στὰ 4 εὐαγγέλια γιὰ σημεῖα.

Στὸ κατὰ Ματθαῖον εὐαγγέλιον δύο φορὲς ζητοῦν ἀπὸ τὸν ᾿Ιησοῦ νὰ  παρουσιάσῃ κάποιο σημεῖον («θαῦμα» δηλαδή)· καὶ τὶς δύο φορὲς στὴν ἀπάντησί του ὁ Κύριος ὀνομάζει σημεῖον τόσο τὸ ὅτι ὁ προφήτης ᾿Ιωνᾶς ἐπέζησε γιὰ τρεῖς ἡμέρες στὴν κοιλιὰ τοῦ κήτους ποὺ τὸν κατάπιε ὅσο καὶ τὴν ἔνδοξη ἀνάστασί του (Μτ 12:38-40 καὶ 16:4).  Στὰ ἐν λόγῳ ἐ­δάφια ἡ λέξι σημεῖον χρησιμοποιεῖται 6 φορὲς συνολικά.

Στὸ κατὰ Μᾶρκον εὐαγγέλιον ἀναφέρεται ἐπίσης ὅτι οἱ φαρισαῖοι ζή­τησαν ἀπὸ τὸν ᾿Ιησοῦ νὰ τοὺς δείξῃ κάποιο σημεῖον κι ἐκεῖνος ἀρνήθηκε (Μρ 8: 11-12)· στὸ συγκεκριμένο περιστατικὸ ἡ λέξι σημεῖον χρησιμο­ποιεῖται 3 φορές. Στὸ ἴδιο εὐαγγέλιο ῥητῶς χαρακτηρίζονται ὡς σημεῖα ἡ ἐκδίωξι δαιμονίων, ἡ θεραπεία ἀρρώστων μόνον μὲ τὸ ἄγγιγμα τοῦ χεριοῦ, ἡ ὁμιλία σὲ νέες γλῶσσες (χωρὶς νὰ ἔχῃ προηγηθῇ ἐκμάθησι), τὸ νὰ πιάσῃ κάποιος πιστὸς φαρμακερὰ φίδια μὲ τὰ χέρια του, καὶ τὸ νὰ πιῇ δηλητήριο καὶ νὰ μὴν πάθῃ ἀπολύτως τίποτε (Μρ 16:17).  ᾿Επιπλέον στὸν τελευταῖο στίχο τοῦ κατὰ Μᾶρκον ὑπάρχει ἡ γνωστὴ φράσι «τοῦ Κυρίου συνεργοῦντος καὶ τὸν λόγον βεβαιοῦντος διὰ τῶν ἐπακολου­θούντων σημείων» (Μρ 16:20).

Στὸ κατὰ Λουκᾶν εὐαγγέλιον γίνεται πάλι λόγος γιὰ τὸ γνωστὸ περι­στατικό, κατὰ τὸ ὁποῖο ζητοῦν ἀπὸ τὸν ᾿Ιησοῦ κάποιο σημεῖον, ἐνῷ ὁ Κύριος ἀπαντῶντας μιλάει γιὰ τὸ σημεῖον τοῦ ᾿Ιωνᾶ καὶ γιὰ τὴν ἀνά­στασί του (Λκ 11: 16, 29-30)· ἡ λέξι σημεῖον χρησιμοποιεῖται 5 φορές.  Στὸ ἴδιο εὐαγγέλιο ἀναφέρεται ἐπίσης ὅτι, κατὰ τὸ θεῖον πάθος ὅταν ὁ Πιλᾶτος ἔστειλε τὸν ᾿Ιησοῦ στὸν ῾Ηρῴδη γιὰ ἀνάκρισι, ὁ ῾Ηρῴδης χάρη­κε, διότι ἤλπιζε νὰ δῇ κάποιο σημεῖον νὰ γίνεται ἀπὸ τὸν ᾿Ιησοῦ (Λκ 23:8).  ᾿Αξίζει ἐδῶ νὰ προσθέσουμε ὅτι ὁ Λουκᾶς χρησιμοποιεῖ τὴν λέξι σημεῖον μὲ τὴν ἴδια ἀκριβῶς σημασία καὶ ἄλλες 12 φορὲς στὸ βιβλίο τῶν Πράξεων (2: 22, 43· 4: 16, 22, 30· 5:12· 6:8· 7:36· 8: 6, 13· 14:3· 15:12), ἐνῷ πουθενὰ δὲν ἀναφέρει τὴν λέξι «θαῦμα».

Συνοψίζουμε.  α) Σὲ κανένα εὐαγγέλιο δὲν χρησιμοποιεῖται ἡ λέξι «θαῦμα», ἀλλὰ ἀντ᾿ αὐτοῦ ἡ λέξι σημεῖον.  β) ῾Ο ᾿Ιωάννης χρησιμοποιεῖ αὐτὴν τὴν λέξι 17 φορὲς στὸ εὐαγγέλιό του (κι ἄλλες 7 φορὲς στὴν ᾿Αποκάλυψι).  γ) ῾Ο Ματθαῖος χρησιμοποιεῖ τὴν λέξι σημεῖον 6 φορές, ὁ Μᾶρκος 5 φορές, κι ὁ Λουκᾶς 6 φορὲς στὸ εὐαγγέλιό του (καὶ 12 ἀκόμη φορὲς στὶς Πράξεις).  Τόσο ἀλήθεια εἶναι ὅτι «μόνον ὁ ᾿Ιωάννης χαρακτηρίζει τὶς θαυμαστὲς πράξεις ὡς σημεῖα».  Καὶ τὸ παράξενο εἶναι ὅτι στὰ παραπάνω χωρία καὶ τῶν 4 εὐαγγελίων (καὶ τῶν Πράξε­ων) περίπου 14 καθηγητὲς τῶν θεολογικῶν σχολῶν ᾿Αθηνῶν καὶ Θεσσα­λονίκης μετέφραζαν τὴν λέξι σημεῖον ὡς «θαῦμα» ἢ «θαυματουργικὸ σημάδι», τὴν ἴδια ὥρα ποὺ κάποιοι ἐξ αὐτῶν ἰσχυρίζονταν ὅτι ὁ χαρα­κτηρισμὸς σημεῖον ὑπάρχει μόνον στὸν ᾿Ιωάννη!

* * *

Μία ἄλλη ἄποψι εἶναι ὅτι ὁ ᾿Ιωάννης «δὲν διασῴζει τὶς περίπου 50 παραβολὲς τῶν συνοπτικῶν» εὐαγγελιστῶν, δηλαδὴ τὶς παραβολὲς ποὺ ἀναφέρουν ὁ Ματθαῖος, ὁ Μᾶρκος καὶ ὁ Λουκᾶς.  Πραγματικὰ αὐτὴ εἶ­ναι –γιὰ πολλοὺς λόγους– μία πολὺ ὕπουλη καὶ ἄδικη μειωτικὴ ἐκτίμη­σι γιὰ τὸ κατὰ ᾿Ιωάννην εὐαγγέλιο.

Πρῶτ᾿ ἀπ᾿ ὅλα οἱ παραβολὲς τοῦ ᾿Ιησοῦ ποὺ ἀναφέρονται στὰ εὐαγ­γέλια δὲν εἶναι «περίπου 50», ἀλλὰ μόλις 39, κι αὐτὸς ὁ ἀριθμὸς περι­λαμβάνει καὶ φράσεις τοῦ Κυρίου ποὺ δὲν εἶναι ἀκριβῶς παραβολικὲς ἀφηγήσεις, ἀλλὰ σύντομα διδάγματα ὅπως «Κανεὶς δὲν ἐπιρράπτει πάνω σὲ ἕνα παλιὸ ἱμάτιο μπάλωμα ἀπὸ κομμάτι ὁλοκαίνουργιου ὕ­φασματος· διαφορετικὰ τὸ συμπλήρωμα τὸ καινούργιο τραβᾷ τὸ πα­λιὸ ὕφασμα καὶ γίνεται χειρότερο σκίσιμο» (Μρ 2:21).  Ἂν ὁρίσουμε τὶς παραβολὲς μὲ λίγο αὐστηρότερα κριτήρια, τότε γίνονται λιγώτερες ἀπὸ 30.

Δεύτερον, ὁ ᾿Ιωάννης δὲν εἶχε καμμία ὑποχρέωσι νὰ διασώσῃ τὶς πα­ραβολές, ἀπὸ τὴν στιγμὴ μάλιστα ποὺ τὶς εἶχαν καταγράψει οἱ ἄλλοι εὐαγγελιστές, οὔτε φυσικὰ εἶχε κανέναν τέτοιον σκοπό.  Καὶ ἄλλα περι­στατικὰ παραλείπει (καὶ θεραπεῖες καὶ διδασκαλίες κλπ.), διότι δὲν θέ­λει νὰ γράψῃ τὰ ἴδια μὲ τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ νὰ συμπληρώσῃ ὡρισμένα στοιχεῖα καὶ νὰ τονίσῃ κάποια πράγματα, ὅπως τὸν φώτισε τὸ ῞Αγιον Πνεῦμα.  Γιὰ παράδειγμα τὸ κατὰ ᾿Ιωάννην ἔχει τὴν ἐκτενέστερη διήγη­σι γιὰ τὸν μυστικὸ δεῖπνο· ὁ Ματθαῖος ἔχει μόλις 10 στίχους, ὁ Μᾶρκος ἐπίσης 10, ὁ Λουκᾶς 25, καὶ ὁ ᾿Ιωάννης 5 ὁλόκληρα κεφάλαια μὲ 155 στίχους συνολικά.  Κι ὅμως ὁ ᾿Ιωάννης δὲν ἀναφέρει τὴν παράδοσι τῶν θείων μυστηρίων (ὅπου ὁ Κύριος εἶπε τὶς φράσεις «Λάβετε, φάγετε» καὶ «Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες»), ποὺ ἀναφέρουν οἱ ἄλλοι τρεῖς Εὐαγγε­λιστὲς καὶ ὁ Παῦλος!  Τὸ παράδοξο λοιπὸν θὰ ἦταν νὰ ἀρχίσῃ ὁ ᾿Ιωάν­νης νὰ συγκεντρώνῃ τὶς παραβολὲς ποὺ ἤδη ἔχουν ἀναφέρει οἱ ἄλλοι τρεῖς εὐαγγελιστές! Τότε πράγματι θὰ ξέφευγε ἀπὸ τὴν γραμμὴ ποὺ διέπει ὅλο τὸ εὐαγγέλιό του.

Τρίτον, καὶ ἀπὸ τοὺς ἄλλους τρεῖς εὐαγγελιστὲς κανένας δὲν ἔχει ὅλες τὶς παραβολὲς τοῦ Κυρίου, διότι φυσικὰ δὲν ἦταν αὐτὸς ὁ σκοπός τους. ῾Ο Μᾶρκος γιὰ παράδειγμα ἴσα ποὺ ἀναφέρει 8 παραβολές (τὶς λιγώτερες ἀπὸ τοὺς τρεῖς συνοπτικούς), ἀλλὰ δὲν λέμε ὅτι «δὲν διασῴ­ζει τὶς ὑπόλοιπες 31 παραβολὲς τοῦ ᾿Ιησοῦ»!  Κάθε εὐαγγελιστὴς σημεί­ωνε ὅσες παραβολὲς ἤθελε καὶ θυμόταν, γι᾿ αὐτὸ καὶ καθένας τους ἔχει καὶ παραβολὲς ποὺ δὲν ἀναφέρουν οἱ ὑπόλοιποι.

Τέταρτον, ναὶ μὲν δὲν ἔχει παραβολικὲς διηγήσεις ὁ ᾿Ιωάννης στὸ εὐ­αγγέλιό του, ἀναφέρει ὅμως διδάγματα ἢ φράσεις ἀπὸ τὶς παραβολὲς τοῦ ᾿Ιησοῦ.  Ἔτσι οἱ διακηρύξεις «ἐρευνᾶτε τὰς Γραφάς... καὶ ἐκεῖναί εἰσιν αἱ μαρτυροῦσαι περὶ ἐμοῦ» (᾿Ιω 5:39) καὶ «ἔστιν ὁ κατηγορῶν ὑμῶν Μωυσῆς, εἰς ὃν ὑμεῖς ἠλπίκατε» (᾿Ιω 5:45) παραπέμπουν στὸ συμπέρασμα τῆς παραβολῆς τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ Λαζάρου· «ἔχουσι Μωυσέα καὶ τοὺς προφήτας· ἀκουσάτωσαν αὐτῶν» (Λκ 16:29).  Τὸ καύχημα τῶν ᾿Ισραηλιτῶν γιὰ τὸν γενάρχη τους ᾿Αβραὰμ «ὁ πατὴρ ἡ­μῶν ᾿Αβραάμ ἐστι» (᾿Ιω 8:39· ἐπίσης 8:33 καὶ 8:53) συμβαδίζει μὲ τὴν φράσι τῆς προαναφερθείσης παραβολῆς «καὶ αὐτὸς [ὁ Λάζαρος] φωνή­σας εἶπε· πάτερ ᾿Αβραάμ» (Λκ 16:24).  ῾Ο ὅρος «υἱοὶ φωτός», τὸν ὁ­ποῖο ἀναφέρει ὁ Κύριος στὸ χωρίο «πιστεύετε εἰς τὸ φῶς, ἵνα υἱοὶ φωτὸς γένησθε» (᾿Ιω 12:36), χρησιμοποιεῖται ἐπίσης στὸ συμπέρασμα τῆς παραβολῆς γιὰ τὸν οἰκονόμο τῆς ἀδικίας· «οἱ υἱοὶ τοῦ αἰῶνος τού­του φρονιμώτεροι ὑπὲρ τοὺς υἱοὺς τοῦ φωτὸς εἰς τὴν γενεὰν τὴν ἑ­αυτῶν εἰσι» (Λκ 16:8).  ᾿Ακόμη ἡ φράσι τοῦ Χριστοῦ στὸ κατὰ ᾿Ιωάννην «ἔθηκα ὑμᾶς ἵνα ὑμεῖς ὑπάγητε καὶ καρπὸν φέρητε, καὶ ὁ καρπὸς ὑμῶν μένῃ» (᾿Ιω 15:16) παραπέμπει στὴν ἐξήγησι τῆς παραβολῆς τοῦ σπορέως «ὁ δὲ ἐπὶ τὴν γῆν τὴν καλὴν σπαρείς, οὗτός ἐστιν ὁ τὸν λόγον ἀκούων καὶ συνιῶν· ὃς δὴ καρποφορεῖ καὶ ποιεῖ ὁ μὲν ἑκατόν, ὁ δὲ ἑξήκοντα, ὁ δὲ τριάκοντα» (Μτ 13,23).

᾿Αξίζει ἐδῶ νὰ σημειωθῇ ὅτι καὶ στὴν ᾿Αποκάλυψι, τὴν ὁποία ὁ ᾿Ιωάν­νης ἔγραψε περίπου 2-3 χρόνια πρὶν ἀπὸ τὸ εὐαγγέλιό του, ὑπάρχουν ἀναφορὲς σὲ παραβολὲς τῶν ἄλλων εὐαγγελιστῶν.  Σημειώνω ἐπιγραμ­ματικὰ ὅτι τὸ χωρίο ᾿Απ 3:17 παραπέμπει στὴν παραβολὴ τοῦ τελώνου καὶ τοῦ φαρισαίου (Λκ 18:9-11), τὸ ᾿Απ 6:10 παρουσιάζει καταπληκτικὴ ὁμοιότητα μὲ τὴν παραβολὴ τοῦ ἀδίκου κριτοῦ (Λκ 18:7), τὸ ᾿Απ 14:15 συνδέεται μὲ τὴν παραβολὴ τοῦ θερισμοῦ, τὴν ὁποία ἀναφέρει μόνον ὁ Μᾶρκος (4:29), καὶ τὰ ἐδάφια ᾿Απ 19:7 καὶ 19:9 προϋποθέτουν ὡς γνω­στὲς τὶς παραβολὲς τοῦ βασιλικοῦ γάμου (Μτ 22:2-3), τῶν 10 παρθένων (Μτ 25:1) καὶ τοῦ μεγάλου δείπνου (Λκ 14:15-16).  Εἶναι ἡλίου φαεινό­τερον λοιπὸν ὅτι ὁ εὐαγγελιστὴς ᾿Ιωάννης ἀπευθύνεται σὲ ἀναγνῶστες ποὺ γνωρίζουν καλὰ τὶς παραβολὲς τοῦ ᾿Ιησοῦ.

* * *

Διάφοροι μελετητές, κυρίως ἑτερόδοξοι καὶ μὴ ῞Ελληνες, ὑπεστήριξαν κατὰ καιροὺς ὅτι ὑπάρχουν ἀκόμη καὶ διαφωνίες μεταξὺ τοῦ ᾿Ιωάννου καὶ τῶν ἄλλων εὐαγγελιστῶν.  Συνήθως τέτοια σημεῖα θεωροῦνται τὰ ἑξῆς τέσσερα: α) Πότε ὁ Κύριος ξεκίνησε τὸ δημόσιο κήρυγμά του, πρὶν ἢ μετὰ τὴν σύλληψι τοῦ προδρόμου; β) Πόσες φορὲς γιόρτασε ὁ Χριστὸς τὸ πάσχα στὰ ᾿Ιεροσόλυμα, τρεῖς ἢ μόνον μία φορά; γ) ῞Οταν σταυρώ­θηκε ὁ ᾿Ιησοῦς, πότε ἦταν τὸ ἰουδαϊκὸ πάσχα, τὴν Παρασκευὴ ἢ τὸ Σάβ­βατο; δ) ῾Ο ἀναστὰς Κύριος ποῦ ἐμφανίστηκε στοὺς μαθητές του, στὰ ᾿Ιεροσόλυμα ἢ στὴν Γαλιλαία; Διότι δῆθεν κάθε εὐαγγελιστὴς παρουσιά­ζει διαφορετικὰ τὰ πράγματα.  Καὶ πάλι βέβαια δὲν πρόκειται γιὰ πραγματικὲς διαφωνίες τῶν εὐαγγελίων, ἀλλὰ γιὰ νεώτερες παρανοή­σεις καὶ παρερμηνεῖες.

α) Σχετικὰ μὲ τὸ πότε ὁ Κύριος ξεκίνησε τὸ δημόσιο κήρυγμά του, ὁ ᾿Ιωάννης μέχρι τὸ κεφάλαιο 4, ἐδάφιο 42, ἀναφέρεται στὴν χρονικὴ πε­ρίοδο ποὺ μεσολάβησε ἀπὸ τὴν βάπτισι τοῦ ᾿Ιησοῦ μέχρι τὴν σύλληψι τοῦ ᾿Ιωάννου τοῦ βαπτιστοῦ, χρονικὸ διάστημα στὸ ὁποῖο οἱ ἄλλοι εὐαγγελιστὲς δὲν ἀναφέρονται.  Στὸ διάστημα αὐτὸ ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ οἱ πρῶτοι μαθητές του διατρίβουν κυρίως στὴν περιοχὴ τῆς ᾿Ιουδαίας, ὁ­πότε ἀρχίζει σιγὰ σιγὰ νὰ γίνεται γνωστὸς ὁ νέος διδάσκαλος.  Διευκρι­νίζει μάλιστα ὁ εὐαγγελιστὴς ᾿Ιωάννης ὅτι, ὅταν συνέβη αὐτό, «οὔπω ἦν βεβλημένος εἰς τὴν φυλακὴν ὁ ᾿Ιωάννης» ὁ βαπτιστής (᾿Ιω 3,22-26).  ᾿Ενῷ ὁ Ματθαῖος καὶ ὁ Μᾶρκος ἀναφέρονται στὴν ἐπίσημη ἔναρξι τῆς δημόσιας δράσεως τοῦ Κυρίου στὴν Γαλιλαία, ποὺ ἔγινε μετὰ τὴν σύλ­ληψι τοῦ ᾿Ιωάννου τοῦ βαπτιστοῦ (Μτ 4:12-17· Μρ 1:14-15), καὶ ὄχι στὴν ἀνεπίσημη ἐμφάνισί του στὴν ᾿Ιουδαία, ποὺ ἦταν κυρίως περίοδος προετοιμασίας.  ῾Ο εὐαγγελιστὴς ᾿Ιωάννης κατὰ τὴν προσφιλῆ του τα­κτικὴ ἁπλῶς διευκρινίζει καὶ συμπληρώνει κάτι ποὺ οἱ ἄλλοι εὐαγγελι­στὲς δὲν εἶχαν ἀναφέρει. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν καμμία διαφωνία μεταξύ τους.

β) Γιὰ τὸ δεύτερο θέμα πράγματι ὁ ᾿Ιωάννης ἀναφέρει ὅτι ὁ Χριστὸς γιόρτασε στὰ ᾿Ιεροσόλυμα τρία τοὐλάχιστον πάσχα (᾿Ιω 2:13, 6:4, 12:1), ἐνῷ οἱ ἄλλοι εὐαγγελιστὲς ἀναφέρουν ἕνα μόνο πάσχα, κατὰ τὸ ὁποῖο καὶ σταυρώθηκε.  ῞Οσοι ὅμως νομίζουν ὅτι ἐδῶ ὑπάρχει κάποια «δια­φωνία» δὲν πρόσεξαν κάποιες πολὺ σημαντικὲς «λεπτομέρειες».  Πρῶ­τον, λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ πάθος ὁ ᾿Ιησοῦς ἤλεγξε τοὺς φαρισαίους μὲ τὴν παραβολὴ τῆς ἀκάρπου συκῆς, κατὰ τὴν ὁποία ὁ κύριος τοῦ ἀμπελῶνος λέει· «᾿Ιδοὺ τρία ἔτη ἔρχομαι ζητῶν καρπὸν ἐν τῇ συκῇ ταύτῃ, καὶ οὐχ εὑρίσκω» (Λκ 13,7).  Σαφὴς δήλωσι ὅτι αὐτὴ ἦταν ἡ τρίτη φορὰ ποὺ ὁ Χριστὸς πραγματοποιοῦσε ἐπίσημη πασχάλιο ἐπίσκεψι στὴν ᾿Ιε­ρουσαλήμ.  Δεύτερον, λίγο μετὰ ὁ Κύριος θρηνεῖ γιὰ τὴν ᾿Ιερουσαλὴμ καὶ ἀναφωνεῖ· «᾿Ιερουσαλὴμ ᾿Ιερουσαλήμ, ...ποσάκις ἠθέλησα ἐπισυν­αγαγεῖν τὰ τέκνα σου...» (Μτ 23:37· Λκ 13:34). Τὸ ποσάκις (= πόσες φορὲς) δηλώνει ἐπανειλημμένες ἐπισκέψεις.  Συμφωνοῦν λοιπὸν καὶ οἱ ἄλλοι εὐαγγελιστὲς μὲ τὸν ᾿Ιωάννη ὅτι ὁ Κύριος γιόρτασε τρία πάσχα στὰ ᾿Ιεροσόλυμα, ἀλλὰ ἐπικεντρώνονται μόνο στὸ τελευταῖο, γιὰ νὰ δι­ηγηθοῦν τὸ πάθος καὶ τὴν ἀνάστασι.  Ἂν δὲν ὑπῆρχε τὸ κατὰ ᾿Ιωάννην εὐαγγέλιο νὰ συμπληρώσῃ τὴν διήγησι τῶν ἄλλων, σήμερα θὰ ἀπορού­σαμε γιατί ὁ Κύριος ἀναφέρει ὅτι «ἔρχεται ἤδη τρία χρόνια στὴν ᾿Ιε­ρουσαλὴμ» καὶ ὅτι ἐπανειλημμένως θέλησε νὰ συνάξῃ τοὺς ᾿Ιεροσολυμῖ­τες!

γ) Σχετικὰ μὲ τὸ πότε ἀκριβῶς ἦταν ἡ πρώτη ἡμέρα τοῦ ἰουδαϊκοῦ πάσχα, ὅταν σταυρώθηκε ὁ ᾿Ιησοῦς, ὑπάρχει ἀκόμη πολλὴ σύγχυσι καὶ διαφωνία ὄχι μεταξὺ τῶν εὐαγγελίων βέβαια, ἀλλὰ μεταξὺ τῶν διαφό­ρων μελετητῶν.  Πολλοὶ παρερμηνεύουν κάποιες φράσεις τῶν τριῶν πρώτων εὐαγγελίων ὅτι κατὰ τὴν ἡμέρα τοῦ μυστικοῦ δείπνου (Πέμπτη βράδυ, ποὺ γιὰ τοὺς ἀρχαίους ἐθεωρεῖτο ἔναρξι τῆς Παρασκευῆς) ἦτο «ἡ πρώτη τῶν ἀζύμων, ὅτε τὸ πάσχα ἔθυον» (Μτ 26:17, Μρ 14:12, Λκ 22:7) ἢ ὅτι οἱ μαθητὲς «ἡτοίμασαν τὸ πάσχα» (Μτ 26:19, Μρ 14:16, Λκ 22:13).  ᾿Ενῷ ἀπὸ τὴν ἄλλη ὁ ᾿Ιωάννης ῥητῶς λέει ὅτι «πρὸ τῆς ἑορτῆς τοῦ πάσχα εἰδὼς ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι ἐλήλυθεν αὐτοῦ ἡ ὥρα... λαβὼν λέν­τιον διέζωσεν ἑαυτόν...» (᾿Ιω 13:1-5).  Νομίζουν λοιπὸν ὅτι οἱ ἐκφρά­σεις τῶν συνοπτικῶν ἐννοοῦν ὅτι τὸ ἰουδαϊκὸ πάσχα ἐκεῖνο τὸ ἔτος ἄρ­χιζε ἀπὸ τὴν Παρασκευή, ἐνῷ κατὰ τὸν ᾿Ιωάννη ἄρχιζε ἀπὸ τὸ Σάββατο.  ᾿Εὰν ὅμως παρατηρήσῃ κανεὶς προσεκτικώτερα, θὰ διαπιστώσῃ ὅτι καὶ γιὰ τοὺς τρεῖς πρώτους εὐαγγελιστὲς προϋποτίθεται ὅτι ἡ νύχτα τῆς Πέμπτης πρὸς τὴν Παρασκευὴ καὶ ἡ ὑπόλοιπη Παρασκευὴ δὲν ἦταν οὔτε πάσχα οὔτε ἡ πρώτη ἡμέρα τῶν ἀζύμων, διότι ὅλη τὴν νύχτα τῆς Πέμπτης μέχρι τὸ πρωὶ τῆς Παρασκευῆς οἱ ἀρχιερεῖς δικάζουν τὸν Χρι­στό, τὸ πρωὶ τὸν ὁδηγοῦν στὸν Πιλᾶτο, τὸ μεσημέρι τῆς Παρασκευῆς τὸν σταυρώνουν, καὶ τὸ ἑσπερας τῆς ἴδιας ἡμέρας οἱ φαρισαῖοι ᾿Ιωσὴφ καὶ Νικόδημος τελοῦν βιαστικὰ τὴν ταφὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ, πρὶν φτάση ἡ ὥρα τοῦ ἰουδαϊκοῦ πάσχα.  ῾Επομένως ὅταν οἱ συνοπτικοὶ εὐαγγελιστὲς κάνουν λόγο γιὰ τὴν «πρώτη ἡμέρα τῶν ἀζύμων, ὅτε τὸ πάσχα (= τὸν πασχάλιο ἀμνὸ) ἔθυον», ἐννοοῦν γενικῶς καὶ ἀορίστως «ὅταν ἔφτασε τὸ πάσχα», καὶ ὄχι ὅτι ἡ Πέμπτη ἦταν ἡ πρώτη τῶν ἀζύμων. ῞Οπως καὶ σήμερα πολλὲς φορὲς λέμε «τὸ Πάσχα συνέβη αὐτό», καὶ ἐννοοῦμε «γύρω ἀπὸ τὸ Πάσχα» εἴτε εἶναι μεγάλη ἑβδομάδα εἴτε ἡ διακαινή­σιμος εἴτε καὶ ὁλόκληρος μῆνας· ἢ ὅπως σήμερα πάλι τὴν λειτουργία τοῦ μεγ. Σαββάτου τὴν ὀνομάζουμε καὶ «πρώτη ἀνάστασι».  Σύμφωνα λοιπὸν καὶ μὲ τοὺς 4 εὐαγγελιστὲς κατὰ τὸ ἔτος τοῦ θανάτου τοῦ Κυρί­ου ἡ Παρασκευὴ ἦταν ἡ παραμονὴ τοῦ ἰουδαϊκοῦ πάσχα (14η Νισάν) καὶ τὸ Σάββατο ἡ κύρια ἡμέρα τοῦ πάσχα καὶ πρώτη ἡμέρα τῶν ἀζύ­μων (15 Νισάν), ὁ ἑορτασμὸς τῆς ὁποίας ξεκινοῦσε βέβαια τὸ βράδυ τῆς Παρασκευῆς καὶ ὄχι τὸ βράδυ τῆς Πέμπτης.

δ) Τέλος σχετικὰ μὲ τὸ ποῦ ἐμφανίστηκε γιὰ πρώτη φορὰ στοὺς μα­θητές του ὁ ἀναστὰς Κύριος, στὰ ᾿Ιεροσόλυμα ἢ στὴν Γαλιλαία, τὰ πρά­γματα εἶναι ἐπίσης ἁπλὰ καὶ ἀπορεῖ κανεὶς ἂν εἶχαν διαβάσει ποτὲ τὰ εὐαγγέλια ὅσοι νόμισαν ὅτι ὑπάρχουν ἐδῶ ἀντιφάσεις.  Διότι ὑποστήρι­ξαν κάποιοι ὅτι ὁ Ματθαῖος ἀναφέρει ἐμφανίσεις τοῦ ἀναστάντος σὲ μαθητὲς μόνον στὴν Γαλιλαία, ὁ Λουκᾶς καὶ ὁ Μᾶρκος μόνον στὴν ᾿Ιουδαία, ἐνῷ ὁ ᾿Ιωάννης καὶ στὴν Γαλιλαία καὶ στὴν ᾿Ιουδαία μὲ σκοπὸ νὰ συμβιβάσῃ τὶς ἀντιθέσεις. ῞Ομως, ὅπως πολὺ σωστὰ ἔχει παρατηρη­θῆ, πρόκειται περὶ τῆς μεγαλειτέρας παρανοήσεως καὶ αὐθαιρεσίας.  Πρῶτ᾿ ἀπ᾿ ὅλα ὁ Ματθαῖος ἀναφέρει ἀμέσως μετὰ τὴν ἀνάστασι ἐμφά­νισι τοῦ Κυρίου στὰ ᾿Ιεροσόλυμα στὶς μυροφόρες μαθήτριες (Μτ 28: 8-10).  ῞Οσοι δὲν θέλουν νὰ τὴν ὑπολογίσουν, διότι εἶναι ἐμφάνισι σὲ γυ­ναῖκες καὶ ὄχι σὲ ἄνδρες μαθητές, προφανῶς διακατέχονται ἀπὸ κόμ­πλεξ μισογυνισμοῦ, καὶ ξεχνοῦν πόσο τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ ἐξυ­ψώνει τὴν γυναῖκα, ἀποκαθιστᾷ τὴν ἐν Χριστῷ ἰσότητά της μὲ τὸν ἄν­τρα, προστατεύει τὴν προσωπικότητά της καὶ τὰ δικαιώματά της μέσα στὸν γάμο, προβάλλει γυναῖκες ὡς ὑποδείγματα πίστεως, καὶ φυσικὰ ξεχνοῦν ὅτι ὁ Κύριος ἐκτὸς ἀπὸ μαθητὲς εἶχε καὶ μαθήτριες.  ῾Επομένως καὶ ὁ Ματθαῖος συμφωνεῖ μὲ τὸν Μᾶρκο τὸν Λουκᾶ καὶ τὸν ᾿Ιωάννη ὅτι οἱ ἀρχικὲς ἐμφανίσεις τοῦ ἀναστάντος ἔγιναν στὰ ᾿Ιεροσόλυμα.  ῞Οταν ὕστερα ἀπὸ καμμιὰ δεκαριὰ ἡμέρες οἱ μαθητὲς ἔφυγαν ἀπὸ τὰ ᾿Ιεροσό­λυμα, οἱ ἐμφανίσεις τοῦ ἀναστάντος συνεχίστηκαν στὴν Γαλιλαία (Μτ 28:16, ᾿Ιω 21: 1-14).  Δηλαδὴ οἱ ἐμφανίσεις τοῦ ἀνεστημένου Κυρίου στὰ ᾿Ιεροσόλυμα καὶ στὴν Γαλιλαία δὲν ἦσαν ταυτόχρονες καὶ παράλληλες, ἀλλὰ ἔγιναν σὲ διαφορετικὲς χρονικὲς περιόδους.  Ἂς μὴν ξεχνοῦμε ὅτι ὁ Κύριος ἐμφανιζόταν στοὺς μαθητὲς ἐπὶ 40 ἡμέρες μετὰ τὴν ἀνάστασι «ἐν πολλοῖς τεκμηρίοις» καὶ τοὺς δίδασκε «τὰ περὶ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ».  Κατόπιν οἱ μαθητὲς ἐπιστρέφουν στὰ ᾿Ιεροσόλυμα, καὶ στὸ προάστιο τῆς Βηθανίας πραγματοποιεῖται ἡ τελευταία ἐμφάνισι τοῦ ἀναστάντος καὶ ἡ ἀνάληψί του.  Κακῶς λοιπὸν ὡρισμένοι περιπλέκουν τὴν χρονικὴ σειρὰ καὶ τὶς διαφορετικὲς τοποθεσίες τῶν διαφόρων ἐμφα­νίσεων τοῦ Κυρίου.  Ἄλλωστε εἶναι φανερὸ ὅτι οἱ εὐαγγελιστές, μόλις φτάσουν στὸ ὕψιστο γεγονὸς τῆς ἀναστάσεως, σημειώνουν ὁ καθένας ὅσα περιστατικὰ ἐπιλέγουν ἀφήνοντας νὰ ἐννοηθῇ ὅτι οἱ ἐμφανίσεις τοῦ Χριστοῦ ἦσαν πολὺ περισσότερες ἀπὸ αὐτὲς ποὺ ἀναφέρουν.

Τὸ συμπέρασμα εἶναι ὅτι στὴν πραγματικότητα καμμία ἀπολύτως δι­αφωνία ἢ ἀντίθεσι δὲν ὑφίσταται μεταξὺ τοῦ ᾿Ιωάννου καὶ τῶν τριῶν συνοπτικῶν· μεταξὺ τῶν τεσσάρων Εὐαγγελίων ὑπάρχει ἀπόλυτη συμ­φωνία.

 

«᾿Εκκλησιολόγος», φ. 515, 3/6/2017

 

 

Ἄρθρο γιὰ Ἐκκλησιολόγο

 

᾿Εσφαλμένοι ἰσχυρισμοὶ

γιὰ τὸ κατὰ ᾿Ιωάννην εὐαγγέλιο

 

Διονυσίου ᾿Ανατολικιώτου

δρος φιλοσοφικῆς σχολῆς Ἀθηνῶν,

πτυχιούχου κοινωνικῆς θεολογίας

symbole@mail.com

 

Καθὼς μὲ τὸ τέλος τῆς ἑορτίου περιόδου τοῦ Πεντηκοσταρίου λήγει καὶ ἡ καθημερινὴ ἀνάγνωσι στὴν θ. λειτουργία περικοπῶν ἀπὸ τὸ κατὰ ᾿Ιωάννην εὐαγγέλιο, εἶναι εὐκαιρία νὰ κάνουμε μία σύντομη ἀναφορὰ σὲ θέματα σχετικὰ μὲ τὸ θεολογικώτερο ἀπὸ τὰ τέσσερα εὐαγγέλια.

 

Τὴν ἐποχὴ ποὺ ἤμουν φοιτητής (δηλαδὴ πρὶν ἀπὸ 30 χρόνια περί­που), ὑπῆρχαν καθηγητὲς τῆς βιβλικῆς θεολογίας καὶ ἀπὸ τὶς δύο θεο­λογικὲς σχολὲς τῶν πανεπιστημίων ᾿Αθηνῶν καὶ Θεσσαλονίκης, ποὺ ἰ­σχυρίζονταν ὅτι «τὶς θαυμαστὲς πράξεις τοῦ ᾿Ιησοῦ χαρακτηρίζει μόνον ὁ ᾿Ιωάννης ὡς σημεῖα».  Μένει κανεὶς μὲ τὴν ἐντύπωσι ὅτι οἱ ἄλλοι τρεῖς εὐαγγελιστὲς μιλοῦν γιὰ «θαύματα» καὶ μόνον ὁ ᾿Ιωάννης τὰ ὀνο­μάζει σημεῖα (᾿Ιω 2: 11, 18, 23· 3:2· 4:54· 6: 2, 14, 26· 12:37· 20:30).  Σέ­βομαι βεβαίως τὸ ἔργο τῶν καθηγητῶν μου καὶ συχνὰ καταφεύγω στὰ συγγράμματά τους, ὥστε νὰ ὠφελοῦμαι ἀπὸ τὴν σοφία τους καὶ τὴν δι­δασκαλία τους.  Ὅμως φίλος μὲν Πλάτων, φιλτάτη δ᾿ ἡ ἀλήθεια.  Καὶ ἡ ἀλήθεια ἐδῶ εἶναι ὅτι καὶ στὰ 4 εὐαγγέλια ἡ λέξι «θαῦμα» εἶναι ἐντε­λῶς ἀνύπαρκτη, ἐνῷ ἀντιθέτως γίνεται λόγος καὶ στὰ 4 εὐαγγέλια γιὰ σημεῖα.

Στὸ κατὰ Ματθαῖον εὐαγγέλιον δύο φορὲς ζητοῦν ἀπὸ τὸν ᾿Ιησοῦ νὰ  παρουσιάσῃ κάποιο σημεῖον («θαῦμα» δηλαδή)· καὶ τὶς δύο φορὲς στὴν ἀπάντησί του ὁ Κύριος ὀνομάζει σημεῖον τόσο τὸ ὅτι ὁ προφήτης ᾿Ιωνᾶς ἐπέζησε γιὰ τρεῖς ἡμέρες στὴν κοιλιὰ τοῦ κήτους ποὺ τὸν κατάπιε ὅσο καὶ τὴν ἔνδοξη ἀνάστασί του (Μτ 12: 38-40 καὶ 16:4).         Στὰ ἐν λόγῳ ἐ­δάφια ἡ λέξι σημεῖον χρησιμοποιεῖται 6 φορὲς συνολικά.

Στὸ κατὰ Μᾶρκον εὐαγγέλιον ἀναφέρεται ἐπίσης ὅτι οἱ φαρισαῖοι ζή­τησαν ἀπὸ τὸν ᾿Ιησοῦ νὰ τοὺς δείξῃ κάποιο σημεῖον κι ἐκεῖνος ἀρνήθηκε (Μρ 8: 11-12)· στὸ συγκεκριμένο περιστατικὸ ἡ λέξι σημεῖον χρησιμο­ποιεῖται 3 φορές. Στὸ ἴδιο εὐαγγέλιο ῥητῶς χαρακτηρίζονται ὡς σημεῖα ἡ ἐκδίωξι δαιμονίων, ἡ θεραπεία ἀρρώστων μόνον μὲ τὸ ἄγγιγμα τοῦ χεριοῦ, ἡ ὁμιλία σὲ νέες γλῶσσες (χωρὶς νὰ ἔχῃ προηγηθῇ ἐκμάθησι), τὸ νὰ πιάσῃ κάποιος πιστὸς φαρμακερὰ φίδια μὲ τὰ χέρια του, καὶ τὸ νὰ πιῇ δηλητήριο καὶ νὰ μὴν πάθῃ ἀπολύτως τίποτε (Μρ 16:17).  ᾿Επιπλέον στὸν τελευταῖο στίχο τοῦ κατὰ Μᾶρκον ὑπάρχει ἡ γνωστὴ φράσι «τοῦ Κυρίου συνεργοῦντος καὶ τὸν λόγον βεβαιοῦντος διὰ τῶν ἐπακολου­θούντων σημείων» (Μρ 16:20).

Στὸ κατὰ Λουκᾶν εὐαγγέλιον γίνεται πάλι λόγος γιὰ τὸ γνωστὸ περι­στατικό, κατὰ τὸ ὁποῖο ζητοῦν ἀπὸ τὸν ᾿Ιησοῦ κάποιο σημεῖον, ἐνῷ ὁ Κύριος ἀπαντῶντας μιλάει γιὰ τὸ σημεῖον τοῦ ᾿Ιωνᾶ καὶ γιὰ τὴν ἀνά­στασί του (Λκ 11: 16, 29-30)· ἡ λέξι σημεῖον χρησιμοποιεῖται 5 φορές.  Στὸ ἴδιο εὐαγγέλιο ἀναφέρεται ἐπίσης ὅτι, κατὰ τὸ θεῖον πάθος ὅταν ὁ Πιλᾶτος ἔστειλε τὸν ᾿Ιησοῦ στὸν ῾Ηρῴδη γιὰ ἀνάκρισι, ὁ ῾Ηρῴδης χάρη­κε, διότι ἤλπιζε νὰ δῇ κάποιο σημεῖον νὰ γίνεται ἀπὸ τὸν ᾿Ιησοῦ (Λκ 23:8).  ᾿Αξίζει ἐδῶ νὰ προσθέσουμε ὅτι ὁ Λουκᾶς χρησιμοποιεῖ τὴν λέξι σημεῖον μὲ τὴν ἴδια ἀκριβῶς σημασία καὶ ἄλλες 12 φορὲς στὸ βιβλίο τῶν Πράξεων (2: 22, 43· 4: 16, 22, 30· 5:12· 6:8· 7:36· 8: 6, 13· 14:3· 15:12), ἐνῷ πουθενὰ δὲν ἀναφέρει τὴν λέξι «θαῦμα».

Συνοψίζουμε.  α) Σὲ κανένα εὐαγγέλιο δὲν χρησιμοποιεῖται ἡ λέξι «θαῦμα», ἀλλὰ ἀντ᾿ αὐτοῦ ἡ λέξι σημεῖον.  β) ῾Ο ᾿Ιωάννης χρησιμοποιεῖ αὐτὴν τὴν λέξι 17 φορὲς στὸ εὐαγγέλιό του (κι ἄλλες 7 φορὲς στὴν ᾿Αποκάλυψι).  γ) ῾Ο Ματθαῖος χρησιμοποιεῖ τὴν λέξι σημεῖον 6 φορές, ὁ Μᾶρκος 5 φορές, κι ὁ Λουκᾶς 6 φορὲς στὸ εὐαγγέλιό του (καὶ 12 ἀκόμη φορὲς στὶς Πράξεις).  Τόσο ἀλήθεια εἶναι ὅτι «μόνον ὁ ᾿Ιωάννης χαρακτηρίζει τὶς θαυμαστὲς πράξεις ὡς σημεῖα».  Καὶ τὸ παράξενο εἶναι ὅτι στὰ παραπάνω χωρία καὶ τῶν 4 εὐαγγελίων (καὶ τῶν Πράξε­ων) περίπου 14 καθηγητὲς τῶν θεολογικῶν σχολῶν ᾿Αθηνῶν καὶ Θεσσα­λονίκης μετέφραζαν τὴν λέξι σημεῖον ὡς «θαῦμα» ἢ «θαυματουργικὸ σημάδι», τὴν ἴδια ὥρα ποὺ κάποιοι ἐξ αὐτῶν ἰσχυρίζονταν ὅτι ὁ χαρα­κτηρισμὸς σημεῖον ὑπάρχει μόνον στὸν ᾿Ιωάννη!

* * *

Μία ἄλλη ἄποψι εἶναι ὅτι ὁ ᾿Ιωάννης «δὲν διασῴζει τὶς περίπου 50 παραβολὲς τῶν συνοπτικῶν» εὐαγγελιστῶν, δηλαδὴ τὶς παραβολὲς ποὺ ἀναφέρουν ὁ Ματθαῖος, ὁ Μᾶρκος καὶ ὁ Λουκᾶς.  Πραγματικὰ αὐτὴ εἶ­ναι –γιὰ πολλοὺς λόγους– μία πολὺ ὕπουλη καὶ ἄδικη μειωτικὴ ἐκτίμη­σι γιὰ τὸ κατὰ ᾿Ιωάννην εὐαγγέλιο.

Πρῶτ᾿ ἀπ᾿ ὅλα οἱ παραβολὲς τοῦ ᾿Ιησοῦ ποὺ ἀναφέρονται στὰ εὐαγ­γέλια δὲν εἶναι «περίπου 50», ἀλλὰ μόλις 39, κι αὐτὸς ὁ ἀριθμὸς περι­λαμβάνει καὶ φράσεις τοῦ Κυρίου ποὺ δὲν εἶναι ἀκριβῶς παραβολικὲς ἀφηγήσεις, ἀλλὰ σύντομα διδάγματα ὅπως «Κανεὶς δὲν ἐπιρράπτει πάνω σὲ ἕνα παλιὸ ἱμάτιο μπάλωμα ἀπὸ κομμάτι ὁλοκαίνουργιου ὕ­φασματος· διαφορετικὰ τὸ συμπλήρωμα τὸ καινούργιο τραβᾷ τὸ πα­λιὸ ὕφασμα καὶ γίνεται χειρότερο σκίσιμο» (Μρ 2:21).  Ἂν ὁρίσουμε τὶς παραβολὲς μὲ λίγο αὐστηρότερα κριτήρια, τότε γίνονται λιγώτερες ἀπὸ 30.

Δεύτερον, ὁ ᾿Ιωάννης δὲν εἶχε καμμία ὑποχρέωσι νὰ διασώσῃ τὶς πα­ραβολές, ἀπὸ τὴν στιγμὴ μάλιστα ποὺ τὶς εἶχαν καταγράψει οἱ ἄλλοι εὐαγγελιστές, οὔτε φυσικὰ εἶχε κανέναν τέτοιον σκοπό.  Καὶ ἄλλα περι­στατικὰ παραλείπει (καὶ θεραπεῖες καὶ διδασκαλίες κλπ.), διότι δὲν θέ­λει νὰ γράψῃ τὰ ἴδια μὲ τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ νὰ συμπληρώσῃ ὡρισμένα στοιχεῖα καὶ νὰ τονίσῃ κάποια πράγματα, ὅπως τὸν φώτισε τὸ ῞Αγιον Πνεῦμα.  Γιὰ παράδειγμα τὸ κατὰ ᾿Ιωάννην ἔχει τὴν ἐκτενέστερη διήγη­σι γιὰ τὸν μυστικὸ δεῖπνο· ὁ Ματθαῖος ἔχει μόλις 10 στίχους, ὁ Μᾶρκος ἐπίσης 10, ὁ Λουκᾶς 25, καὶ ὁ ᾿Ιωάννης 5 ὁλόκληρα κεφάλαια μὲ 155 στίχους συνολικά.  Κι ὅμως ὁ ᾿Ιωάννης δὲν ἀναφέρει τὴν παράδοσι τῶν θείων μυστηρίων (ὅπου ὁ Κύριος εἶπε τὶς φράσεις «Λάβετε, φάγετε» καὶ «Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες»), ποὺ ἀναφέρουν οἱ ἄλλοι τρεῖς Εὐαγγε­λιστὲς καὶ ὁ Παῦλος!  Τὸ παράδοξο λοιπὸν θὰ ἦταν νὰ ἀρχίσῃ ὁ ᾿Ιωάν­νης νὰ συγκεντρώνῃ τὶς παραβολὲς ποὺ ἤδη ἔχουν ἀναφέρει οἱ ἄλλοι τρεῖς εὐαγγελιστές! Τότε πράγματι θὰ ξέφευγε ἀπὸ τὴν γραμμὴ ποὺ διέπει ὅλο τὸ εὐαγγέλιό του.

Τρίτον, καὶ ἀπὸ τοὺς ἄλλους τρεῖς εὐαγγελιστὲς κανένας δὲν ἔχει ὅλες τὶς παραβολὲς τοῦ Κυρίου, διότι φυσικὰ δὲν ἦταν αὐτὸς ὁ σκοπός τους. ῾Ο Μᾶρκος γιὰ παράδειγμα ἴσα ποὺ ἀναφέρει 8 παραβολές (τὶς λιγώτερες ἀπὸ τοὺς τρεῖς συνοπτικούς), ἀλλὰ δὲν λέμε ὅτι «δὲν διασῴ­ζει τὶς ὑπόλοιπες 31 παραβολὲς τοῦ ᾿Ιησοῦ»!  Κάθε εὐαγγελιστὴς σημεί­ωνε ὅσες παραβολὲς ἤθελε καὶ θυμόταν, γι᾿ αὐτὸ καὶ καθένας τους ἔχει καὶ παραβολὲς ποὺ δὲν ἀναφέρουν οἱ ὑπόλοιποι.

Τέταρτον, ναὶ μὲν δὲν ἔχει παραβολικὲς διηγήσεις ὁ ᾿Ιωάννης στὸ εὐ­αγγέλιό του, ἀναφέρει ὅμως διδάγματα ἢ φράσεις ἀπὸ τὶς παραβολὲς τοῦ ᾿Ιησοῦ.  Ἔτσι οἱ διακηρύξεις «ἐρευνᾶτε τὰς Γραφάς... καὶ ἐκεῖναί εἰσιν αἱ μαρτυροῦσαι περὶ ἐμοῦ» (᾿Ιω 5:39) καὶ «ἔστιν ὁ κατηγορῶν ὑμῶν Μωυσῆς, εἰς ὃν ὑμεῖς ἠλπίκατε» (᾿Ιω 5:45) παραπέμπουν στὸ συμπέρασμα τῆς παραβολῆς τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ Λαζάρου· «ἔχουσι Μωυσέα καὶ τοὺς προφήτας· ἀκουσάτωσαν αὐτῶν» (Λκ 16:29).  Τὸ καύχημα τῶν ᾿Ισραηλιτῶν γιὰ τὸν γενάρχη τους ᾿Αβραὰμ «ὁ πατὴρ ἡ­μῶν ᾿Αβραάμ ἐστι» (᾿Ιω 8:39· ἐπίσης 8:33 καὶ 8:53) συμβαδίζει μὲ τὴν φράσι τῆς προαναφερθείσης παραβολῆς «καὶ αὐτὸς [ὁ Λάζαρος] φωνή­σας εἶπε· πάτερ ᾿Αβραάμ» (Λκ 16:24).  ῾Ο ὅρος «υἱοὶ φωτός», τὸν ὁ­ποῖο ἀναφέρει ὁ Κύριος στὸ χωρίο «πιστεύετε εἰς τὸ φῶς, ἵνα υἱοὶ φωτὸς γένησθε» (᾿Ιω 12:36), χρησιμοποιεῖται ἐπίσης στὸ συμπέρασμα τῆς παραβολῆς γιὰ τὸν οἰκονόμο τῆς ἀδικίας· «οἱ υἱοὶ τοῦ αἰῶνος τού­του φρονιμώτεροι ὑπὲρ τοὺς υἱοὺς τοῦ φωτὸς εἰς τὴν γενεὰν τὴν ἑ­αυτῶν εἰσι» (Λκ 16:8).  ᾿Ακόμη ἡ φράσι τοῦ Χριστοῦ στὸ κατὰ ᾿Ιωάννην «ἔθηκα ὑμᾶς ἵνα ὑμεῖς ὑπάγητε καὶ καρπὸν φέρητε, καὶ ὁ καρπὸς ὑμῶν μένῃ» (᾿Ιω 15:16) παραπέμπει στὴν ἐξήγησι τῆς παραβολῆς τοῦ σπορέως «ὁ δὲ ἐπὶ τὴν γῆν τὴν καλὴν σπαρείς, οὗτός ἐστιν ὁ τὸν λόγον ἀκούων καὶ συνιῶν· ὃς δὴ καρποφορεῖ καὶ ποιεῖ ὁ μὲν ἑκατόν, ὁ δὲ ἑξήκοντα, ὁ δὲ τριάκοντα» (Μτ 13,23).

᾿Αξίζει ἐδῶ νὰ σημειωθῇ ὅτι καὶ στὴν ᾿Αποκάλυψι, τὴν ὁποία ὁ ᾿Ιωάν­νης ἔγραψε περίπου 2-3 χρόνια πρὶν ἀπὸ τὸ εὐαγγέλιό του, ὑπάρχουν ἀναφορὲς σὲ παραβολὲς τῶν ἄλλων εὐαγγελιστῶν.  Σημειώνω ἐπιγραμ­ματικὰ ὅτι τὸ χωρίο ᾿Απ 3:17 παραπέμπει στὴν παραβολὴ τοῦ τελώνου καὶ τοῦ φαρισαίου (Λκ 18:9-11), τὸ ᾿Απ 6:10 παρουσιάζει καταπληκτικὴ ὁμοιότητα μὲ τὴν παραβολὴ τοῦ ἀδίκου κριτοῦ (Λκ 18:7), τὸ ᾿Απ 14:15 συνδέεται μὲ τὴν παραβολὴ τοῦ θερισμοῦ, τὴν ὁποία ἀναφέρει μόνον ὁ Μᾶρκος (4:29), καὶ τὰ ἐδάφια ᾿Απ 19:7 καὶ 19:9 προϋποθέτουν ὡς γνω­στὲς τὶς παραβολὲς τοῦ βασιλικοῦ γάμου (Μτ 22:2-3), τῶν 10 παρθένων (Μτ 25:1) καὶ τοῦ μεγάλου δείπνου (Λκ 14:15-16).  Εἶναι ἡλίου φαεινό­τερον λοιπὸν ὅτι ὁ εὐαγγελιστὴς ᾿Ιωάννης ἀπευθύνεται σὲ ἀναγνῶστες ποὺ γνωρίζουν καλὰ τὶς παραβολὲς τοῦ ᾿Ιησοῦ.

* * *

Διάφοροι μελετητές, κυρίως ἑτερόδοξοι καὶ μὴ ῞Ελληνες, ὑπεστήριξαν κατὰ καιροὺς ὅτι ὑπάρχουν ἀκόμη καὶ διαφωνίες μεταξὺ τοῦ ᾿Ιωάννου καὶ τῶν ἄλλων εὐαγγελιστῶν.  Συνήθως τέτοια σημεῖα θεωροῦνται τὰ ἑξῆς τέσσερα: α) Πότε ὁ Κύριος ξεκίνησε τὸ δημόσιο κήρυγμά του, πρὶν ἢ μετὰ τὴν σύλληψι τοῦ προδρόμου; β) Πόσες φορὲς γιόρτασε ὁ Χριστὸς τὸ πάσχα στὰ ᾿Ιεροσόλυμα, τρεῖς ἢ μόνον μία φορά; γ) ῞Οταν σταυρώ­θηκε ὁ ᾿Ιησοῦς, πότε ἦταν τὸ ἰουδαϊκὸ πάσχα, τὴν Παρασκευὴ ἢ τὸ Σάβ­βατο; δ) ῾Ο ἀναστὰς Κύριος ποῦ ἐμφανίστηκε στοὺς μαθητές του, στὰ ᾿Ιεροσόλυμα ἢ στὴν Γαλιλαία; Διότι δῆθεν κάθε εὐαγγελιστὴς παρουσιά­ζει διαφορετικὰ τὰ πράγματα.  Καὶ πάλι βέβαια δὲν πρόκειται γιὰ πραγματικὲς διαφωνίες τῶν εὐαγγελίων, ἀλλὰ γιὰ νεώτερες παρανοή­σεις καὶ παρερμηνεῖες.

α) Σχετικὰ μὲ τὸ πότε ὁ Κύριος ξεκίνησε τὸ δημόσιο κήρυγμά του, ὁ ᾿Ιωάννης μέχρι τὸ κεφάλαιο 4, ἐδάφιο 42, ἀναφέρεται στὴν χρονικὴ πε­ρίοδο ποὺ μεσολάβησε ἀπὸ τὴν βάπτισι τοῦ ᾿Ιησοῦ μέχρι τὴν σύλληψι τοῦ ᾿Ιωάννου τοῦ βαπτιστοῦ, χρονικὸ διάστημα στὸ ὁποῖο οἱ ἄλλοι εὐαγγελιστὲς δὲν ἀναφέρονται.  Στὸ διάστημα αὐτὸ ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ οἱ πρῶτοι μαθητές του διατρίβουν κυρίως στὴν περιοχὴ τῆς ᾿Ιουδαίας, ὁ­πότε ἀρχίζει σιγὰ σιγὰ νὰ γίνεται γνωστὸς ὁ νέος διδάσκαλος.  Διευκρι­νίζει μάλιστα ὁ εὐαγγελιστὴς ᾿Ιωάννης ὅτι, ὅταν συνέβη αὐτό, «οὔπω ἦν βεβλημένος εἰς τὴν φυλακὴν ὁ ᾿Ιωάννης» ὁ βαπτιστής (᾿Ιω 3,22-26).  ᾿Ενῷ ὁ Ματθαῖος καὶ ὁ Μᾶρκος ἀναφέρονται στὴν ἐπίσημη ἔναρξι τῆς δημόσιας δράσεως τοῦ Κυρίου στὴν Γαλιλαία, ποὺ ἔγινε μετὰ τὴν σύλ­ληψι τοῦ ᾿Ιωάννου τοῦ βαπτιστοῦ (Μτ 4:12-17· Μρ 1:14-15), καὶ ὄχι στὴν ἀνεπίσημη ἐμφάνισί του στὴν ᾿Ιουδαία, ποὺ ἦταν κυρίως περίοδος προετοιμασίας.  ῾Ο εὐαγγελιστὴς ᾿Ιωάννης κατὰ τὴν προσφιλῆ του τα­κτικὴ ἁπλῶς διευκρινίζει καὶ συμπληρώνει κάτι ποὺ οἱ ἄλλοι εὐαγγελι­στὲς δὲν εἶχαν ἀναφέρει. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν καμμία διαφωνία μεταξύ τους.

β) Γιὰ τὸ δεύτερο θέμα πράγματι ὁ ᾿Ιωάννης ἀναφέρει ὅτι ὁ Χριστὸς γιόρτασε στὰ ᾿Ιεροσόλυμα τρία τοὐλάχιστον πάσχα (᾿Ιω 2:13, 6:4, 12:1), ἐνῷ οἱ ἄλλοι εὐαγγελιστὲς ἀναφέρουν ἕνα μόνο πάσχα, κατὰ τὸ ὁποῖο καὶ σταυρώθηκε.  ῞Οσοι ὅμως νομίζουν ὅτι ἐδῶ ὑπάρχει κάποια «δια­φωνία» δὲν πρόσεξαν κάποιες πολὺ σημαντικὲς «λεπτομέρειες».  Πρῶ­τον, λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ πάθος ὁ ᾿Ιησοῦς ἤλεγξε τοὺς φαρισαίους μὲ τὴν παραβολὴ τῆς ἀκάρπου συκῆς, κατὰ τὴν ὁποία ὁ κύριος τοῦ ἀμπελῶνος λέει· «᾿Ιδοὺ τρία ἔτη ἔρχομαι ζητῶν καρπὸν ἐν τῇ συκῇ ταύτῃ, καὶ οὐχ εὑρίσκω» (Λκ 13,7).  Σαφὴς δήλωσι ὅτι αὐτὴ ἦταν ἡ τρίτη φορὰ ποὺ ὁ Χριστὸς πραγματοποιοῦσε ἐπίσημη πασχάλιο ἐπίσκεψι στὴν ᾿Ιε­ρουσαλήμ.  Δεύτερον, λίγο μετὰ ὁ Κύριος θρηνεῖ γιὰ τὴν ᾿Ιερουσαλὴμ καὶ ἀναφωνεῖ· «᾿Ιερουσαλὴμ ᾿Ιερουσαλήμ, ...ποσάκις ἠθέλησα ἐπισυν­αγαγεῖν τὰ τέκνα σου...» (Μτ 23:37· Λκ 13:34). Τὸ ποσάκις (= πόσες φορὲς) δηλώνει ἐπανειλημμένες ἐπισκέψεις.  Συμφωνοῦν λοιπὸν καὶ οἱ ἄλλοι εὐαγγελιστὲς μὲ τὸν ᾿Ιωάννη ὅτι ὁ Κύριος γιόρτασε τρία πάσχα στὰ ᾿Ιεροσόλυμα, ἀλλὰ ἐπικεντρώνονται μόνο στὸ τελευταῖο, γιὰ νὰ δι­ηγηθοῦν τὸ πάθος καὶ τὴν ἀνάστασι.  Ἂν δὲν ὑπῆρχε τὸ κατὰ ᾿Ιωάννην εὐαγγέλιο νὰ συμπληρώσῃ τὴν διήγησι τῶν ἄλλων, σήμερα θὰ ἀπορού­σαμε γιατί ὁ Κύριος ἀναφέρει ὅτι «ἔρχεται ἤδη τρία χρόνια στὴν ᾿Ιε­ρουσαλὴμ» καὶ ὅτι ἐπανειλημμένως θέλησε νὰ συνάξῃ τοὺς ᾿Ιεροσολυμῖ­τες!

γ) Σχετικὰ μὲ τὸ πότε ἀκριβῶς ἦταν ἡ πρώτη ἡμέρα τοῦ ἰουδαϊκοῦ πάσχα, ὅταν σταυρώθηκε ὁ ᾿Ιησοῦς, ὑπάρχει ἀκόμη πολλὴ σύγχυσι καὶ διαφωνία ὄχι μεταξὺ τῶν εὐαγγελίων βέβαια, ἀλλὰ μεταξὺ τῶν διαφό­ρων μελετητῶν.  Πολλοὶ παρερμηνεύουν κάποιες φράσεις τῶν τριῶν πρώτων εὐαγγελίων ὅτι κατὰ τὴν ἡμέρα τοῦ μυστικοῦ δείπνου (Πέμπτη βράδυ, ποὺ γιὰ τοὺς ἀρχαίους ἐθεωρεῖτο ἔναρξι τῆς Παρασκευῆς) ἦτο «ἡ πρώτη τῶν ἀζύμων, ὅτε τὸ πάσχα ἔθυον» (Μτ 26:17, Μρ 14:12, Λκ 22:7) ἢ ὅτι οἱ μαθητὲς «ἡτοίμασαν τὸ πάσχα» (Μτ 26:19, Μρ 14:16, Λκ 22:13).  ᾿Ενῷ ἀπὸ τὴν ἄλλη ὁ ᾿Ιωάννης ῥητῶς λέει ὅτι «πρὸ τῆς ἑορτῆς τοῦ πάσχα εἰδὼς ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι ἐλήλυθεν αὐτοῦ ἡ ὥρα... λαβὼν λέν­τιον διέζωσεν ἑαυτόν...» (᾿Ιω 13:1-5).  Νομίζουν λοιπὸν ὅτι οἱ ἐκφρά­σεις τῶν συνοπτικῶν ἐννοοῦν ὅτι τὸ ἰουδαϊκὸ πάσχα ἐκεῖνο τὸ ἔτος ἄρ­χιζε ἀπὸ τὴν Παρασκευή, ἐνῷ κατὰ τὸν ᾿Ιωάννη ἄρχιζε ἀπὸ τὸ Σάββατο.  ᾿Εὰν ὅμως παρατηρήσῃ κανεὶς προσεκτικώτερα, θὰ διαπιστώσῃ ὅτι καὶ γιὰ τοὺς τρεῖς πρώτους εὐαγγελιστὲς προϋποτίθεται ὅτι ἡ νύχτα τῆς Πέμπτης πρὸς τὴν Παρασκευὴ καὶ ἡ ὑπόλοιπη Παρασκευὴ δὲν ἦταν οὔτε πάσχα οὔτε ἡ πρώτη ἡμέρα τῶν ἀζύμων, διότι ὅλη τὴν νύχτα τῆς Πέμπτης μέχρι τὸ πρωὶ τῆς Παρασκευῆς οἱ ἀρχιερεῖς δικάζουν τὸν Χρι­στό, τὸ πρωὶ τὸν ὁδηγοῦν στὸν Πιλᾶτο, τὸ μεσημέρι τῆς Παρασκευῆς τὸν σταυρώνουν, καὶ τὸ ἑσπερας τῆς ἴδιας ἡμέρας οἱ φαρισαῖοι ᾿Ιωσὴφ καὶ Νικόδημος τελοῦν βιαστικὰ τὴν ταφὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ, πρὶν φτάση ἡ ὥρα τοῦ ἰουδαϊκοῦ πάσχα.  ῾Επομένως ὅταν οἱ συνοπτικοὶ εὐαγγελιστὲς κάνουν λόγο γιὰ τὴν «πρώτη ἡμέρα τῶν ἀζύμων, ὅτε τὸ πάσχα (= τὸν πασχάλιο ἀμνὸ) ἔθυον», ἐννοοῦν γενικῶς καὶ ἀορίστως «ὅταν ἔφτασε τὸ πάσχα», καὶ ὄχι ὅτι ἡ Πέμπτη ἦταν ἡ πρώτη τῶν ἀζύμων. ῞Οπως καὶ σήμερα πολλὲς φορὲς λέμε «τὸ Πάσχα συνέβη αὐτό», καὶ ἐννοοῦμε «γύρω ἀπὸ τὸ Πάσχα» εἴτε εἶναι μεγάλη ἑβδομάδα εἴτε ἡ διακαινή­σιμος εἴτε καὶ ὁλόκληρος μῆνας· ἢ ὅπως σήμερα πάλι τὴν λειτουργία τοῦ μεγ. Σαββάτου τὴν ὀνομάζουμε καὶ «πρώτη ἀνάστασι».  Σύμφωνα λοιπὸν καὶ μὲ τοὺς 4 εὐαγγελιστὲς κατὰ τὸ ἔτος τοῦ θανάτου τοῦ Κυρί­ου ἡ Παρασκευὴ ἦταν ἡ παραμονὴ τοῦ ἰουδαϊκοῦ πάσχα (14η Νισάν) καὶ τὸ Σάββατο ἡ κύρια ἡμέρα τοῦ πάσχα καὶ πρώτη ἡμέρα τῶν ἀζύ­μων (15 Νισάν), ὁ ἑορτασμὸς τῆς ὁποίας ξεκινοῦσε βέβαια τὸ βράδυ τῆς Παρασκευῆς καὶ ὄχι τὸ βράδυ τῆς Πέμπτης.

δ) Τέλος σχετικὰ μὲ τὸ ποῦ ἐμφανίστηκε γιὰ πρώτη φορὰ στοὺς μα­θητές του ὁ ἀναστὰς Κύριος, στὰ ᾿Ιεροσόλυμα ἢ στὴν Γαλιλαία, τὰ πρά­γματα εἶναι ἐπίσης ἁπλὰ καὶ ἀπορεῖ κανεὶς ἂν εἶχαν διαβάσει ποτὲ τὰ εὐαγγέλια ὅσοι νόμισαν ὅτι ὑπάρχουν ἐδῶ ἀντιφάσεις.  Διότι ὑποστήρι­ξαν κάποιοι ὅτι ὁ Ματθαῖος ἀναφέρει ἐμφανίσεις τοῦ ἀναστάντος σὲ μαθητὲς μόνον στὴν Γαλιλαία, ὁ Λουκᾶς καὶ ὁ Μᾶρκος μόνον στὴν ᾿Ιουδαία, ἐνῷ ὁ ᾿Ιωάννης καὶ στὴν Γαλιλαία καὶ στὴν ᾿Ιουδαία μὲ σκοπὸ νὰ συμβιβάσῃ τὶς ἀντιθέσεις. ῞Ομως, ὅπως πολὺ σωστὰ ἔχει παρατηρη­θῆ, πρόκειται περὶ τῆς μεγαλειτέρας παρανοήσεως καὶ αὐθαιρεσίας.  Πρῶτ᾿ ἀπ᾿ ὅλα ὁ Ματθαῖος ἀναφέρει ἀμέσως μετὰ τὴν ἀνάστασι ἐμφά­νισι τοῦ Κυρίου στὰ ᾿Ιεροσόλυμα στὶς μυροφόρες μαθήτριες (Μτ 28: 8-10).  ῞Οσοι δὲν θέλουν νὰ τὴν ὑπολογίσουν, διότι εἶναι ἐμφάνισι σὲ γυ­ναῖκες καὶ ὄχι σὲ ἄνδρες μαθητές, προφανῶς διακατέχονται ἀπὸ κόμ­πλεξ μισογυνισμοῦ, καὶ ξεχνοῦν πόσο τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ ἐξυ­ψώνει τὴν γυναῖκα, ἀποκαθιστᾷ τὴν ἐν Χριστῷ ἰσότητά της μὲ τὸν ἄν­τρα, προστατεύει τὴν προσωπικότητά της καὶ τὰ δικαιώματά της μέσα στὸν γάμο, προβάλλει γυναῖκες ὡς ὑποδείγματα πίστεως, καὶ φυσικὰ ξεχνοῦν ὅτι ὁ Κύριος ἐκτὸς ἀπὸ μαθητὲς εἶχε καὶ μαθήτριες.  ῾Επομένως καὶ ὁ Ματθαῖος συμφωνεῖ μὲ τὸν Μᾶρκο τὸν Λουκᾶ καὶ τὸν ᾿Ιωάννη ὅτι οἱ ἀρχικὲς ἐμφανίσεις τοῦ ἀναστάντος ἔγιναν στὰ ᾿Ιεροσόλυμα.  ῞Οταν ὕστερα ἀπὸ καμμιὰ δεκαριὰ ἡμέρες οἱ μαθητὲς ἔφυγαν ἀπὸ τὰ ᾿Ιεροσό­λυμα, οἱ ἐμφανίσεις τοῦ ἀναστάντος συνεχίστηκαν στὴν Γαλιλαία (Μτ 28:16, ᾿Ιω 21: 1-14).  Δηλαδὴ οἱ ἐμφανίσεις τοῦ ἀνεστημένου Κυρίου στὰ ᾿Ιεροσόλυμα καὶ στὴν Γαλιλαία δὲν ἦσαν ταυτόχρονες καὶ παράλληλες, ἀλλὰ ἔγιναν σὲ διαφορετικὲς χρονικὲς περιόδους.  Ἂς μὴν ξεχνοῦμε ὅτι ὁ Κύριος ἐμφανιζόταν στοὺς μαθητὲς ἐπὶ 40 ἡμέρες μετὰ τὴν ἀνάστασι «ἐν πολλοῖς τεκμηρίοις» καὶ τοὺς δίδασκε «τὰ περὶ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ».  Κατόπιν οἱ μαθητὲς ἐπιστρέφουν στὰ ᾿Ιεροσόλυμα, καὶ στὸ προάστιο τῆς Βηθανίας πραγματοποιεῖται ἡ τελευταία ἐμφάνισι τοῦ ἀναστάντος καὶ ἡ ἀνάληψί του.  Κακῶς λοιπὸν ὡρισμένοι περιπλέκουν τὴν χρονικὴ σειρὰ καὶ τὶς διαφορετικὲς τοποθεσίες τῶν διαφόρων ἐμφα­νίσεων τοῦ Κυρίου.  Ἄλλωστε εἶναι φανερὸ ὅτι οἱ εὐαγγελιστές, μόλις φτάσουν στὸ ὕψιστο γεγονὸς τῆς ἀναστάσεως, σημειώνουν ὁ καθένας ὅσα περιστατικὰ ἐπιλέγουν ἀφήνοντας νὰ ἐννοηθῇ ὅτι οἱ ἐμφανίσεις τοῦ Χριστοῦ ἦσαν πολὺ περισσότερες ἀπὸ αὐτὲς ποὺ ἀναφέρουν.

Τὸ συμπέρασμα εἶναι ὅτι στὴν πραγματικότητα καμμία ἀπολύτως δι­αφωνία ἢ ἀντίθεσι δὲν ὑφίσταται μεταξὺ τοῦ ᾿Ιωάννου καὶ τῶν τριῶν συνοπτικῶν· μεταξὺ τῶν τεσσάρων Εὐαγγελίων ὑπάρχει ἀπόλυτη συμ­φωνία.

 

«᾿Εκκλησιολόγος», φ. 515, 3/6/2017